ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ Ιπποκράτης Δασκαλάκης* (16 Δεκεμβρίου 2015)

98_4

Εδώ και αρκετά χρόνια οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης προαναγγέλλουν ριζικές μεταβολές στην οργάνωση και δομή των Ενόπλων Δυνάμεων με απώτερο σκοπό πάντοτε τη δημιουργία ενός μικρότερου, οικονομικότερου, πλέον ευέλικτου αλλά και περισσότερο αξιόμαχου αποτρεπτικού αμυντικού μηχανισμού. Οι παραπάνω καλοδεχούμενες εξαγγελίες συνοδεύονται και συνήθως περιστρέφονται γύρω από τις συνήθεις λαϊκίστικες αναφορές για άμεση μείωση του πραγματικά εξωπραγματικού για τα ελληνικά δεδομένα αριθμού των ανωτάτων αξιωματικών και το κλείσιμο μονάδων και στρατοπέδων. Αμφότερα τα μέτρα κινούνται –επί της αρχής – στη σωστή κατεύθυνση. Δυστυχώς όμως, οι εξαγγελίες περί εξορθολογισμού του αριθμού των στρατηγών και αναδιάρθρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων που θα οδηγήσουν σε ένα ολιγάριθμο, ευέλικτο και περισσότερο αποτελεσματικό στράτευμα έχουν αρχίσουν να θυμίζουν τις αντίστοιχες διακηρύξεις περί καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Στο χορό αυτών των εξαγγελιών και των σπασμωδικών κινήσεων αναδιαρθρώσεων συμμετέχουν όμως, με περισσότερο ή λιγότερο ενθουσιασμό και οι στρατιωτικές ηγεσίες. Όλες αυτές οι ασυντόνιστες, πρόχειρες, βιαστικές, άνωθεν επιβαλλόμενες και συνήθως υποκινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες προσπάθειες και οι οποίες εν συνεχεία προσκρούουν σε δεκάδες εμπόδια κάθε είδους, είναι καταδικασμένες να αποτύχουν καθόσον στερούνται εξ αρχής των εχεγγύων επιτυχίας.
Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την επαναλαμβανόμενη πρόθεση μείωσης του αριθμού των ανωτάτων στελεχών η οποία αφενός μεν δεν αποτελεί πανάκεια και αφετέρου αδυνατεί να παρέξει αποτελέσματα καθόσον οι εξωθεσμικές επιστροφές και παρεμβάσεις τείνουν να διατηρήσουν αμετάβλητο τον αριθμό. Να τονίσουμε όμως ότι η διατήρηση των ήδη αναχρονιστικών δομών και γραφειοκρατικών διαδικασιών με απλή «υποβίβαση» των υπηρετούντων στελεχών κατά ένα ή και δύο βαθμούς στην κλίμακα της ιεραρχίας δεν αποτελεί λύση του προβλήματος αλλά μάλλον πολιτική επικοινωνιακή προπαγάνδα. Απαιτείται μια πλήρης και σε βάθος αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων που θα αντιμετωπίζει συγκεντρωτικά σημαντικά ζητήματα όπως: θέματα προσωπικού (εισαγωγή, εκπαίδευση, σταδιοδρομία στελεχών, αξιοκρατία, θητεία κληρωτών), οργάνωση και συγκρότηση (αριθμός, επάνδρωση και λειτουργία μονάδων), δομή διοικήσεως, διακλαδικότητα και κυρίως δυνατότητες οικονομικής υποστήριξης του προτεινομένου σχήματος. Για να προχωρήσει όμως μια παρόμοια αναδιοργάνωση η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να έχει καταλήξει σε ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις για την εθνική στρατηγική, τις απειλές, τους στόχους, τα διαθέσιμα κονδύλια και τα θέματα θητείας. Εξυπακούεται δε ότι πρέπει να έχει επιτευχθεί ένας ελάχιστος βαθμός πολιτικής συναίνεσης ώστε να αποφευχθεί η σύνηθης ανατροπή του σχεδιασμού της αναδιοργάνωσης ένεκα αλλαγής του κυβερνώντος κόμματος ή του Υπουργού Εθνικής Αμύνης ή ακόμη και της στρατιωτικής ηγεσίας.
Επανειλημμένες καλοπροαίρετες και κοπιαστικές προσπάθειες αναδιάρθρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια αλλά έχουν εκφυλιστεί μέσω πολιτικών, κομματικών, θρησκευτικών, τοπικών παρεμβάσεων, προσωπικών φιλοδοξιών και συντεχνιακής νοοτροπίας και των συνεπακόλουθων αλλαγών πλεύσεως. Κύριο χαρακτηριστικό των προσπαθειών αποτελεί η ασυνέχεια, η προχειρότητα και η νοοτροπία επιβολής της προσωπικής σφραγίδας της εκάστοτε πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας που διεκδικούν το «αλάθητο» και «σωτήριο» των επιλογών τους.
Η αναδιάρθρωση των Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να αποτελέσει μια συντονισμένη και μεθοδική προσπάθεια απαλλαγμένη από όλες τις παθογένειες του παρελθόντος και βασισμένη σε στέρεες προϋποθέσεις. Η προσπάθεια αυτή φυσικά δεν θα προέλθει από «παρθενογένεση» αλλά θα πρέπει να βασιστεί στις υπάρχουσες μελέτες, εμπειρίες και να αποτελέσει το επιστέγασμα ανάλογων προσπαθειών. Ο σχολιασμός των προτάσεων, η εμπλοκή και η μεταφορά της εμπειρίας απελθόντων Αρχηγών του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης (ΓΕΕΘΑ) και των Γενικών Επιτελείων (ΓΕ) της τελευταίας πενταετίας κρίνεται σκόπιμος καθόσον οι άνθρωποι αυτοί, κατά κανόνα, απαλλαγμένοι πιέσεων και φιλοδοξιών εξέλιξης δύναται να συνεισφέρουν εποικοδομητικά και χωρίς υστεροβουλίες. Εξυπακούεται ότι πολιτικές, κομματικές, θρησκευτικές, τοπικές, συντεχνιακές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες πρέπει να εξοβελιστούν με αμφίπλευρη και αποφασιστική δέσμευση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Συγχρόνως κάθε αναδιοργάνωση πρέπει να προβλέπει θεσμοθετημένες διαδικασίες περιοδικού ελέγχου της εφαρμογής, αξιολόγησης των αποτελεσμάτων και τρόπο λήψεως των διορθωτικών ενεργειών. Επιπρόσθετα, η αναδιοργάνωση πρέπει να αναζητήσει και καταγράψει τις ιδέες και προτάσεις όλων των στελεχών και ιδίως των μεσαίων βαθμίδων, τα οποία συνήθως απαλλαγμένα σκοπιμοτήτων, μακρύτερα συντεχνιακών αγκυλώσεων, βιώνοντας την καθημερινή πραγματικότητα και κυρίως με την ευρύτητα του νεανικού πνεύματος θα τολμήσουν να αρθρώσουν τις πραγματικά ρηξικέλευθες προτάσεις που επιβάλουν οι σημερινές και μελλοντικές ανάγκες. Η συνεξέταση της δομής και οργάνωσης των ενόπλων δυνάμεων άλλων χωρών, με παραπλήσια μεγέθη και ανησυχίες, σίγουρα θα απέδιδε χρήσιμα συμπεράσματα. Έχοντας εξετάσει την αναγκαιότητα αλλά και το περιβάλλον εντός του οποίου καλούμαστε να προχωρήσουμε σε μια ριζική αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας θα προσπαθήσω εν συνεχεία να περιγράψω ορισμένες προς εξέταση βασικές κατευθύνσεις για αυτήν την προσπάθεια.
Επιδιωκόμενος στόχος των ριζικών αλλαγών είναι η συγκρότηση ενός αμυντικού μηχανισμού που εκμεταλλευόμενος το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό και τους υπάρχοντες οικονομικούς πόρους θα εξασφαλίζει αποτελεσματικά την εθνική εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια της χώρας και του πληθυσμού. Εξυπακούεται ότι οι δραστηριότητες του αμυντικού μηχανισμού λαμβάνουν χώρα στο ασταθές διεθνές περιβάλλον όπου οι συμμαχίες, τα συμφέροντα και λοιποί παράγοντες επηρεάζουν τις ισορροπίες ισχύος άρα και την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των ενόπλων δυνάμεων. Αναφέρομαι γενικότερα σε αμυντικό μηχανισμό υπονοώντας ένα ευρύτερο σύνολο που περιλαμβάνει πλέον των ενεργών ενόπλων δυνάμεων και των δυνάμεων εθνοφυλακής όλους τους θεσμούς και όργανα χάραξης και εφαρμογής της αμυντικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής της διάστασης) αλλά και τις αμυντικές βιομηχανίες της χώρας. Διακρίνουμε δηλαδή την ανάγκη παρεμβάσεων σε επίπεδο αξιοποιήσεως προσωπικού, οργάνωσης των μονάδων των ενόπλων δυνάμεων και δομής διοικήσεων, προμήθειας και υποστήριξης των διαθέσιμων μέσων και λειτουργίας των θεσμικών οργάνων και διαδικασιών του ευρύτερου αμυντικού χώρου.
Θεμέλιος λίθος της αναδιάρθρωσης του χώρου της αμύνης είναι η κατάρτιση ενός πολιτικού κειμένου (συνήθως επικαλείται «Λευκή Βίβλος») όπου θα περιγράφεται σε αδρές γραμμές η αμυντική πολιτική σε βάθος ικανού χρόνου και θα συγκεντρώνει μια ευρύτερη κομματική αποδοχή (ευκταίο). Το κείμενο αυτό θα είναι σε συνάφεια με την εξωτερική πολιτική και δεσμεύσεις της χώρας, τις υπάρχουσες απειλές, τους δημογραφικούς παράγοντες και τις οικονομικές δυνατότητες χωρίς να αγνοεί και τις κοινωνικές ισορροπίες. Στο κείμενο αυτό αναφέρονται και αξιολογούνται οι υπάρχουσες κατά της χώρας απειλές και περιγράφονται οι στόχοι της πολιτικής της εθνικής άμυνας ενώ ζωγραφίζονται και οι τρόποι αντιδράσεως των ενόπλων δυνάμεων σε αχνές γραμμές. Πιθανόν επίσης να περιγραφούν και ενέργειες οι οποίες αυτόματα θα προκαλέσουν τη δική μας αντίδραση (επικαλούμενες «κόκκινες γραμμές»). Επιπλέον θα αναλύονται συνοπτικά οι επιμέρους πολιτικές στο θέματα της εθνικής αμυντικής πολιτικής.
Μείζον θέμα αποτελεί το είδος και η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας με τη στράτευση των γυναικών να αποτελεί ένα «ταμπού» που θα πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί ώστε αφενός να ενισχυθεί η επάνδρωση των μονάδων και αφετέρου αποκατασταθεί και η έννοια της ισότητας των δύο φύλλων. Πιθανόν να επιλεγεί θητεία «διαφορετικών ταχυτήτων» ως συνάρτηση του βαθμού δυσκολίας αλλά και των πραγματικών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων. Επιβάλλεται να επαναπροσδιοριστεί η αναλογία επαγγελματιών και κληρωτών στο σύνολο του στρατεύματος αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της γήρανσης (μη αντικατάστασης στην ουσία) των πρώτων. Αναμφισβήτητα η θητεία πρέπει να επανασχεδιαστεί ώστε αφενός να επιτρέπει την πλήρη (ή τουλάχιστον την επιχειρησιακά αποδεκτή) επάνδρωση του απαιτουμένου αριθμού των Μονάδων και αφετέρου να προάγει –σε όσο βαθμό είναι αυτό δυνατόν- την προσωπικότητα, γνώσεις και δεξιότητες των στρατευσίμων. Πρόνοια θα εξακολουθήσει να λαμβάνεται για τους αντιρρησίες συνειδήσεως σε συνδυασμό με τις διεθνείς υποχρεώσεις αλλά και τις επιταγές ισότητος του Συντάγματος μας. Η σημερινή πραγματικότητα μάλλον μας οδηγεί στην ανάγκη αύξησης της διάρκειας της θητείας.
Δυστυχώς και παρά τις κατά επανάληψη εξαγγελίες περί «παλλαϊκής άμυνας» ουδέποτε επιτεύχθηκε η ουσιαστική αξιοποίηση του θεσμού της εφεδρείας. Ο θεσμός της εφεδρείας με την κατάλληλη οργάνωση εμπεριέχει πολλαπλές δυνατότητες ενίσχυσης της ισχύος και ετοιμότητος των ενόπλων δυνάμεων αλλά και προσφοράς σε περίπτωση φυσικών καταστροφών και ασύμμετρων απειλών. Ευνομούμενα κράτη της Ευρώπης με παραπλήσιου μεγέθους πληθυσμό έχουν υποδειγματική οργάνωση των εφέδρων με εμπλοκή τους μέχρι και σε υψηλού κινδύνου πολεμικές αποστολές στο εξωτερικό (σκανδιναβικά κράτη, Ελβετία, Ισραήλ).
Σε επίπεδο θεσμικών λειτουργιών συχνά προβάλλεται η ανάγκη ύπαρξης ενός μονίμου και υψηλού επιπέδου και επαγγελματικής αναγνώρισης συμβουλευτικού οργάνου για θέματα αμύνης και εξωτερικής πολιτικής (όπως τα Συμβούλια Εθνικής Ασφαλείας άλλων χωρών). Ομολογουμένως το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) στερείται παραπλήσιου συμβουλευτικού οργάνου και καταφεύγει κατά περίπτωση σε μεμονωμένες κυβερνητικές υπηρεσίες πλημμελώς συνεργαζόμενες και περιορισμένης στόχευσης. Το έργο αυτό δεν δύναται να καλυφθεί από τις χαλαρά λειτουργούσες ομάδες κοινοβουλευτικού ελέγχου των τομέων Εξωτερικής και Άμυνας ή του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Αυτό έχει ως συνέπεια την αδυναμία ουσιαστικής κατάρτισης προτάσεων ολοκληρωμένης και μακροχρόνιας πολιτικής και συνεχούς υποστήριξης της. Απαιτείται λοιπόν η αναγκαία θεσμική ρύθμιση για την απόκτηση αυτής της δυνατότητος από ένα αναβαθμισμένο υπάρχον σήμερα όργανο ή δημιουργία ενός νέου. Σε κάθε περίπτωση η ξεκάθαρη περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων είναι αυτή που θα ενισχύσει το ρόλο και την ουσιαστική προσφορά αυτού του οργάνου.
Παράλληλα θα πρέπει να αναθεωρηθούν όλα τα θεσμικά κείμενα των εμπλεκομένων φορέων (συναρμόδιων Υπουργείων, Γενικών Επιτελείων, Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και λοιπόν κρατικών φορέων). Σκοπός της αναθεώρησης είναι η επικαιροποίηση, η απλοποίηση των διαδικασιών, η μείωση της πολυνομοθεσίας και αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ελαχιστοποίηση του χρόνου αντίδρασης, η ενίσχυση της πρωτοβουλίας, η οικονομία κλίμακος, ο περιορισμός των λειτουργικών δαπανών και η καταπολέμηση της ανευθυνότητος, της κακώς εννοούμενης «δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας» και της ανύπαρκτης και ουδέποτε καταλογιζόμενης «συλλογικής συστημικής ευθύνης». Η πρόβλεψη εξέτασης και έγκρισης από τη Βουλή (εμπλοκή της αρμόδιας επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας) διαφόρων σημαντικών θεμάτων εξασφαλίζει τη διαφάνεια και δύναται να επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις (πχ επιλογή Αρχηγών Γενικών Επιτελείων). Αντίθετα όμως πρέπει να υπάρχουν και οι ασφαλιστικές δικλείδες για επείγουσες περιπτώσεις καθώς και περιπτώσεων εξαιρετικής σημασίας αλλά και να διασφαλίζεται η αποφυγή του ολέθριου άκρατου κομματικού ανταγωνισμού. Θετική κρίνεται και η εξέταση όλων των διαδικασιών προμηθειών αλλά και της γενικότερης εκτέλεσης του αμυντικού προϋπολογισμού από τα αρμόδια και τα θεσμικά καθορισμένα όργανα με δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και με αυστηρά προκαθορισμένες διαδικασίες.
Ερχόμαστε τώρα στον πυρήνα της αναδιάρθρωσης των ενόπλων δυνάμεων. Ο ρεαλιστικός προσδιορισμός της οροφής των ενόπλων δυνάμεων (βάση απειλών, εθνικών συμφερόντων, έμψυχων κα άψυχων πόρων αλλά και δυνατοτήτων υποστήριξης) σε προσωπικό και μέσα αποτελεί βασικότατο στοιχείο της αναδιάρθρωσης. Οι αριθμοί που θα προκύψουν σε συνδυασμό και με τις επιχειρησιακές και τακτικές ανάγκες και πάντα σε συναρτήσει με τις απειλές, θα οδηγήσουν στην αντίστοιχη διαμόρφωση και ανασυγκρότηση των μονάδων και τμημάτων όλων των κλάδων και στον επανακαθορισμό των δομών διοικήσεων. Η ορθή δομή διοικήσεως αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος και εξασφαλίζει την άμεση, ανάλογη και αποτελεσματική αντίδραση σε κάθε είδους απειλή.
Η απλοποιημένη και κάθετη διοίκηση εκτιμάται ως η πλέον κατάλληλη για τις αμυντικές μας ανάγκες με προσπάθεια μείωσης των ενδιάμεσων επιπέδων. Άρα επιβάλλεται να διατηρηθεί και ενισχυθεί η δομή της πλήρους και κάθετης επιχειρησιακής διοικήσεως. Για μία αποτελεσματική δομή διοικήσεως απαιτείται τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν 3883/2010 και εν συνεχεία και του Διακλαδικού Δόγματος, κατά τρόπο ο οποίος να παρέχει στον Α/ΓΕΕΘΑ την Πλήρη Διοίκηση του συνόλου των Ενόπλων Δυνάμεων εκχωρώντας από τον καιρό της ειρήνης στους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων των Κλάδων την Διοικητική Διοίκηση των Κλάδου τους, καθώς και τον Επιχειρησιακή Έλεγχο των σχηματισμών υποστήριξης Διοικητικής Μερίμνης.
Στο επίπεδο του ΓΕΕΘΑ επιβάλλεται να εξεταστεί ο διαχωρισμός των στρατηγικών και επιχειρησιακών καθηκόντων με τη θεσμοθέτηση ενός διακλαδικού επιχειρησιακού επιτελείου ως μοναδικού υπεύθυνου για την εκτέλεση των επιχειρήσεων στο ευρύτερο θέατρο επιχειρήσεων. O Α/ΓΕΕΘΑ, υποβοηθούμενος από το κατάλληλα αναδιοργανωμένο επιτελείο του και άμεσους συμβούλους τους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων (μέσω του Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων-ΣΑΓΕ), να εστιασθεί στα σημαντικά στρατηγικά του καθήκοντα. Το Διακλαδικό Επιτελείο του Α/ΓΕΕΘΑ, χωρισμένο σε 6 κλάδους (Επιχειρήσεων, Προσωπικού, Υποστήριξης, Οργάνωσης και Αμυντικής Πολιτικής, Στρατηγικών Πληροφοριών και Μετεξέλιξης) θα παράγει στρατιωτική στρατηγική σχεδίαση, σκέψη, κατευθύνσεις, συντονισμό και έλεγχο στους προαναφερθέντες τομείς εξασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία των κλάδων.
Το διακλαδικό επιχειρησιακό στρατηγείο, υπαγόμενο απ’ ευθείας στον Α/ΓΕΕΘΑ, θα σχεδιάζει και θα διεξάγει επιχειρήσεις σε ολόκληρο το ενιαίο θέατρο επιχειρήσεων σε καιρό ειρήνης, κρίσεως και πολέμου. Επιπλέον θα είναι υπεύθυνο και για την παρακολούθηση των εκτός Ελλάδος και σε διεθνείς αποστολές αναπτυγμένων δυνάμεων. Στο Διοικητή του διακλαδικού επιχειρησιακού στρατηγείου, ο Α/ΓΕΕΘΑ θα εκχωρήσει την Επιχειρησιακή Διοίκηση των Μειζόνων Διοικήσεων (Δ’ Σώμα Στρατού, Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Επικρατείας Νήσων, Αρχηγείο Στόλου, Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας, Διοίκηση Εσωτερικού, Διοίκηση Στρατηγικών Εφεδρειών). Η στελέχωση του εν λόγω στρατηγείου, αποτελούμενου από 2 κλάδους (Επιχειρήσεων – Πληροφοριών και Προσωπικού-Υποστήριξης), θα προέλθει από το προσωπικό που θα αποδεσμευθεί (μετά από κατάλληλη αναπροσαρμογή σύμφωνα με τα νέα καθήκοντα), από τα τρέχοντα επιτελεία ΓΕΕΘΑ, ΓΕΣ, ΓΕΝ, ΓΕΑ. Θα απαιτηθεί συγχρόνως να επανακαθοριστεί ο ρόλος των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων ως απλών «παρόχων δυνάμεων» (force providers) και εκτός της επιχειρησιακής αλυσίδας διοικήσεως αλλά με τη σημαντικότατη αποστολή της κατάλληλης προς πόλεμο προετοιμασίας (σε κάθε επίπεδο και τομέα) των δυνάμεων τους.
Μετά τον αποκλειστικό προσανατολισμό του επιτελείου του Α/ΓΕΕΘΑ σε στρατηγικό επίπεδο, το επιτελείο του ΥΕΘΑ δυνατόν να περιορισθεί ή και τμήμα του να συγχωνευθεί με το επιτελείο ΓΕΕΘΑ, προς αποφυγή πολλαπλασιασμού της προσπάθειας, πιθανών συγχύσεων και εξοικονομήσεως πόρων και προσωπικού. Το επιτελείο του ΥΕΘΑ δυνατόν να αποτελείται από κατάλληλο προσωπικό συμβούλων επί θεμάτων κυρίως υψηλής στρατηγικής. Παράλληλο ανάλογο συμβουλευτικό ρόλο προς τον ΥΕΘΑ δυνατόν να παρέχουν οι γραμματείες του Συμβουλίου Αμύνης (ΣΑΜ) και ΚΥΣΕΑ.
Παράλληλα θα πρέπει να διασφαλιστεί και η ορθολογιστική συγκρότηση και ο ορθός καταμερισμός των αποστολών μεταξύ των Μειζόνων Διοικήσεων (Σώματα Στρατού και ισοδύναμα σε ΠΝ και ΠΑ) ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση και η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων. Παρακάτω παρατίθενται ορισμένες ιδέες προς εξέταση χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μας ότι τη σημερινή περίοδο ακόμη και το κόστος μεταστάθμευσης πιθανόν να είναι δυσβάστακτο. Η Ι Στρατιά ίσως πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια Διοίκηση επιπέδου Σώματος Στρατού και να αναλάβει την ασφάλεια του εσωτερικού χερσαίου χώρου με εξαίρεση την περιοχή ευθύνης του Δ’ Σώματος Στρατού. Παράλληλα το Γ’ Σώμα Στρατού θα πρέπει να αφοσιωθεί σε διεθνή καθήκοντα και αποστολές (ΝΑΤΟ-ΕΕ) απαλλασσόμενο από εθνικά σχέδια και υποχρεώσεις. Η συγκεντρωτική διοίκηση των στρατηγικών εφεδρειών είναι απαραίτητη όπως και ο προσανατολισμός τους στα θέατρα επιχειρήσεων που κατά προτεραιότητα θα δράσουν και εγγύς των μέσων-δρομολογίων μεταφοράς τους. Η εγγύτητα μιας τουλάχιστον Μονάδος Πεζοναυτών με τα πλοία αμφιβίων επιχειρήσεων του ΠΝ είναι απαραίτητη όπως και μιας αερομεταφερόμενης Μονάδος με τα (περισσότερο ευέλικτα είναι η αλήθεια) ελικόπτερα. Στο χώρο του στόλου πρέπει να προχωρήσει η από του καιρού της ειρήνης επιχειρησιακή αναβάθμιση του ναυστάθμου Κρήτης με το μόνιμο ελλιμενισμό περισσοτέρων πολεμικών σκαφών. Ίσως δε πρέπει να εξεταστεί η γενικότερη αναβάθμιση και χρήση της Κρήτης ως βάσης υποστήριξης-επιχειρήσεων για κάλυψη του ευρύτερου ελλαδικού χώρου. Μονάδες «φαντάσματα» του ηπειρωτικού χώρου πρέπει να καταργηθούν καθόσον επί της ουσίας δε δύνανται να εκτελέσουν τις αμφιλεγόμενες αποστολές δικαιολόγησης της ύπαρξης τους. Η ασφάλεια των συνόρων πρέπει να αποτελέσει αποστολή μιας συνοριοφυλακής, (όπως αναφέρεται και παρακάτω) θεσμικά συγκροτημένης, κατάλληλα εξοπλισμένης, στελεχωμένης και εκπαιδευμένης και με δυνατότητα ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων σε επιχειρήσεις εντός κατοικημένων τόπων. Τελικό επιστέγασμα είναι η διατήρηση αριθμού πραγματικών ενεργών μονάδων που θα δικαιολογούν το χαρακτηρισμό και την αποτελεσματικότητα τους σε αναλογία με την απειλή, το επιζητούμενο μέγεθος της αποτρεπτικής ικανότητος και το ρεαλιστικό και υποστηριζόμενο κόστος της όλης προσπάθειας. Όλα τα υπόλοιπα κινούνται στο χώρο του μη υλοποιήσιμου με τον κίνδυνο της διασπάθισης των προσπαθειών και των διαθέσιμων ανεπαρκών πόρων.
Το θέμα της διακλαδικότητος έχει απασχολήσει επί εικοσαετία τον χώρο της άμυνας χωρίς όμως να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα κυρίως στο χώρο της διακλαδικής υποστήριξης και προμηθειών. Η διακλαδικότητα πρέπει να επιδιωχθεί από τα κατώτερα επίπεδα μέσω της συνεκπαίδευσης, της συνεργασίας και της δημιουργίας των κατάλληλων οργάνων (επιχειρήσεων και υποστήριξης) όπου αυτά χρειάζονται. Ο ιδανικός χώρος για την υλοποίηση των αποφασιστικών βημάτων της διακλαδικότητος είναι ο χώρος της διοικητικής μέριμνας των Ενόπλων Δυνάμεων. Στο χώρο της υποστήριξης υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες υλοποίησης της αρχής των «οικονομιών κλίμακος». Πιθανόν η εμπέδωση της διακλαδικότητος στα θέματα της υποστήριξης να επιτρέψει την εν συνεχεία διάχυση της και στα επιχειρησιακά κλιμάκια επιφέροντας περισσότερα αποφασιστικά αποτελέσματα από πολυδιαφημιζόμενα «διακλαδικά» στρατηγεία. Μάλιστα σε θέματα προμήθειας και συντήρησης διαφόρων μέσων (πχ οχήματα γενικής χρήσεως) η διακλαδικότητα (με τη μορφή της κοινής προμήθειας, υποστήριξης, συντήρησης, εκπαίδευσης κλπ) πρέπει να διευρυνθεί και σε άλλους τομείς του Δημοσίου.
Ειδικότερα τα θέματα προσωπικού πρέπει να αποτελέσουν την κορωνίδα των προσπαθειών μας καθόσον η υπεροχή του έμψυχου υλικού μας αποτελεί το βασικό πολλαπλασιαστή της ισχύος μας. Θέματα σταδιοδρομίας, εξέλιξης, υπηρεσιακών σχέσεων, αξιολόγησης και αξιοκρατίας επηρεάζουν τα μέγιστα την απόδοση του προσωπικού. Ο συνδυασμός μιας κακώς εννοούμενης συντεχνιακής νοοτροπίας αποφυγής συγκρούσεων και η έλλειψη και απροθυμία εφαρμογής προκαθορισμένων διαδικασιών ελέγχου, δοκιμασιών και αξιολογήσεων οδηγεί σε αναξιοκρατικές επιλογές και στη μη ορθή αξιοποίηση του προσωπικού. Ομοίως η συνολική στρατιωτική εκπαίδευση των στελεχών χρήζει συνολικής αναδιαμόρφωσης από το κατώτερο (βασική στρατιωτική εκπαίδευση) μέχρι το ανώτατο επίπεδο (Ανωτάτη Σχολή Εθνικής Αμύνης και απόκτηση πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών) βάσει προκαθορισμένων και σπονδυλωτών ανά κλιμάκιο-επίπεδο στοχεύσεων. Η εκπαίδευση, κινούμενη παράλληλα με τη συνεχή αξιολόγηση και την ύπαρξη συχνών κόμβων επιλογής κατεύθυνσης σταδιοδρομίας θα εξασφαλίζουν την αξιοποίηση αλλά και εξέλιξη του κάθε στελέχους ανάλογα με τις ικανότητες του και τις ανάγκες της υπηρεσίας εξασφαλίζοντας την εξειδίκευση και την τοποθέτηση του κατάλληλου ανθρώπου στην κατάλληλη θέση. Με τον τρόπο αυτό θα περιοριστούν και τα φαινόμενα εξωθεσμικών αλλά και εσωτερικών συντεχνιακών παρεμβάσεων στην εξέλιξη των στελεχών με θετικά αποτελέσματα στο τομέα του ηθικού του προσωπικού και της εξέλιξης των αρίστων. Ομοίως θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της αναγκαστικής ή μη, πρόωρης απομάκρυνσης (αποστρατείας) του μονίμου προσωπικού σε αποδοτικές ηλικίες μη προσφερόμενες όμως για συνθήκες εκστρατείας.
Η διαρκώς αυξανόμενη απειλή αντιμετωπίσεως ασύμμετρων απειλών ειδικά στο εσωτερικό της χώρας επιβάλλουν τη συγκρότηση κατάλληλης κρατικής υποδομής αντιμετώπισης τους με παράλληλη τη δυνατότητα χειρισμού καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και φυσικών καταστροφών. Οι ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν σε μεγάλο βαθμό την υποδομή και ικανότητες αλλά θα πρέπει να διαμορφωθεί και το ανάλογο νομοθετικό πλαίσιο και να εξασφαλισθεί η αρμονική συνεργασία-υπαγωγή όλων των κρατικών φορέων με την ανά περίπτωση εμπλοκή, καθοδήγηση και επίβλεψη του πλέον εξειδικευμένου και έχοντος τις ικανότητες οργάνου. Ως παράδειγμα αναφέρεται η απειλή της κυβερνοεπίθεσης κατά ζωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών της χώρας (μη αναγκαία στρατιωτικών). Η αντιμετώπιση της απειλής του κυβερνοπολέμου προϋποθέτει την ενιαία κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού υπό την καθοδήγηση ενός κεντρικού φορέα.
Επανερχόμενοι όμως στο θέμα της αντιμετωπίσεως ασύμμετρων απειλών που εκτιμάται ότι δύναται να αποσταθεροποιήσουν το εσωτερικό της χώρας (σε συνδυασμό ή μη με εξωτερική απειλή), προβάλει το ερώτημα (παγκοσμίως) της εμπλοκής των Ενόπλων Δυνάμεων και ενίσχυσης των Σωμάτων Ασφαλείας. Η εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων σε περίπτωση φυσικών καταστροφών έχει επαρκώς θεσμοθετηθεί και επιζητείται εναγωνίως ως η «φθηνή» λύση που παράγει και αποτελέσματα εντυπωσιασμού για τους ανησυχούντες πολιτικούς. Ευτυχώς η εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ενίσχυσε ορισμένες διαδικασίες για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών και τη συνεργασία Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας. Ο πολιτικός κόσμος, υπό τα φαντάσματα του παρελθόντος, αρνείται να αντιμετωπίσει το υπαρκτό πρόβλημα της απευκταίας αλλά πιθανόν απαραίτητης πιο ενεργής εμπλοκής των Ενόπλων Δυνάμεων σε θέματα εσωτερικής ασφαλείας. Η εμπειρία άλλων -εξίσου δημοκρατικών χωρών όπως η Γαλλία- έχει αποδείξει την ανάγκη περιορισμένης στρατιωτικής εμπλοκής σε θέματα αντιμετώπισης τρομοκρατίας. Αμφότερες οι ηγεσίες, πολιτική και στρατιωτική και για διαφορετικούς λόγους, εξορκίζουν μια τέτοια πιθανότητα. Επειδή όμως με τους εξορκισμούς και τις ad-hoc λύσεις δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα καλό θα είναι να υπάρξει μια συναινετική εξεύρεση νομοθετικής λύσεως στα δημοκρατικά πλαίσια μιας ευνομούμενης κοινωνίας. Αναφέρομαι δηλαδή στη νομοθετική κατοχύρωση των αναγκαίων προϋποθέσεων και συνθηκών για την εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων και ενίσχυση των Σωμάτων Ασφαλείας όταν το μέγεθος και η φύση των απειλών δεν είναι αντιμετωπίσιμες από τα τελευταία. Συγχρόνως όμως πρέπει να υπάρχει ανάλογη και εκ μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων σχεδίαση και προετοιμασία εμπλοκής-ενίσχυσης με προεπιλεγμένες μονάδες και για συγκεκριμένες αποστολές. Σημείο ιδιαίτερης προσοχής είναι η προσήλωση των Ενόπλων Δυνάμεων στη βασική αποστολή της εξασφάλισης της άμυνας της χώρας καθόσον οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή ενέχει τον κίνδυνο μείωσης της αποτελεσματικότητος εκτέλεσης της. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη και η ανεπαρκής επιτήρηση των συνόρων (σε περιοχές που τα θεσμικά μας κείμενα δεν προβλέπουν στρατιωτική απειλή) από ανεπαρκώς εκπαιδευμένα, στελεχωμένα, εξοπλισμένα και θεσμικά «ακατάλληλα» τμήματα δεν αποτελεί την ενδεδειγμένη λύση. Ίσως η θέσπιση μιας πραγματικής συνοριοφυλακής θα πρέπει να εξεταστεί όπως και η πλήρης ανάληψη του ελέγχου επιτήρησης των θαλασσίων κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από ένα αναβαθμισμένο Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή.

Η ανάπτυξη μιας βιώσιμης πολεμικής βιομηχανίας ικανής να υποστηρίζει τις βασικές ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων αλλά και να διαθέτει εξαγωγικό προσανατολισμό είναι απαραίτητη. Προϋπόθεση είναι η επανασχεδίαση της συνολικής διαδικασίας προμηθειών, η κάλυψη των υφισταμένων νομοθετικών κενών με παράλληλη απλούστευση των διαδικασιών και η μεταφορά τεχνολογίας με την υιοθέτηση προγραμμάτων συμπαραγωγής πολεμικού υλικού ή συμμετοχής σε πολυεθνικά προγράμματα. Απαιτείται να ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κανονισμών που αφορούν τις αμυντικές βιομηχανίες και τις προμήθειες αμυντικού υλικού στο εθνικό δίκαιο (με την πρόβλεψη των εθνικών εξαιρέσεων όπου υφίσταται αυτή η δυνατότητα και είναι επωφελής για την ελληνική αμυντική βιομηχανία) και η εναρμόνιση των εθνικών διαδικασιών με την έκδοση και εφαρμογή των κατά περίπτωση νομοθετικών διατάξεων και Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων ώστε να εξασφαλιστεί η έγκαιρη υλοποίηση των προγραμμάτων και η αποφυγή καθυστερήσεων. Η κάλυψη των αναγκών σε μέσα πρέπει να σχεδιάζεται σε οικονομίες κλίμακος λαμβάνοντας υπόψη τις παραπλήσιες ανάγκες του ευρύτερου δημοσίου τομέα αλλά και ιδιωτικές απαιτήσεις όπου αυτό είναι δυνατόν. Επιβάλλεται επίσης η ενίσχυση της εγχώριας επιχειρηματικότητας με την κατάλληλο εκμετάλλευση των κοινοτικών οδηγιών και η συνεργασία με ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και φορείς. Εξυπακούεται ότι απαιτείται και η ανάληψη λελογισμένου επιχειρηματικού και ερευνητικού ρίσκου. Ειδικά η αναζήτηση τεχνολογικών καινοτομιών και η στροφή σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας που συνήθως δεν προϋποθέτουν υψηλής αξίας βιομηχανική υποδομή πρέπει να αποτελεί στόχο. Έχει διαχρονικά αποδειχθεί ότι η συμμετοχή μας σε πολυεθνικά προγράμματα ανάπτυξης, συμπαραγωγής και υποστήριξης με άλλες συμμαχικές και μη χώρες είναι επιχειρησιακά αποτελεσματική και οικονομικά επωφελής σε βάθος χρόνου και πρέπει να επιδιωχθεί ανάλογη στόχευση. Φυσικά θα απαιτηθεί και η αναβάθμιση (κατάλληλο προσωπικό, μέσα, διαδικασίες) του κεντρικού φορέα (Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών-ΓΔΑΕ) που είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση, σχεδίαση, υλοποίηση και υποστήριξη των αμυντικών προμηθειών και για το συντονισμό της εθνικής βιομηχανίας.

Καθόσον όμως η ιστορία αποδεικνύει ότι η επικράτηση στο πεδίο της μάχης δεν συνδέεται, ως επί το πλείστον με τη μαζική διάθεση καινοτόμων προϊόντων, αλλά περισσότερο με την καινοτόμο χρήση των, επιβάλλεται η τακτική πρωτοποριακή σκέψη και το επαναστατικό στρατιωτικό πνεύμα. Αμφότερα αποτελούν αποτέλεσμα μιας συνεχώς σε εγρήγορση στρατιωτικής σκέψης και πειραματισμού στο πεδίο των ασκήσεων. Αναφερόμενοι στο τομέα των ασκήσεων πρέπει να επισημάνουμε την ανάγκη αφενός χρήσεως σύγχρονων εξομοιωτών εκπαιδεύσεως στο μέγιστο βαθμό παράλληλα με τη ρεαλιστική εκπαίδευση (δυστυχώς κοστοβόρα αλλά και πολλάκις αιματηρή) στο πεδίο των ασκήσεων. Η απόκτηση όμως άρτιας στρατιωτικής προετοιμασίας νομοτελειακά και παρά τη λήψη μέτρων αποφυγής, συνεπάγεται και την αποδοχή δυσάρεστων συμβάντων. Η δογματική υιοθέτηση θεωριών περί «μηδενικών απωλειών» σε περίοδο ειρήνης εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε αδρανοποίηση της εκπαίδευσης σε κλειστές και ασφαλείς αίθουσες διδασκαλίας.
Εκτιμούμε ότι η υιοθέτηση των προαναφερθέντων προτάσεων θα επιφέρει μια κοσμογονία στο χώρο των ενόπλων δυνάμεων αντιμετωπίζοντας όμως τις αντιδράσεις του πελατειακού κομματικού συστήματος, των οργανωμένων συμφερόντων αλλά και μιας αδρανειακής νοοτροπίας και «αντιδραστικής» συμπεριφοράς μέρους των στελεχών. Η πλειονότητα των προτάσεων έχει αναπτυχθεί στο παρελθόν από αξιόλογους μελετητές ενώ υφίσταται και το κατάλληλο και έμπειρο προσωπικό για το λεπτομερή σχεδιασμό και υλοποίηση των. Απομένει η βούληση (κυρίως πολιτική) για την υλοποίηση ενός πραγματικά «επαναστατικού» προγράμματος και την εφαρμογή του άνευ αποκλίσεων. Ο σχεδιασμός, νομοθέτηση και εφαρμογή όλων αυτών των μέτρων θα απαιτήσουν τον προσεκτικό συντονισμό αριθμού προπαρασκευαστικών ομάδων υπό κεντρική καθοδήγηση και έλεγχο. Συγχρόνως θα πρέπει να εξασφαλίζεται και η τήρηση των συνταγματικών υποχρεώσεων, ο πολιτικός (κοινοβουλευτικός) έλεγχος και έγκριση των προτάσεων και η τελική εναρμόνιση των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων με τις προτεινόμενες αλλαγές. Η μέγιστη δυσκολία του εγχειρήματος ευρίσκεται στην ορθό συντονισμό των προτάσεων μέσω πολυεπίπεδων και παράλληλων ενεργειών και εργασιών διαφόρων ομάδων και έπεται η επίπονη σταδιακή εφαρμογή των διαδικασιών υλοποίησης τους σε όλα τα επίπεδα. Η πολιτική ηγεσία πρέπει να εξασφαλίσει την πολιτική καθοδήγηση και κοινοβουλευτική έγκριση σε αγαστή συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις. Μέσω μιας συνεχούς και έγκαιρης ανατροφοδότησης όλων των πλευρών πρέπει να αποφεύγονται άσκοπες καθυστερήσεις, παλινδρομήσεις και τυχόν εκτροχιασμοί από την επιδιωκόμενη πορεία. Συγχρόνως, η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, μακράν συντεχνιακών νοοτροπιών και προσωπικών επιδιώξεων, πρέπει με επαγγελματικό τρόπο να υιοθετήσει ρηξικέλευθες προσεγγίσεις και τομές στα φλέγοντα θέματα. Μόνο όμως ο ειλικρινής διάλογος, η ανταλλαγή απόψεων αμφοτέρων των πλευρών (πολιτικής, στρατιωτικής), η αλληλοκατανόηση και ο σεβασμός της αποστολής και εξειδίκευσης εκάστου εγγυώνται την πιθανή επιτυχία του εγχειρήματος. Επιβάλλεται ο αμυντικός επανασχεδιασμός να προέλθει κατόπιν μιας ώριμης απόφασης και κοπιώδους συνεργατικής προσπάθειας και όχι κατόπιν μιας εθνικής αποτυχίας ή χειρότερα συντριβής όπως πολλάκις συνέβηκε στο παρελθόν.
Μόνο με την υλοποίηση των παραπάνω σκέψεων ευελπιστούμε να προχωρήσουμε σε μια ουσιαστική και αποτελεσματική αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αναδιοργάνωση αυτή αποτελεί μια αναγκαιότητα την οποία οφείλουμε στον ελληνικό λαό ο οποίος αγόγγυστα μας εμπιστεύεται τις οικονομίες του αλλά κυρίως τα παιδιά του. Οι αντίξοες συνθήκες δεν πρέπει να αποτελούν τροχοπέδη σε μια ριζική αλλαγή αλλά αντίθετα τον επιταχυντή για μια εκ βάθρων αναδιοργάνωση δομών αλλά και νοοτροπίας. Ας μη ξεχνάμε ότι διαχρονικά οι επιτυχημένες αλλαγές δομών υποδαυλίζονται από τις επιτακτικές ανάγκες σε περιβάλλον έντονων απειλών. Πιθανόν να έχουμε ήδη καθυστερήσει αλλά πρέπει να δράσουμε επιτέλους συντονισμένα και με μακροπρόθεσμε προοπτική. Άλλως, θα συνεχίσουμε να διαθέτουμε Αρχηγούς Γενικών Επιτελείων με χρονικό ορίζοντα θητείας κληρωτού οπλίτου και να εξαγγέλλουμε μειώσεις του αριθμού των ανωτάτων αξιωματικών συγκροτώντας νέες διευθύνσεις και επιτροπές ανωτάτων για να εξετάζουν διαρκώς το βέλτιστο τρόπο ενέργειας μείωσης του αριθμού τους! Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε ότι την τελευταία πενταετία (μετά από μια πρόσκαιρη μικρή πτώση), οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας εξακολουθούν και με συντριπτική διαφορά, να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού μεταξύ όλων των θεσμών της πολιτείας. Την εμπιστοσύνη αυτή των συμπολιτών μας πρέπει να διαφυλάξουμε και τιμήσουμε ειδικά σε μια περίοδο εσωτερικής ανησυχίας και εξωτερικής αστάθειας.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Υποστράτηγος (εα)
• Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
• Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
• Μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
• Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)
• Διαλέκτης στη ΣΕΘΑ
• 0030-210-6543131, 0030-6983457318
• rafaelmarippo@yahoo.gr