Το σύστημα διοίκησης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Του Γεωργίου Ράγκου

Το σύστημα διοίκησης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων

Σκοπός της παρούσης διατριβής, είναι η εξέταση του συστήματος
διοίκησης και ελέγχου των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων (ΕΔ), και ειδικότερα
της θέσης, των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του Α/ΓΕΕΘΑ, μέσα σε αυτό.

Νομικό πλαίσιο

Τα βασικά νομικά κείμενα τα οποία διέπουν το σύστημα διοίκησης και
ελέγχου των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων είναι το Σύνταγμα της χώρας, και
ο Ν 2292/95 (ΦΕΚ Α’35) όπως τροποποιήθηκε με τους Ν 2984/2002 (ΦΕΚ
Α’15), Ν 2913/2001 (ΦΕΚ Α’102), Ν 3883/2010 (ΦΕΚ Α’167).

Επιπλέον, θέματα της διοίκησης των ΕΔ έχουν ρυθμιστεί μέσω
διατάξεων των Ν 3257/04 (ΦΕΚ Α’143), Ν 3442/06 (Α’40), Ν 3648/08 (Α’38),
ΠΔ 63/2005 Α’98 (άρθρο 18) και ΠΥΣ 21/19-7-12, διατάξεις κάποιες εκ των
οποίων έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί με μεταγενέστερους νόμους, όπως
ο 3883/2010. Ας εξετάσουμε εν συντομία τις προβλέψεις του προεκτεθέντος
νομοθετικού πλαισίου, πριν προχωρήσουμε στην διατύπωση σκέψεων και
προβληματισμών επί του όλου πλέγματος νομικών κειμένων και
προβλέψεων.

Σύμφωνα λοιπόν με το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 45), αρχηγός των ΕΔ
είναι ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ), ο οποίος απονέμει και
τους βαθμούς σε όσους υπηρετούν σε αυτές. Επίσης, το ίδιο άρθρο ορίζει ότι
την διοίκηση των ΕΔ ασκεί η κυβέρνηση, όπως νόμος ορίζει.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος στον οποίο παραπέμπει το
Σύνταγμα είναι ο προαναφερθείς 2292/95 (ΦΕΚ Α’35). Σε αυτόν ορίζονται οι
αρμοδιότητες της κυβέρνησης επί των ΕΔ, καθώς και τα όργανα μέσω των
οποίων ασκούνται αυτές και επιτυγχάνεται ο έλεγχος και η διοίκησή τους.
Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι:
Η ευθύνη για την άμυνα της χώρας ανήκει στην κυβέρνηση.

Ασκεί την διοίκηση των ΕΔ μέσω του Υπουργού Εθνικής Άμυνας
(ΥΕΘΑ), ο οποίος δρα στα πλαίσια του νόμου και των αποφάσεων του
Υπουργικού Συμβουλίου και του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και
Άμυνας.

Το ΚΥΣΕΑ ορίζεται ως το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων σε
ζητήματα που αφορούν την Εθνική Άμυνα της χώρας.

Γενικά προβλέπονται πληθώρα οργάνων και ρυθμίζονται οι
αρμοδιότητές τους ως εξής:

Συμβούλιο Άμυνας – ΣΑΜ,

Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων – ΣΑΓΕ,

Επιτελείο του ΥΕΘΑ – ΕΠΥΕΘΑ με τρεις γενικές διευθύνσεις
(ΓΔΠΕΑΔΣ – ΓΔΟΣΥ – ΓΔΑΕΕ) και πληθώρα άλλων διοικητικών δομών
(Στρατιωτικά Γραφεία ΥΕΘΑ/ΑΝΥΕΘΑ/ΥΦΕΘΑ, Μονάδα Υποστήριξης του
ΕΠΥΕΘΑ – ΜΥΠΕΘΑ)

Μονάδα Διαχείρισης Κρίσεων

Ανώτατα Συμβούλια των 3 κλάδων Ολομέλειας, Βασικής και
Περιορισμένης συνθέσεως [αναλόγως του αριθμού των συμμετεχόντων
ανωτάτων (αντιστρατήγων, -ναυάρχων, -πτεράρχων ή υπό-όταν εκτελούν
καθήκοντα αντι-) αξιωματικών του κλάδου].
Συμπεράσματα σε πολιτικό επίπεδο

Με βάση λοιπόν την παράθεση του νομικού πλαισίου, τα πρώτα κύρια
συμπέρασματα, τα οποία εξάγονται άμεσα και αβίαστα είναι τα εξής:
Αποσπασματική αντιμετώπιση του θέματος της διοίκησης και του
ελέγχου των ΕΔ, είτε σε πόλεμο είτε σε καιρό ειρήνης. Πράγματι, ο βασικός
νόμος [2292/95 (ΦΕΚ Α’35)] τροποποιήθηκε, όπως καταδείχθηκε μέσω της
ανωτέρω παρατεθείσας νομοθεσίας 6 φορές μέσα σε 19 χρόνια με διατάξεις
που ψηφιζόντουσαν με άλλα νομοσχέδια που κατέθετε το ΥΠΕΘΑ, αλλά και
μέσω άλλων νομοθετικών κειμένων, ήτοι πράξεων που θεσπίζουν κανόνες
δικαίου) πχ το ΠΔ 63/2005 Α’98 (άρθρο 18) το οποίο ρυθμίζει την σύνθεση,
αρμοδιότητες και λειτουργία του ΚΥΣΕΑ ή η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου
(ΠΥΣ 21/19-7-12) με την οποία ρυθμίζεται το δικαίωμα ψήφου του Α/ΓΕΕΘΑ
κατά την συμμετοχή του στο ΚΥΣΕΑ. Αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης,
είναι η πρόκληση σοβαρής αποδιοργάνωσης στην λειτουργία των ΕΔ, αφού η
συνεχής μεταβολή των αρμοδιοτήτων οδηγούσε σε φαινόμενα αδυναμίας
λήψης αποφάσεων εντός των χρονικών πλαισίων που απαιτούντο, είτε λόγω
άγνοιας των αρμόδιων επιτελικών οργάνων σχετικά με το ποιος δικαιούται να
λάβει μια απόφαση και να εκδώσει μια διαταγή είτε λόγω αποκλεισμού των
στρατιωτικών από την λήψη αποφάσεων. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι αυτή
ακριβώς η ρύθμιση του θέματος της ψήφου του Α/ΓΕΕΘΑ στο ΚΥΣΕΑ με μια
απλή Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Δείγμα το οποίο πραγματικά είναι
χαρακτηριστικό των αγκυλώσεων γενικότερα της πολιτειακής λειτουργίας του
ελληνικού κράτους, αφού το ύψιστης σημασίας θέμα του εάν και κατά πόσον
ο Α/ΓΕΕΘΑ θα έχει δικαίωμα ψήφου στο ύψιστο πολιτειακό/πολιτικό όργανο,
το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει για ειρήνη ή πόλεμο μέσα στα πλαίσια της
ελληνικής συνταγματικής τάξης, ρυθμίστηκε τελικά με μια Πράξη Υπουργικού
Συμβουλίου. Δηλαδή, πέραν του αυτονόητου, ότι ο ουσιαστικός αρχηγός των
ΕΔ, αυτός ο οποίος θα κληθεί να διαχειριστεί επί του πρακτέου την τύχη της
χώρας, και να διαχειριστεί τους πόρους οι οποίοι θα τεθούν στην διάθεσή του,
από την ολοκληρωτική κινητοποίηση πολιτικού και στρατιωτικού τομέα, δεν

είναι ποτέ δυνατόν να συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου, επιπλέον απέκτησε
το δικαίωμα αυτό, όχι κατόπιν ξεκάθαρης νομοθετικής πρόβλεψης με τυπικό
νόμο του ελληνικού κράτους, αλλά κατόπιν μιας υποδεέστερης νομοθετικής
πράξης, την οποία αποτελεί η ΠΥΣ, έστω και αν αυτή παράγει κανόνα
δικαίου. Από την προσωπική πρωτοβουλία και μόνο, ενός πρωθυπουργού,
μαζί βέβαια και του Υπουργικού του Συμβουλίου, και όχι από την διαπίστωση
συνολικά του πολιτικού/πολιτειακού συστήματος του ελληνικού κράτους, περί
της ανάγκης να ψηφίζει ο Α/ΓΕΕΘΑ στα πλαίσια των συνεδριάσεων του
ΚΥΣΕΑ. Τέλος, ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό θέμα, αυτό της θητείας των
αρχηγών, ενώ αρχικά είχε ρυθμισθεί με αρκετά καλό τρόπο, δηλαδή
προβλεπόταν διετής θητεία με δυνατότητα παράτασης για ένα χρόνο, εντελώς
αψυχολόγητα η σχετική πρόβλεψη του εδαφίου β’ της παρ 2 του νόμου,
καταργήθηκε με τον Ν 3257/2004, ΦΕΚ Α’143 (άρθρο 10, παρ 8).
Αποτέλεσμα αυτής της κατάργησης ήταν η αναιτιολόγητη αποπομπή 4 Α/ΓΕΣ
σε διάστημα 4 χρόνων (2011-2015). Το γεγονός αυτό γελοιοποίησε τον θεσμό
του Α/ΓΕΣ, καταδεικνύοντας ότι το συγκεκριμένο αξίωμα εξαρτάται από τις
διαθέσεις του εκάστοτε ΥΕΘΑ και της Κυβέρνησης στην οποία ανήκει, και όχι
από τεχνοκρατικά και αξιοκρατικά κριτήρια. Παράλληλα επιβάρυνε ασύστολα
το σύστημα διοίκησης του Στρατού Ξηράς, αφού, οι συνεχείς αλλαγές δεν
επέτρεπαν την χάραξη και τήρηση μιας σταθερής γραμμής στην διοίκηση του
στρατεύματος.
Το πολυδαίδαλον του πράγματος. Πράγματι, καθιερώνεται ουσιαστικά
ένα συλλογικό μοντέλο διοίκησης των ΕΔ, στο οποίο τον πρώτο λόγο έχουν οι
πολιτικοί, είτε μέσω του ΚΥΣΕΑ, είτε μέσω των αρμοδιοτήτων της εκάστοτε
πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ. Γενικά, σαν νομικό σύστημα προβλέψεων
διακρίνεται από αρκετά λεπτομερειακή ρύθμιση των αρμοδιοτήτων των
συλλογικών και μονοπρόσωπων οργάνων τα οποία καθιερώνει. Το πρόβλημα
έγκειται ακριβώς στον πολύ μεγάλο αριθμό των συλλογικών αυτών οργάνων,
πράγμα το οποίο οδηγεί σε περιορισμό της πρωτοβουλίας σε επίπεδο
αρχηγών-ανωτάτων αξιωματικών, αφού ο κάθε αρχηγός, προς τα πάνω μεν
της ιεραρχικής αλυσίδας έχει δικαίωμα μόνο εισήγησης, προς τα κάτω δε
αυτής, υποχρέωση διαβούλευσης. Οι δε εισηγήσεις των Συμβουλίων, δεν είναι
δεσμευτικές (πχ οι εισηγήσεις του ΣΑΓΕ δεν είναι δεσμευτικές για τον ΥΕΘΑ,
άρθρο 10 παρ 8 του Νόμου, δηλαδή ο ΥΕΘΑ δύναται από μόνος του, χωρίς
την παρέμβαση άλλου κυβερνητικού οργάνου, να ακυρώσει την εισήγηση των
4 αρχηγών των ΕΔ). Επιπλέον, παρατηρούνται αλληλοεπικαλύψεις
αρμοδιοτήτων. Για ποιο λόγο να δύναται να προεδρεύσει του ΣΑΓΕ ο ΥΕΘΑ
(άρθρο 5 παρ 5), την στιγμή που υπάρχει το ΣΑΜ, στο οποίο ούτως ή άλλως
αυτός συμμετέχει και προεδρεύει αυτού (άρθρο 8 παρ 1). Το ΣΑΜ είναι
ουσιαστικά το ΣΑΓΕ με την συμμετοχή και υπό την προεδρία του ΥΕΘΑ.

Ογκώδης γραφειοκρατία. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι
κάθε συλλογικό όργανο διαθέτει την δική του γραμματεία (γραμματεία ΚΥΣΕΑ

ΣΑΜ-ΣΑΓΕ-ΑΣΣ-ΑΝΣ-ΑΑΣ), και μάλιστα μόνο και μόνο για την καταγραφή
απλών εισηγήσεων του κάθε οργάνου προς το όργανο της αμέσως
προϊστάμενης βαθμίδας.
Η πρόβλεψη ύπαρξης και λειτουργίας ενός αρκούντως εκτεταμένου
επιτελείου του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ). Πράγματι, η λειτουργία
των τριών Γενικών Διευθύνσεων, αφαιρεί ευελιξία από το σύστημα και στερεί
από κρίσιμες αρμοδιότητες τον Α/ΓΕΕΘΑ, και τα υπόλοιπα όργανα της
στρατιωτικής ιεραρχίας. Πολύτιμο προσωπικό, συνήθως υψηλής κατάρτισης
(όχι όμως πάντοτε) αποσπάται από τα επιτελεία και τους κλάδους, στερώντας
την δυνατότητα εξακρίβωσης των απαιτήσεων και αναγκών, καθώς και της
σχεδίασης της αντιμετώπισής τους, κοντά στην «πηγή», δηλαδή στα μάχιμα
επιτελεία και τμήματα των τριών κλάδων. Για τα ελληνικά δεδομένα, η όλη
αυτή ρύθμιση των πραγμάτων, οδηγεί σε υποβιβασμό της στρατιωτικής
ιεραρχίας, σε αφαίρεση πρωτοβουλιών και σε απορρόφηση πολύτιμων
οικονομικών και άλλων πόρων. Η σχεδίαση επί θεμάτων, ως επί το πλείστον
αμιγώς στρατιωτικών, και η διοχέτευση εισηγήσεων προς τον εκάστοτε ΥΕΘΑ
και τον στενό κύκλο αυτού, μέσα από διαύλους μη υπαγόμενους και
ελεγχόμενους από την στρατιωτική ιεραρχία, οδηγεί σε πραγματική
στρέβλωση του συστήματος λήψης αποφάσεων. Πόσω μάλλον που με
αποφάσεις του εκάστοτε ΥΕΘΑ, δύναται να τοποθετηθεί στο ΕΠΥΕΘΑ, το
οποιοδήποτε πρόσωπο, ασχέτως ακόμη και του γεγονότος ότι μπορεί να μην
ανήκε ποτέ πριν στο δυναμικό του ΥΠΕΘΑ, αλλά να προέρχεται έξω από
αυτό, παραγνωρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο άξιο και άριστα καταρτισμένο είτε
στρατιωτικό είτε πολιτικό προσωπικό. Ακόμη χειρότερα δε, χαμηλόβαθμο
στρατιωτικό προσωπικό, να βρίσκεται να υπηρετεί σε έναν φορέα, ο οποίος
κατ’ ουσίαν προΐσταται του επιτελείου του κλάδου στον οποίο ανήκει, με
σοβαρά θέματα στρατιωτικής δεοντολογίας και ηθικής να ανακύπτουν.

Υπερβολική ανάθεση αρμοδιοτήτων στον ΥΕΘΑ, πρακτική η οποία τον
καθιστά ως τον μόνο κατά τον νόμο που μπορεί ουσιαστικά να λάβει
αποφάσεις στα πλαίσια του ΥΠΕΘΑ, απάντων των υπολοίπων
περιοριζομένων στο επίπεδο της εισήγησης/γνωμοδότησης. Πράγματι, στον
έλληνα ΥΕΘΑ ανατίθενται αρμοδιότητες οι οποίες άνετα θα μπορούσαν να
ανήκουν στον Α/ΓΕΕΘΑ. Επί παραδείγματι ενδεικτικά αναφέρεται ότι στον
εκάστοτε ΥΕΘΑ ανήκουν οι αρμοδιότητες:

Οι αποφάσεις που αφορούν στην δομή και οργάνωση των ΕΔ,
στις οργανικές θέσεις του προσωπικού, την κατανομή της οροφής
προσωπικού και των πιστώσεων ή την συγκρότηση, ανασυγκρότηση και
διάλυση Μονάδων των Κλάδων των ΕΔ ανήκουν στον ΥΕΘΑ. Δηλαδή, ο
Α/ΓΕΕΘΑ, ο οποίος θα κληθεί να ηγηθεί των Μονάδων αυτών σε πόλεμο, δεν
έχει δικαίωμα να αποφασίσει για την σύνθεση, συγκρότηση και επάνδρωσή
τους. Και όλα αυτά σε μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας. Ειδικά δε στο
ζήτημα της συγκρότησης και διάλυσης Μονάδων, έχουν απορριφθεί πολλάκις

και κατ’ επανάληψη εισηγήσεις της στρατιωτικής ιεραρχίας για κλείσιμο
στρατοπέδων, απλά και μόνο για μικροκομματικούς λόγους.
Καθορίζει την πολιτική σε θέματα εκπαίδευσης, τοποθετήσεων
και μεταθέσεων. Και πάλι δηλαδή, ο Α/ΓΕΕΘΑ απλώς εισηγείται επί των
άκρως νευραλγικών αυτών ζητημάτων, που άπτονται της αποτελεσματικής
λειτουργίας του στρατεύματος.

Ακόμη χειρότερα, ο ίδιος ο Α/ΓΕΕΘΑ δεν έχει δικό του
προϋπολογισμό. Όπως προαναφέρθηκε, την κατανομή πιστώσεων κατά
κλάδο την έχει στα χέρια του ο Υπουργός, τα δε τρία Γενικά Επιτελεία έχουν
το καθένα ξεχωριστό προϋπολογισμό. Ο δε «δυστυχής» Α/ΓΕΕΘΑ έχει εις τας
χείρας του κάποια ελάχιστα κονδύλια, ίσα-ίσα για τα τρέχοντα λειτουργικά,
έξοδα του ΓΕΕΘΑ σαν επιτελείου, χωρίς να έχει δικαίωμα επέμβασης στα
κονδύλια των τριών κλάδων.

Κανονικά, αν κάποιο σώμα έπρεπε να έχει γίνει διακλαδικό,
αυτό θα έπρεπε να είναι το οικονομικό. Είναι τουλάχιστον περίεργο ο
Α/ΓΕΕΘΑ να μην έχει υπό τις διαταγές του μια διακλαδική διεύθυνση
οικονομικών, η οποία να του εξασφαλίζει συνολική εικόνα των διαθέσιμων
οικονομικών πόρων, αλλά αντιθέτως ο κάθε υφιστάμενός του αρχηγός
επιτελείου να διαθέτει εξουσία διανομής κονδυλίων κατά την κρίση του, ενώ ο
Α/ΓΕΕΘΑ να πρέπει να αναγκάζεται να διαπραγματεύεται με τα επιτελεία.
Κανονικά πρέπει να καταργηθεί το σύστημα το κάθε επιτελείο να έχει τον δικό
του ξεχωριστό προϋπολογισμό. Η εξουσία του Α/ΓΕΕΘΑ στην διαμόρφωση
του ετήσιου προϋπολογισμού των ΕΔ έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη,
πάντοτε φυσικά εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας και υπό
τις γενικές κατευθύνσεις του ΥΕΘΑ, όπως άλλωστε προβλέπεται και στην παρ
3 ια του προρρηθέντος άρθρου 5.
Όλες οι παραπάνω αρμοδιότητες που ενδεικτικά απαριθμήθηκαν, αλλά
και όλες οι υπόλοιπες τις οποίες θα διαβάσει όποιος έχει την υπομονή να
διαβάσει το άρθρο 5 του υπόψη νόμου, καταδεικνύουν το γεγονός ότι ο ΥΕΘΑ
καθίσταται αυτός ο οποίος αποφασίζει σχεδόν για όλα μέσα στο ΥΠΕΘΑ.
Καθίσταται ο απόλυτος κυρίαρχος του Υπουργείου, με ότι αυτό μπορεί να
σημαίνει για τα ελληνικά δεδομένα. Θα αντιτείνει κάποιος ότι ο ΥΕΘΑ τυπικό
δικαίωμα υπογραφής έχει, και ουσιαστικά υιοθετεί τις εισηγήσεις της
στρατιωτικής ηγεσίας. Φευ όμως, όπως τουλάχιστον καταδεικνύεται από
άπειρες περιπτώσεις αναξιοκρατικών αποφάσεων σε θέματα προσωπικού,
παράνομων μεθοδεύσεων σε εξοπλιστικά, άκαιρων παρεμβάσεων σε θέματα
εξωτερικών σχέσεων της χώρας (αφού ο τομέας της αμυντικής πολιτικής είναι
εξίσου νευραλγικός για την διεθνή θέση της χώρας με την καθεαυτής
παραδοσιακή διπλωματία που διεξάγεται από το Υπουργείο Εξωτερικών),
συχνάκις οι ΥΕΘΑ λειτούργησαν με εσφαλμένο τρόπο για τα εθνικά
συμφέροντα, κάνοντας χρήση των υπερεξουσιών τους και παρακάμπτοντας
(ουσιαστικά αχρηστεύοντας) την υπηρεσιακή ιεραρχία. Στην παρατήρηση
κάποιου ότι το φαινόμενο αυτό είναι ενδημικό σε όλα τα υπουργεία του
ελληνικού κράτους, δύναται να αντιτεθεί το επιχείρημα ότι τα θέματα του
ΥΠΕΘΑ, είναι υψίστης σημασίας, και άπτονται ευθέως της επιβίωσης αυτού
του ιδίου του Κράτους.

Τέλος, η ύπαρξη πληθώρας Αναπληρωτών Υπουργών και
Υφυπουργών σε ένα Υπουργείο με τόσο προσεγμένη υπηρεσιακή δομή,
αποτελούμενη από ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, όπως είναι οι ανώτατοι
αξιωματικοί των ΕΔ, μάλλον περιπλέκει περισσότερο την λειτουργία παρά
διευκολύνει. Συνήθως οι Αναπληρωτές Υπουργοί και οι Υφυπουργοί
χαράσσουν την προσωπική τους γραμμή, η οποία δεν είναι πάντοτε υπέρ των
συμφερόντων της υπηρεσίας, αλλά περισσότερο υπέρ του στενού κομματικού
συμφέροντος, πλην πάντοτε φωτεινών εξαιρέσεων, άξιων πολιτικών
εκπροσώπων. Πέραν τούτου, η συχνή εναλλαγή των προσώπων αυτών
δυσκολεύει το διοικητικό έργο, αφού των μεν Αναπληρωτών τις αρμοδιότητες
κατανέμει απευθείας ο Πρωθυπουργός, ενώ των Υφυπουργών ο Υπουργός,
διαδικασία χρονοβόρα αφού προβλέπει την έκδοση Προεδρικών
Διαταγμάτων. Έτσι, ειδικά σε εποχές άκρας δημοσιονομικής στενότητος, η
ύπαρξη πληθώρας υπουργών σε ένα Υπουργείο σαν το ΥΠΑΜ κρίνεται
περιττή και δαπανηρή, καθώς επίσης και μειωτική της στρατιωτικής ηγεσίας.

Διαπιστώσεις σε στρατιωτικό επίπεδο

Η δομή διοίκησης και λειτουργίας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων,
πρέπει να λαμβάνει υπόψη της ορισμένες βασικές παραμέτρους. Ποιες είναι
αυτές; Το μέγεθος της χώρας και του πληθυσμού της, οι απειλές κατά της
κυριαρχίας/ανεξαρτησίας αυτής, και ο σύγχρονος τρόπος πολέμου. Η Ελλάδα
είναι μια χώρα με έναν πληθυσμό 10 εκ. Αυτό αυτομάτως καθορίζει το
μέγεθος των ΕΔ αυτής. Επίσης, βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό
περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας πολύ συγκεκριμένες και απτές απειλές, και όχι
αφηρημένες και υποθετικές όπως άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Η χώρα θα κληθεί να πολεμήσει σε τρία θέατρα επιχειρήσεων:
Έβρο/Θράκη, Αιγαίο, Αν Μεσόγειο/Κύπρο. Επίσης, ο πόλεμος όπως έχει
εξελιχθεί πλέον τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ένας πόλεμος που διεξάγεται με
μεγάλες ταχύτητες. Ταχύτητα στην λήψη αποφάσεως, στην επίτευξη
αιφνιδιασμού, στην ανάπτυξη δυνάμεων, στην προσβολή των ζωτικών
κέντρων του αντιπάλου. Παράλληλα, η χώρα διαθέτει περιορισμένες
δυνατότητες, αφού ο πλούτος που παράγεται επαρκεί για την συντήρηση
περιορισμένου αριθμητικά στρατεύματος, με εξίσου περιορισμένο αριθμό
οπλικών συστημάτων.

Εν τούτοις το μειονέκτημα μετριάζεται εν τινί μέτρω, από την γνώση της
απειλής. Με λίγα λόγια ξέρουμε εκ των προτέρων τον εχθρό, άρα μπορούμε
να προσανατολίσουμε και τις ΕΔ σε απόλυτο και υπερθετικό βαθμό, τηρώντας
τες σε πλήρη και απόλυτη ετοιμότητα για εξαπόλυση ακόμη και προληπτικών
πληγμάτων. Μεγάλοι δάσκαλοι, για την περίπτωσή μας οι Ισραηλινοί.

Αυτή η υψηλή ετοιμότητα ανταπόκρισης των ΕΔ δύναται να επιτευχθεί
με όσο το δυνατόν απλούστερη, λιτότερη και καθετοποιημένη δομή
διοικήσεως. Υπάρχει μια ρήση, η οποία αποδίδει χαρακτηριστικά την
αντίληψη που κανονικά πρέπει να διέπει την λειτουργία μιας στρατιωτικής
δύναμης: ότι ο μεγαλύτερος διοικητής στον στρατό είναι ο Δεκανέας, αφού ως
επικεφαλής ομάδας πεζικού (ομαδάρχης) είναι ο μόνος στην αλυσίδα
διοίκησης ο οποίος μιλάει με 8 άτομα (η ομάδα πεζικού αποτελείται από 9
άτομα). Όλοι οι άλλοι από αυτόν και πάνω μιλάνε με 3 ή 4 υφισταμένους
διοικητές (πχ ο Λοχαγός μιλάει με 3-4 διμοιρίτες, ο Διοικητής Τάγματος με 3-4
Διοικητές Λόχων, ο Ταξίαρχος με 3-4 Διοικητές Μονάδων και ούτω καθεξής).

Ερχόμενοι λοιπόν στο επίπεδο διοίκησης στων ελληνικών ΕΔ
παρατηρούμε τα εξής:
Θεωρητικά ο Α/ΓΕΕΘΑ έχει από κάτω του τους 3 αρχηγούς των
ΓΕ. Θεωρητικά. Διότι στην ουσία οι 3 αρχηγοί λίγα θα μπορέσουν να
προσφέρουν σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων. Και αυτό γιατί οι χρόνοι
αντίδρασης, λόγω ακριβώς των συγχρόνων οπλικών συστημάτων είναι
αμελητέοι, τουλάχιστον με τα μέχρι την δεκαετία του 1990 δεδομένα. Αυτό
σημαίνει ότι πλέον, τα ΓΕ μικρό ρόλο θα μπορούν να παίξουν. Ίσως κάποιο
ρόλο να δυνηθεί να παίξει το ΓΕΣ, καθότι ακόμη ο Στρατός Ξηράς διέπεται
από λιγότερο άμεσους χρόνους αντίδρασης σε σχέση με τους άλλος δύο
κλάδους. Στην πράξη, ο Α/ΓΕΕΘΑ θα κληθεί να συνομιλήσει με κατώτερα έως
πολύ κατώτερα κλιμάκια. Εντούτοις οι αρχηγοί των 3 ΓΕ συνεχίζουν να
θεωρούνται ως ενταγμένοι στην επιχειρησιακή αλυσίδα διοίκησης (άρθρο 14
παρ 1).

Στο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου, υφίσταται ένα ιδιαζούσης
μορφής καθεστώς δυαρχίας, μεταξύ του Αρχηγού Στόλου και του Διοικητή
ΑΣΔΕΝ. Στην ουσία, ο διοικητής εκείνος ο οποίος θα δυνηθεί να ενεργήσει
στο συγκεκριμένο θέατρο επιχειρήσεων είναι ο Αρχηγός Στόλου. Οι δυνάμεις
του Στρατού Ξηράς επί των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου είναι σε
περίπτωση επιχειρήσεων ουσιαστικά αποκομμένες άμα τη ενάρξει των
πολεμικών επιχειρήσεων. Ο διοικητής ΑΣΔΕΝ δεν θα δύναται να πράξει
ουδέν, με βάση τα όσα μέσα διαθέτει. Δεν δύναται να επέμβει ούτε δια
διαταγών (αφού το πεδίο μάχης είναι απόλυτα συγκεκριμένο και αντιστοιχεί
στο κάθε νησί), δεν είναι δυνατή δε η μετάγγιση δυνάμεων από νήσο σε νήσο,
δεν διαθέτει πυρά για υποστήριξη, αφού δεν έχει στην διάθεσή του μέσα
πυρός, πλην αυτών που βρίσκονται πάνω σε κάθε νησί, ούτε δύναται να
μεταβάλλει τα όρια των υπ’ αυτόν σχηματισμών, αφού αυτά ταυτίζονται με τις
συγκεκριμένες νήσους.

Οι εφεδρείες, των οποίων επίσης θεωρητικά προΐσταται ο
Α/ΓΕΕΘΑ, στην ουσία υπάγονται σε σχηματισμούς του Στρατού Ξηράς, μέσω
των οποίων θα διατεθούν κατά περίπτωση. Ουσιαστικά όμως, είναι λόγω
οργάνωσης, αυστηρά προσανατολισμένες προς συγκεκριμένο θέατρο
επιχειρήσεων κατά περίπτωση. Πχ μια Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού,
μόνο στον Έβρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ενώ παράλληλα μια Ταξιαρχία
Πεζοναυτών, κατά κύριο λόγο, μόνο στα νησιά του Αιγαίου. Επιπρόσθετα, μια
αερομεταφερόμενη ταξιαρχία επ’ ουδενί θα χρησιμοποιηθεί για αναχαίτιση του
εχθρού στον Έβρο, αφού θα σπαταληθεί εναντίον ισχυρού εχθρού. Με λίγα
λόγια, ελάχιστες δυνάμεις είναι δυνατόν πραγματικά να αξιοποιηθούν από τον
Α/ΓΕΕΘΑ, και μάλιστα τέτοιες που να επιτρέπουν κάποιο στρατηγικό πλήγμα.
Παράλληλα, θα δραστηριοποιούνται και οι δυσκίνητοι και γραφειοκρατικοί
μηχανισμοί των τριών ΓΕ, οι οποίοι ελάχιστα έχουν να προσφέρουν σε μια
σύγχρονη πολεμική σύρραξη.

Δυστυχώς, λόγω αβελτηριών του ελληνικού πολιτικού
συστήματος, δεν κατέστη δυνατή η αναμόρφωση των ελληνικών ΕΔ, με
παράλληλη απλοποίηση της δομής τους. Ακόμη συντηρείται μια διοικητική
δομή η οποία ανταποκρίνεται σε εποχές που η χώρα διέθετε νέο και σφριγηλό
πληθυσμό, τον οποίο εδύνατο να επιστρατεύει κατά δεκάδες χιλιάδες, με
επιστρατευτικές διαδικασίες οι οποίες διαρκούσαν πολλά 24ωρα. Πλέον,
αυτές οι εποχές έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, η χώρα δε θα κληθεί να
αντιμετωπίσει τυχόν εχθρική δραστηριότητα μέσα σε ασφυκτικά χρονικά
πλαίσια, προκειμένου ν’ αποτρέψει δυσμενή τετελεσμένα εις βάρος της, τα
οποία στην διαπραγμάτευση που θα επακολουθήσει θα κλίνουν την ζυγαριά.
Απ’ όλα τα παραπάνω καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι
απαιτείται μια αναδιάρθρωση προκειμένου οι ΕΔ να δύνανται να επιτελέσουν
την υψίστης σημασίας τους αποστολή, ενώ παράλληλα θα επιτυγχάνεται η
μέγιστη δυνατή εξοικονόμηση πόρων και μέσων.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η βασική πρόταση, στην οποία κατατείνει η παρούσα μελέτη είναι η
απόλυτη ανάγκη ενίσχυσης του θεσμού του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, και η
καθιέρωσή του στο κατεξοχήν όργανο σχεδίασης και διεξαγωγής της άμυνας
της χώρας, πάντοτε βέβαια υπό την πολιτική καθοδήγηση της εκάστοτε
Κυβερνήσεως. Η ενδυνάμωση αυτή μπορεί να χωριστεί σε δύο πεδία: το
διοικητικό και το επιχειρησιακό. Η υλοποίηση της θα επιφέρει την μέγιστη
δυνατή εξοικονόμηση πόρων, την απλοποίηση διαδικασιών και ως εκ τούτου
την δυνατότητα της χώρας να ανταποκριθεί το συντομότερο δυνατόν
επιτυχώς σε ενδεχόμενη πολεμική απειλή.

Στο διοικητικό πεδίο, η αναβάθμιση αυτή είναι δυνατή, με την εξ
αρχής ανάθεση στον Α/ΓΕΕΘΑ αρμοδιοτήτων του ΥΕΘΑ. Και για να γίνουμε
πιο συγκεκριμένοι, ο Α/ΓΕΕΘΑ κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει τις
παρακάτω αρμοδιότητες του ΥΕΘΑ:
Όλες τις αρμοδιότητες της παρ 3 του άρθρου 5, καθώς και των παρ 8
έως και 14 και 24.

Η αρμοδιότητα της παρ 6 μπορεί να μεταπέσει από επίπεδο υπουργών
σε επίπεδο υπηρεσιακών παραγόντων, προς τους οποίους θα απευθύνεται ο
Α/ΓΕΕΘΑ. Ειδικά σε ότι αφορά στα Σώματα Ασφαλείας και την ΕΥΠ, αυτά
μπορούν να υπαχθούν στον Α/ΓΕΕΘΑ από τον καιρό της Ειρήνης.

Συνάμα, είναι δυνατή η κατάργηση της πρόβλεψης της παρ 6 αφού η
παρουσία του ΥΕΘΑ στο ΣΑΓΕ κρίνεται περιττή, εφόσον υπάρχει το ΣΑΜ, στο
οποίο μετέχει και προεδρεύει αυτοδικαίως.

Αντιστοίχως και λόγω της κατάργησης των τριών ΓΕ, καθώς και άλλων
ενδιάμεσων κλιμακίων διοικήσεως τα συμβούλια θα μπορούν πλέον να
συγκροτούνται με άλλη σύνθεση. Πχ τα τρία ανώτατα συμβούλια των κλάδων,
σε σύνθεση ολομέλειας θα μπορούσαν να συγχωνευθούν σε ένα, το ΣΑΓΕ με
νέα σύνθεση, ενώ τις αρμοδιότητες των βασικών θα μπορούσε να τις
αναλάβει ο εκάστοτε οριζόμενος επικεφαλής της αντίστοιχης Επιτελικής
Υπηρεσίας του Κλάδου. Το νέο αυτό ΣΑΓΕ θα μπορούσε να μετεξελιχθεί στο
βασικό όργανο στρατιωτικού σχεδιασμού, αφού ελλείψει αρχηγών, θα
μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτό οι τρεις ανώτατοι Διοικητές των μαχίμων
δυνάμεων, δηλαδή ο Διοικητής Στρατιάς, ο Αρχηγός Στόλου και ο Αρχηγός
Τακτικής Αεροπορίας, μαζί με τους τρεις επικεφαλείς των νέων Επιτελικών
Υπηρεσιών. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα εξασφαλίζεται ότι αντιπροσωπεύονται σε
αυτό οι απόψεις τόσο των επικεφαλής των δυνάμεων μάχης, όσο και των
επικεφαλής των κύριων Επιτελικών Φορέων του κάθε κλάδου. Επίσης, θα
μπορούσε να συμμετέχουν και οι αξιωματικοί επικεφαλής των σχηματισμών
Διοικητικής Μερίμνης, καθώς και της Οικονομικής Υπηρεσίας, ώστε να
υπάρχει πλήρης αποτύπωση της συνολικής εικόνας διεξαγωγής επιχειρήσεων
των ΕΔ. Στις περιπτώσεις που το νέο αυτό ΣΑΓΕ θα προεδρεύει ο ΥΕΘΑ, θα
μπορούμε να έχουμε το ΣΑΜ υπό νέα σύνθεση.

Τέλος, η προβλεπόμενη με το άρθρο 9Α Μονάδα Χειρισμού Κρίσεων,
δεν εξυπηρετεί κάποιο λόγο ύπαρξης, αφού μπορεί άριστα να λειτουργήσει
υπαγόμενη υπό τον Α/ΓΕΕΘΑ, ο οποίος ήδη διαθέτει ειδικό όργανο
διαχείρισης κρίσεων το Κέντρο Χειρισμού Κρίσεων (ΚΕΧΕΙΚ).
Στο επιχειρησιακό πεδίο, η βασική μεταρρύθμιση θα είναι η
κατάργηση των τριών ΓΕ, και επανασύσταση τους ως Επιτελικών Υπηρεσιών
των τριών κλάδων, με παράλληλη αποκοπή τους από οτιδήποτε έχει να κάνει
με τον σχεδιασμό και την διεξαγωγή επιχειρήσεων. Με αυτό τον τρόπο θα
επιτευχθούν τα ακόλουθα:

Θα αναβαθμισθεί αυτόματα ο ρόλος του Α/ΓΕΕΘΑ, ως του
μόνου υπεύθυνου σε στρατηγικό καθώς και σε ανώτατο επιχειρησιακό
επίπεδο για τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων και την διεξαγωγή τους. Η
Ελλάδα είναι μικρή χώρα, και ο χώρος στον οποίο θα διεξαχθούν οι
επιχειρήσεις περιορισμένος. Δεν υπάρχει χώρος για πολλά ενδιάμεσα
επίπεδα. Αυτή την στιγμή, υπάρχει μια ερμαφρόδιτη κατάσταση, η οποία
προβλέπει ότι τα τρία ΓΕ σχεδιάζουν από τον καιρό της Ειρήνη επιχειρήσεις,
και εκπονούν σχέδια για αυτές. Επίσης, σε περίοδο πολέμου, σχεδιάζουν,
εισηγούμενα κατά περίπτωση, την διενέργεια επιχειρήσεων (κυρίως
αντεπιθέσεων), αιτούμενα και πάλι κατά περίπτωση την διάθεση εφεδρικών
δυνάμεων, οι οποίες όμως ελέγχονται επιχειρησιακά από τον Α/ΓΕΕΘΑ.
Ακόμη όμως και αν τους διατεθούν οι δυνάμεις αυτές, και πάλι κανένα
επιτελείο δεν είναι από μόνο του ικανό να φέρει εις πέρας μια αυτοτελή
στρατιωτική επιχείρηση, αφού ειδικά στο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου η
όποια επιχείρηση θα πρέπει να καταστεί διακλαδική. Έτσι, επί παραδείγματι,
η επιχείρηση ενίσχυσης μιας νήσου είτε με μεταφερόμενες, δια θαλάσσης,
δυνάμεις, είτε με από αέρος απαιτεί στενό συντονισμό μεταξύ τουλάχιστον
δύο εκ των τριών ΓΕ, πάντοτε υπό την υψηλή εποπτεία του ΓΕΕΘΑ, μέσα σε
ασφυκτικά χρονικά περιθώρια. Φυσικά αυτός ο συντονισμός είναι
δυσκολότατος (και όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα) οδηγεί δε σε πολλά
ευτράπελα, λόγω της διαφοράς νοοτροπίας μεταξύ των κλάδων. Εκ των
παραπάνω συνάγεται ότι ο μόνος, ο οποίος πρέπει να έχει επιτελείο το οποίο
να σχεδιάζει και να παρακολουθεί την εξέλιξη επιχειρήσεων είναι ο Α/ΓΕΕΘΑ.
Ούτως ή άλλως, τα τρία ΓΕ θα έχουν τεράστιο και δυσβάστακτο έργο να
επιτελέσουν στον τομέα της επιστράτευσης, των επιτάξεων και της
βιομηχανικής κινητοποίησης, στις μεταφορές και στον πολιτικοστρατιωτικό
συντονισμό εκτάκτου ανάγκης. Εν καιρώ Ειρήνης θα ασχολούνται μόνο με
θέματα διοικητικής φύσης (μεταθέσεις, επανδρώσεις, υποδομές, δόγματα και
οδηγίες εκπαιδεύσεως) και γενικότερα με την επί το αρτιότερο προπαρασκευή
των δυνάμεων του κάθε κλάδου για πόλεμο. Η κάθε άλλη παράλληλη
δραστηριοποίηση των τριών ΓΕ οδηγεί σε υποβάθμιση του ρόλου του
ΓΕΕΘΑ, και προσθέτει τριβή στο όλο σύστημα των ΕΔ.
Άλλωστε εξ αρχής τα ΓΕΣ και ΓΕΝ υπ’ αυτήν ακριβώς την μορφή
είχαν ιδρυθεί, με σκοπό την υποβοήθηση του έργου του
Αρχιστρατήγου/Αρχηγού του Στόλου, και με αυτήν ακριβώς την μορφή
διεξήγαγαν τους επιτυχείς Βαλκανικούς Πολέμους. Μάλιστα ακόμη και στο
νικηφόρο Αλβανικό Έπος, η έλλειψη ενός μοναδικού Αρχιστρατήγου, αλλά
τουναντίον ο διαμοιρασμός της εξουσίας επί των μαχομένων τμημάτων σε 2 ή
3 τμήματα στρατιάς, με το ΓΕΣ σε καθαρά επικουρικό ρόλο, οδήγησε σε
διάσπαση της προσπάθειας απώθησης του εχθρού, καθώς και ενδεχομένως
σε απώλεια πολύτιμων ευκαιριών για την έγκαιρη και ολοκληρωτική
κατανίκησή του. Άλλωστε το ίδιο παρατηρήθηκε και στα αρχικά στάδια του
Εμφυλίου, μέχρι την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Παπάγο, οπότε και
ξεκαθάρισε η επιχειρησιακή κατάσταση, με τις μέχρι τότε επιχειρήσεις να
διεξάγονται ασύνδετα, καταλήγοντας ως επί το πλείστον σε αποτυχίες (πχ
πρώτη κατάληψη του Γράμμου και αδυναμία πρόβλεψης του ελιγμού των
ανταρτών που διαμέσου του αλβανικού εδάφους κατέφυγαν στο Βίτσι), με τις
όποιες επιτυχίες να οφείλονται στο ατομικό ταλέντο των δύο προεξαρχόντων
πρωταγωνιστών στρατηγών Τσακαλώτου και Μανιδάκη.
Ο σχεδιασμός-διεξαγωγή των επιχειρήσεων, πέραν του
Α/ΓΕΕΘΑ και του επιτελείου του, μπορεί άνετα να ανατεθεί ως ακολούθως:

Για μεν τον Στρατό Ξηράς στον Διοικητή Στρατιάς, και
στον Διοικητή του Δ’ Σώματος Στρατού. Ούτως ή άλλως, ο μεν Διοικητής του
Δ’ΣΣ θα είναι αυτός ο οποίος θα φέρει την κύρια ευθύνη για την αναχαίτιση
του εχθρού στο θέατρο επιχειρήσεων του Έβρου, και γενικά για την
διεξαγωγή του αγώνα σε όλη την Θράκη. Συνάμα ο Διοικητής Στρατιάς θα
εξασφαλίζει την ασφάλεια των γραμμών συγκοινωνιών και ανεφοδιασμού των
εν Θράκη μαχομένων τμημάτων, προστατεύοντας παράλληλα όλες τις
κρίσιμες υποδομές των μετόπισθεν, εξασφαλίζοντας μέσω της διενέργειας
επιτάξεων και της εν γένει κινητοποίησης των εφοδιαστικών δομών των ΕΔ,
τον αδιάλειπτο ανεφοδιασμό τους. Επιπλέον, θα δύναται κατά πρώτον να
ενεργοποιήσει άμεσα τις εφεδρείες εκείνες οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε
λόγω συνθέσεως και οργανώσεως, είναι υποχρεωτικά προσανατολισμένες
προς το θέατρο επιχειρήσεων του Έβρου, και κατά δεύτερον συνεργαζόμενος
στενά με τον Αρχηγό Τακτικής Αεροπορίας να εξασφαλίζει τον μέγιστο δυνατό
αριθμό αεροπορικής υποστήριξης επ’ ωφελεία του Δ’ ΣΣ.

Για το Πολεμικό Ναυτικό, θα πρέπει να ανατεθεί όλος ο
επιχειρησιακός έλεγχος του Αιγαίου στον Αρχηγό Στόλου. Και συγκεκριμένα
θα πρέπει να καταργηθεί η ΑΣΔΕΝ, και όλες οι δυνάμεις του ΣΞ επί των
νήσων να τεθούν υπό την διοίκηση του Αρχηγείου Στόλου, μέσω της
συγκρότησης μέσα σε αυτό μιας μικρής στρατιωτικής διοίκησης, η οποία θα
συμβουλεύει του Αρχηγό Στόλου, και θα παρακολουθεί την διεξαγωγή των
επιχειρήσεων στα νησιά του Αιγαίου. Επίσης, θα ήταν δυνατό να διατεθούν
από τον καιρό της Ειρήνης αριθμός εφεδρειών και μέσων υπό τον
επιχειρησιακό έλεγχο του Αρχηγού Στόλου. Πχ η Ταξιαρχία Πεζοναυτών θα
μπορούσε να υπάγεται σε αυτόν, αφού ούτως ή άλλως αυτός διαθέτει και τα
μέσα για την μεταφορά της εκεί που απαιτείται. Επίσης, θα μπορούσαν να του
διατεθούν και αεροπορικά μέσα, όπως η μοίρα των Mirage με δυνατότητα
εκτόξευσης βλημάτων Exocet, ή το Τάγμα Ελικοπτέρων Apache. Ομοίως θα
ετίθεντο υπό τις διαταγές του και όλες οι δυνάμεις αμφιβίων καταδρομέων οι
οποίες προορίζονται να επιχειρήσουν στο Αιγαίο. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα
επιτευχθεί η κατάργηση αρκετών ενδιάμεσων κλιμακίων διοικήσεως,
απλοποιώντας την σχετική αλυσίδα. Είναι απορίας άξιον πως ο λαός που
«επινόησε» τις διακλαδικές επιχειρήσεις, δυσκολεύεται στον 21 αιώνα να τις
σχεδιάσει και να τις φέρει εις πέρας. Ας μην ξεχνάμε την απάντηση του

προέδρου Ρούζβελτ στον σύμβουλό του Άβερρελ Χάριμαν, όταν αυτός του
ανακοίνωσε την επιτυχή έκβαση της απόβασης στην Β Αφρική: « We are
rewriting Thucydides». Και αυτό γιατί η πρώτη διακλαδική εκστρατεία στην
παγκόσμια ιστορία υπήρξε η Σικελική Εκστρατεία, η αποτυχία της οποίας
σκίαζε την σκέψη των αμερικανών σχεδιαστών των επικείμενων αποβατικών
επιχειρήσεων του Β’ΠΠ. Αλλά και πριν εκατό χρόνια, οι ελληνικές ΕΔ και πάλι
εκτέλεσαν άψογες αμφίβιες επιχειρήσεις προς απελευθέρωση των νήσων του
Αν Αιγαίου. Μία χούφτα αντιτορπιλικά και επίτακτα εμπορικά, με ένα ή δύο
συντάγματα είτε Πεζοναυτών, είτε απλού Πεζικού, εξασφάλισαν την
απελευθέρωση του αιγαιακού χώρου, πάντοτε φυσικά υπό την απόλυτη
ναυτική υπεροχή που εξασφάλιζε η νικηφόρα παρουσία του ελληνικού στόλου
υπό τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Οι σημερινοί απόγονοι τόσο ενδόξων
προγόνων δεν δικαιολογούνται να εφευρίσκουν λόγους για τους οποίους
αδυνατούν να ενεργήσουν διακλαδικά για την προάσπιση της εθνικής
κυριαρχίας.
Σε ότι αφορά στις εφεδρείες, αυτές μπορούν να
χωριστούν σε δύο κατηγορίες, δηλαδή σε αυτές που είτε λόγω αναγκών, είτε
λόγω συγκρότησης μπορούν να προσανατολιστούν από τον καιρό της
Ειρήνης, και σε εκείνες που μπορούν να διατηρηθούν σε καθαρά στρατηγικό
επίπεδο. Οι πρώτες, όπως προαναφέρθηκε και στην αμέσως προηγούμενη
παράγραφο θα πρέπει να διατεθούν απ’ ευθείας στους Διοικητές επ’ ωφελεία
των οποίων θα χρησιμοποιηθούν, ενώ οι δεύτερες θα μπορούν να διατεθούν
από τον Α/ΓΕΕΘΑ όπου αυτός κρίνει σκόπιμο, και ιδίως για την επίτευξη
στρατηγικών κατά το δυνατόν στόχων. Χωρίς φυσικά να αποκλείεται το
δικαίωμα του Α/ΓΕΕΘΑ να διατάξει την μετάγγιση δυνάμεων από το ένα
θέατρο επιχειρήσεων στο άλλο, αναλόγως της εξέλιξης των επιχειρήσεων.

Τέλος απαιτείται να συγκροτηθεί ένας ενιαίος διακλαδικός
επιτελικός φορέας λογιστικής υποστήριξης, ο οποίος θα διοικείται από
αξιωματικό βαθμού Αντιστρατήγου και θα υπάγεται απευθείας στον Α/ΓΕΕΘΑ,
ούτως ώστε το τεράστιο κεφάλαιο που ακούει στο όνομα Διοικητική Μέριμνα
να πάψει επιτέλους να αποτελεί βραχνά, αλλά με ορθή επιτελική εργασία από
τον καιρό της Ειρήνης να καθίσταται δυνατή η ευχερής και αποτελεσματική
υποστήριξη των ΕΔ στην πολεμική αποστολή τους. Ο φορέας αυτός θα
εδύνατο να αναλάβει όλο το έργο της διενέργειας διαγωνισμών, από οπλικά
συστήματα μέχρι αναλώσιμα, αλλά και την εξασφάλιση της υποστήριξης και
από πλευράς μεταφορών. Τέλος, θα ήταν δυνατή και η σύναψη συμβολαίων
με εργολάβους για την ανάληψη της παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών επί
τη βάσει συμβολαίων, πρακτική ευρέως διαδεδομένη πλέον στις ΕΔ πολλών
ΝΑΤΟϊκών χωρών. Στον φορέα αυτόν θα υπάγονταν οι τρεις σχηματισμοί ΔΜ
των τριών κλάδων, δηλαδή η ΑΣΔΥΣ, η ΔΔΜΝ και η ΔΑΥ, με αποτέλεσμα να
επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακος και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των τριών
κλάδων μέσω της αμοιβαίας χρήσης των δομών του καθενός από αυτούς.

Ειδικά για την ΑΣΔΥΣ, προκρίνεται το μοντέλο της μετακίνησής της από την
περιοχή της Αττικής προς την Θεσσαλία, με νέα έδρα της την Λάρισα, και
κύριο έργο την υποστήριξη των δυνάμεων του ΣΞ πανελλαδικά, των
δυνάμεων στην Θράκη μέσω της ΜΕΡΥΠ (Θεσσαλονίκη) και των δυνάμεων
στο αιγαιακό θέατρο επιχειρήσεων και στην Κύπρο μέσω της ΔΥΒ. Κατ’
αυτόν τον τρόπο θα επιτυγχανόταν η αποσυμφόρηση του λεκανοπεδίου
Αττικής και η σμίκρυνση των αποστάσεων υποστήριξης των Μονάδων της
Θράκης (όπου είναι και η κύρια προσπάθεια του ΣΞ), ενώ τέλος θα μπορούσε
να ανατεθεί σε κατάλληλο κλιμάκιο αυτής, η ασφάλεια της περιοχής της
Ζώνης Συγκοινωνιών του ΣΞ που είναι η περιοχή της Θεσσαλίας,
απαλλάσσοντας από μια επιπλέον έγνοια τον Διοικητή Στρατιάς και το
επιτελείο του, επιτρέποντάς τους να επικεντρωθούν ακόμη περισσότερο στην
υποστήριξη των επιχειρήσεων σε Μακεδονία-Θράκη.

Η εκτιθέμενη ανωτέρω δομή διοίκησης και επιχειρησιακού ελέγχου, θα
διευκολύνει τα μάλα τον Α/ΓΕΕΘΑ να επικεντρωθεί στην παρατήρηση εκ του
μακρόθεν της κατάστασης που θα επικρατεί στα δύο κύρια θέατρα
επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα θα δύναται να χειριστεί δύο εξίσου σημαντικά
θέματα, τα οποία θα εξελίσσονται παράλληλα, και θα επηρεάζουν άμεσα την
θέση της χώρας και την έκβαση της πολεμικής αναμέτρησης. Και αυτά είναι:
Η υποβοήθηση της Κυβέρνησης στην διπλωματική προσπάθεια
εξασφάλισης υποστήριξης της χώρας σε διεθνές επίπεδο. Είναι δεδομένο ότι
από πριν ακόμη ξεκινήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις η διπλωματική
δραστηριότητα θα προσλαμβάνει φρενήρεις ρυθμούς. Ο Α/ΓΕΕΘΑ, πολύ
περισσότερο από τον κάθε ΥΕΘΑ, αποτελεί το προς τα έξω πρόσωπο των
ΕΔ της χώρας και σε επίπεδο στρατιωτικής διπλωματίας θα πρέπει να του
εξασφαλίζεται η ευχέρεια ελιγμών. Φερ’ ειπείν τις χρήσης τυχόν
διαπροσωπικών σχέσεων και διασυνδέσεων που οπωσδήποτε θα έχει με
αρχηγούς άλλων χωρών. Ομοίως, ο Α/ΓΕΕΘΑ θα πρέπει μέσω των αρμοδίων
οργάνων του να παρέχει διαρκώς υποστήριξη σε επίπεδο πληροφοριών προς
τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα σχετικά με την εξέλιξη των επιχειρήσεων,
ώστε να γίνεται κατά περίπτωση χρήση αυτών ως διαπραγματευτικών ατού.

Η εξασφάλιση του εσωτερικού μετώπου. Το εσωτερικό μέτωπο
μιας χώρας (Home Front κατά την αγγλική ορολογία), ανέκαθεν ήταν ιδιαίτερα
σημαντικό. Πόσω μάλλον σήμερα, οπότε και με την ανάπτυξη του υβριδικού
πολέμου, λόγω των νέων σημαντικών τεχνολογικών καινοτομιών, ο γενικός
πληθυσμός μιας χώρας καθίσταται ευάλωτος σε κάθε μορφή απειλής.
> Χαρακτηριστικές είναι πλέον οι πληροφοριακές επιχειρήσεις,
ουσιαστικά δηλαδή η προσπάθεια επηρεασμού μέσα από την χρήση των
ΜΜΕ. Κι επειδή πλέον με την αλματώδη εξέλιξη και διείσδυση του διαδικτύου,
αλλά και την ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο έλεγχος τους με
κατασταλτικά μέσα καθίσταται ολοένα και δυσχερέστερος, οι πληροφοριακές

επιχειρήσεις θα αποτελέσουν βασικό κομμάτι της δραστηριότητας απόλυτα
εξειδικευμένου τμήματος των ΕΔ μιας χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α/ΓΕΕΘΑ
με το επιτελείο του θα κληθούν να παίξουν πρωταρχικό ρόλο, με κύριο
αντικειμενικό σκοπό τον έλεγχο της πληροφορίας και την παρουσίαση της
επίσημης προπαγάνδας, δραστηριότητα που θα αποσκοπεί στην
υποβοήθηση του αγώνα της χώρας. Ας μην παραβλέπουμε δε και τον ρόλο
που θα κληθεί το ΓΕΕΘΑ να διαδραματίσει στην προσπάθεια αντιμετώπισης
των κυβερνοεπιθέσεων κατά ζωτικών κέντρων του Κράτους. Άπασαι αι
ανωτέρω απειλητικές δραστηριότητες, πέραν της δραστηριοποίησης στην
αντιμετώπισή τους και άλλων κρατικών φορέων, εκτιμάται ότι είναι πολύ
ευκολότερο να αντιμετωπισθούν από ένα στρατιωτικά οργανωμένο και
πειθαρχημένο επιτελείο, όπως αυτό του ΓΕΕΘΑ.

> Άλλος σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί
οπωσδήποτε υπόψη, είναι η πληθυσμιακή αλλοίωση της χώρας. Με τον όρο
αυτό, εννοείται η παρουσία πλέον «εντός των τειχών», μεγάλου αριθμού
αλλοδαπών, και μάλιστα αλλόθρησκων. Από αυτούς, ως ιδιαιτέρας
επικινδυνότητας κρίνονται οι μουσουλμάνοι, αφού αφενός έχουν το ίδιο
θρήσκευμα με την κυριότερη εξωτερική απειλή, αφετέρου πλείστοι όσοι εξ’
αυτών διέπονται από μισαλλόδοξα αισθήματα κατά των δυτικών χριστιανικών
κοινωνιών. Χωρίς φυσικά να παραβλέπεται και το γεγονός ότι ένιοι
τυχάρπαστοι αλλοδαποί μετανάστες, ασχέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων
δύναται εξαγοραζόμενοι να αποτελέσουν εν δυνάμει απειλή. Οι μορφές με τις
οποίες μπορεί να πραγματωθεί η εξ αυτών των πηγών απειλή, είναι είτε η
τυφλή πρόκληση ταραχών, με βίαιες καταστροφικές εκδηλώσεις, κατά τις
οποίες θα προκληθούν εκτεταμένες καταστροφές εν μέσω οχλοκρατικών
εκδηλώσεων, κυρίως στον αστικό ιστό των κυριοτέρων πόλεων της χώρας,
ένθα και εγκαταβιούν μεγάλοι πληθυσμοί αλλοδαπών, είτε με δολιοφθορές
κρισίμων υποδομών, όπου δη ανά την χώρα, είτε τέλος με αντάρτικο σε
κρίσιμες περιοχές, όπου υφίστανται γηγενείς αλλόθρησκοι πληθυσμοί.
Την σημασία των παραπάνω απειλών στο εσωτερικό του κράτους,
ουδόλως πρέπει να παραγνωρίζουμε, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να
προκαλέσουν μείζονα αναστάτωση στην πολεμική προπαρασκευή και
κινητοποίηση της χώρας και να υπονομεύσουν σαφώς την δυνατότητα της να
αμυνθεί αποτελεσματικά.

Οπωσδήποτε, το κύριο βάρος της αντιμετώπισης των ανωτέρω
κινδύνων-απειλών θα πέσει στους ώμους των Σωμάτων Ασφαλείας. Στο
σημείο δε αυτό, ήρθε η στιγμή να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια κατάματα, και
η αλήθεια αυτή σύγκειται στο γεγονός ότι η χώρα δεν διαθέτει πλέον Σώματα
Ασφαλείας πλήρως ικανά να αντιμετωπίσουν τόσο αντίξοες συνθήκες. Τα
ελληνικά Σώματα Ασφαλείας, μετατράπηκαν σταδιακά σε σώματα
«ειρηνοφυλάκων» διαπνεόμενα από ακραία δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία,
χωρίς το παραμικρό μαχητικό πνεύμα, πλην ίσως ορισμένων επίλεκτων
δυνάμεων. Δυνάμεων όμως, πλήρως ανεπαρκών σε αριθμό, και εξίσου
ανεπαρκώς εξοπλισμένων. Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι η κατά
καιρούς αδυναμία αντιμετώπισης βαριά εξοπλισμένων αιμοσταγών
κακοποιών, μεμονωμένων όμως σε κάθε περίπτωση, οι οποίοι κανονικά θα
έπρεπε να είχαν εξουδετερωθεί σε ελάχιστο χρόνο, δεδομένων των
περιορισμένων διαστάσεων του ελληνικού εδαφικού χώρου.
Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή της καταδίωξης του Μάριον Κόλα και
της συμμορίας του. Η εξουδετέρωση τους κατέστη δυνατή μόνο κατόπιν της
συνδρομής των ΕΔ, μέσω ελευθέρων σκοπευτών και μη επανδρωμένων
αεροχημάτων. Απόδειξη του γεγονότος, ότι η απλή κατοχή βαρέως (για τα
ελληνικά αστυνομικά δεδομένα) οπλισμού, όπως τα τυφέκια G3 δεν έχει να
προσφέρει κάτι εάν ο φέρων τον οπλισμό αυτό δεν είναι εξοικειωμένος με την
άμεση χρήση αυτού. Τοιαύτη είναι η περίπτωση του άτυχου αστυφύλακα, στο
πρώτο μπλόκο στο οποίο ακινητοποιήθηκε η εν λόγω συμμορία. Ο δυστυχής
αστυνομικός, καίτοι οπλισμένος με τυφέκιο G3, δηλαδή όπλο πανομοιότυπο
με αυτά που εξοπλίζουν το ελληνικό πεζικό, δεν κατόρθωσε να το
χρησιμοποιήσει κατά των κακοποιών, προφανώς λόγω άγνοιας των κανόνων
προστασίας κατά την οργάνωση και λειτουργία ενός Σημείου Ελέγχου
(Checkpoint), ίσως όχι του ιδίου, πάντως αναμφισβήτητα του επικεφαλής του.
Γενικά, το προσωπικό των ΣΑ, όπως προκύπτει από σωρεία περιστατικών,
(υποθέσεις Σορίν Ματέι, Πάσσαρη, ρώσου δραπέτη Μαξίμ Ζιλίν) δεν
χαρακτηρίζεται από επαγγελματική νοοτροπία, τουλάχιστον στα θέματα της
κατάλληλης εκπαίδευσης και προετοιμασίας για την αντιμετώπιση ένοπλων
απειλών. Απόρροια και αυτό της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας που έχει
επικρατήσει. Δίνεται γενικά η εντύπωση πως ενεργούν «σαν να μην πηγαίνει
ο νους τους στο κακό». Είναι λοιπόν σφόδρα πιθανό, ότι εν τέλει η ανάγκη για
την δραστηριοποίηση και απασχόληση στρατιωτικών δυνάμεων για έλεγχο
του εσωτερικού της χώρας θα καταστεί αδήριτος, στρατιωτικών δυνάμεων
όμως, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι είδος εν ανεπαρκεία και η απόσπασή
τους σε καθήκοντα εσωτερικού ελέγχου θα τις στερήσει από πολεμικά θέατρα
επιχειρήσεων.

Και εδώ πλέον φτάνουμε στην ουσία της υπόθεσης, ήτοι στον άκρως
απαραίτητο διαχωρισμό του αστυνομικού έργου σε δύο διακριτές κατηγορίες:
α) της καθημερινής αστυνόμευσης και της πάταξης του κοινού εγκλήματος
αφενός, και β) της αντιμετώπισης σοβαρών ένοπλων απειλών αφετέρου. Η
πρώτη απαιτεί την ύπαρξη ενός αστυνομικού σώματος φιλικού προς τον
πολίτη, πολιτικού χαρακτήρα, προσανατολισμένου να αντιμετωπίσει τις
καθημερινές ανάγκες από την εξιχνίαση εγκληματικών ενεργειών μέσω
επιστημονικών μεθόδων και την σύλληψη ελαφρά οπλισμένων κακοποιών,
μέχρι την παροχή υπηρεσιών όπως η ταυτοποίηση υπογραφής και η έκδοση
διαβατηρίων. Σε περίπτωση επιχειρήσεων το εν λόγω σώμα πρέπει να είναι
σε θέση να οργανώσει και να κατευθύνει την επιχείρηση προστασίας του
άμαχου πληθυσμού, και της απομάκρυνσής του από επικίνδυνες ζώνες.
Η δεύτερη κατηγορία απαιτεί την ύπαρξη ενός σώματος στρατιωτικά
οργανωμένου και εξοπλισμένου, έτοιμου ανά πάσα ώρα και στιγμή να
αντιμετωπίσει την όποια απειλή από ένοπλα κακοποιά στοιχεία και να
καταστείλει την όποια εξέγερση. Παράλληλα να είναι σε θέση να εξασφαλίσει
εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας και υποδομές, συνεργαζόμενο επί τη βάσει
κοινής αντίληψης και νοοτροπίας με τις στρατιωτικές δυνάμεις, το έργο των
οποίων να υποβοηθά ποικιλοτρόπως.

Ο Γιώργος Ράγκος είναι Ταγματάρχης (ΤΘ) και έχει σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 Επιμέλεια κειμένου: Φίλιππος Κοντιζάς.
    Ο Φίλιππος Κοντιζάς είναι Στρατιωτικός Δικαστής, έχει σπουδάσει διεθνείς σχέσεις και στρατηγικές σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι Υποψήφιος διδάκτωρ στο ίδιο Πανεπιστήμιο.