Οι απαρχές των ρωγμών στα θεμέλια της Ευρώπης. Μία ανάλυση του Stratfor*

 

Η ευρωπαϊκή ιστορία μπορεί να ιδωθεί ως μια συνεχής προσπάθεια εξεύρεσης ισορροπίας μεταξύ κυρίαρχων κρατών και θεσμών που έχουν ως στόχο να τα υπερβούν.

Το ευρωπαϊκό πείραμα που ένωσε μία ήπειρο, φθαρμένη από τον πόλεμο, τέθηκε σε ισχύ πριν από 60 χρόνια στη Ρώμη. Στις 25 Μαρτίου 1957, η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης για να διαμορφώσουν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, το κέντρο γύρω από το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση συγχωνεύτηκε τελικά. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η εξαμελής «λέσχη» στη δυτική Ευρώπη εξελίχθηκε σε έναν ηπειρωτικό οργανισμό που έχει επιπτώσεις στις ζωές πάνω από 500 εκατομμυρίων ανθρώπων και αποτελείται από 28 (σύντομα 27) κράτη-μέλη. Αλλά ενώ η Συνθήκη της Ρώμης οδήγησε στη δημιουργία της μεγαλύτερης εμπορικής ομάδας στον κόσμο, καθιέρωσε επίσης ένα θεσμικό πρότυπο που παρουσιάζει σαφή σημάδια φθοράς.

 

Η Συνθήκη της Ρώμης και οι συμφωνίες που προηγήθηκαν, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, δημιουργήθηκαν με την ίδια πρόθεση: να απαντήσουν στο “γερμανικό ζήτημα”, δηλαδή για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του ρόλου της Γερμανίας στην Ευρώπη. Προτού η ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα γεννηθεί, προτάθηκαν τρία προγράμματα που εστίαζαν σε στρατιωτικά ζητήματα και ζητήματα ασφαλείας στην Ευρώπη. Όλα προτάσεις της Γαλλίας, του κύριου στόχου της 75ετούς γερμανικής στρατιωτικής επιθετικότητας που τελείωσε με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Το 1950, η γαλλική κυβέρνηση προώθησε την ιδέα της Ευρωπαϊκής  Αμυντικής Κοινότητας, με στόχο τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού στρατού. Η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο υπέγραψαν τη Συνθήκη για την ίδρυση της κοινότητας το 1952, αλλά μετά την αποτυχία να επικυρωθεί από το γαλλικό Κοινοβούλιο, το εγχείρημα  εγκαταλείφθηκε το 1954. Η ίδια ομάδα χωρών ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα το 1951, την οποία η Γαλλία ήλπιζε να χρησιμοποιήσει για να περιορίσει τη γερμανική παραγωγή χάλυβα και να κερδίσει κάποιο βαθμό ελέγχου αναφορικά με τον ανεφοδιασμό άνθρακα που χρειαζόταν η Γερμανία για την οικονομία της. Έξι χρόνια αργότερα, προαναφερθέντα  τα κράτη-μέλη ίδρυσαν επίσης την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας για να αυξήσουν την πυρηνική συνεργασία τους. (Η συνθήκη ΕΥΡΑΤΟΜ υπογράφηκε παράλληλα με την συμφωνία για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και οδήγησε μερικούς ιστορικούς της ΕΕ να τις ονομάσουν «Συνθήκες της Ρώμης»).

Τα μαθήματα που διδαχτήκαμε από εκείνα τα εγχειρήματα, και οι δομές που δημιούργησαν, προετοίμασαν το έδαφος για τη γέννηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Αλλά η σύσταση της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς, στην οποία τα αγαθά, οι άνθρωποι, το κεφάλαιο και οι υπηρεσίες θα κινούνταν ελεύθερα, δεν ήταν η μόνη πρόταση υπό εξέταση τότε. Η βρετανική κυβέρνηση προασπίστηκε την ανάπτυξη μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, η οποία χαρακτηριζόταν ως πιο μετριοπαθές εγχείρημα. Αλλά η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα είχε μια ευδιάκριτη πολιτική φιλοδοξία που δεν ήταν παρούσα στην βρετανική πρόταση, η οποία θα οδηγούσε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών. Η πιο αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ των δύο ήταν η ανάπτυξη μιας Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα που θα λειτουργούσε πάνω από τις εθνικές κυβερνήσεις και θα επόπτευε τη λειτουργία της κοινότητας.

 

Τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης

Στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εγχειρημάτων της δεκαετίας του ’50 ήταν η έννοια του λειτουργισμού, ή η ιδέα ότι οι εθνικές κυβερνήσεις οφείλουν σταδιακά να μεταφέρουν τα δικαιώματα των διαφορετικών τομέων πολιτικής σε υπερεθνικές δομές, διοικούμενες από τεχνοκράτες. Αυτή η αντίληψη είχε μια παρατεταμένη επιρροή στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η αντίληψη ότι οι υπερεθνικοί διευθυντές είναι πιο αποδοτικοί από τις εθνικές κυβερνήσεις έχει εγείρει ερωτήματα για τη δημοκρατική νομιμότητα των ευρωπαϊκών δομών, τα οποία τα κράτη-μέλη προσπαθούν ακόμα να απαντήσουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι ευρωπαίοι ηγέτες επιδίωξαν να ενισχύσουν το ρόλο και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το μόνο διεθνή θεσμό τα μέλη το οποίου εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία, σε μία προσπάθεια να στηριχτεί η νομιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά η κατηγορία ότι η ομάδα κυβερνάται από τους μη-εκλεγμένους τεχνοκράτες των Βρυξελλών παραμένει ένα ισχυρό επιχείρημα πολλών ευρωσκεπτικιστικών πολιτικών κομμάτων.

 

Τα θεμέλια της Συνθήκης της Ρώμης είχαν επίσης μια τελεολογική πτυχή, αφού οι συντάκτες της προέβλεψαν ότι η ομάδα, θα κινούταν αταλάντευτα προς μία μεγαλύτερη ολοκλήρωση. Η συνθήκη δεν αναφέρεται σε  έναν τελικό στόχο, την δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», αλλά μιλά για μια «πιο στενή ένωση» μεταξύ των μελών της. Ακαδημαϊκοί  και πολιτικοί ακόμα διαφωνούν για το εάν τα αρχικά μέλη της συνθήκης είχαν στο μυαλό τους ένα ομοσπονδιακό σύστημα για την Ευρώπη. Αλλά η πεποίθηση ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα προορίζεται για να κινηθεί σε εκείνη την κατεύθυνση έχει παραμείνει κυρίαρχο πολιτικό δόγμα κατά το μεγαλύτερο διάστημα των τελευταίων έξι δεκαετιών.

Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σχεδιάστηκαν για να είναι ανεξάρτητοι από τις εθνικές κυβερνήσεις, τουλάχιστον στα χαρτιά. Τα ηπειρωτικά μέλη είδαν αυτήν την αρχή ως αιτιολόγηση για να επεκτείνουν τη δύναμή τους πάνω σε τομείς που οι συνθήκες δεν διευκρινίζουν απαραιτήτως. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο σε αυτήν την διαδικασία. Οι αποφάσεις του αύξησαν, τόσο την εξουσία του, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεγονός που δημιούργησε νέες πολιτικές και νομικές πραγματικότητες που σε πολλές περιπτώσεις οι εθνικές κυβερνήσεις επικύρωσαν μόνο μετά από αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων.

 

Τα κράτη-μέλη συχνά αποδέχτηκαν αυτές τις αλλαγές, αν και διστακτικά. Για παράδειγμα, η Γαλλία απέσυρε προσωρινά τους αντιπροσώπους της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 1965 ως διαμαρτυρία για το σχέδιο της Επιτροπής να δημιουργήσει τους δικούς της οικονομικούς πόρους, μειώνοντας έτσι την εξάρτησή της από τις συνεισφορές των υπολοίπων κρατών-μελών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια, με τη σειρά τους, εξαπέλυσαν μεγάλες νομικές μάχες για το αν η ευρωπαϊκή νομοθεσία ή η εθνική νομοθεσία υπερισχύει έναντι της άλλης.

 

Αυτή η διαμάχη, μεταξύ των εθνικών και των υπερεθνικών αρχών, οδήγησε στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη δεκαετία του 1970. Αυτό που αρχικά προοριζόταν να είναι ένα άτυπο φόρουμ, στο οποίο ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας και ο πρόεδρος της Γαλλίας θα συζητούν για ηπειρωτικά ζητήματα, εξελίχθηκε σε ένα επίσημο θεσμό που περιλαμβάνει τους ηγέτες από το μπλοκ των κρατών-μελών. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την καθημερινή διοίκηση του μπλοκ, οι δύσκολες πολιτικές αποφάσεις αφήνονται στο Συμβούλιο. Από πολλές απόψεις, η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ιδωθεί ως μια διαρκής προσπάθεια εύρεσης μιας ισορροπίας μεταξύ των κυρίαρχων κρατών και των θεσμών που έχουν σκοπό να στους υπερβούν.

 

 

Η κληρονομιά της Συνθήκης της Ρώμης

Η πολιτική διαδικασία που άρχισε με τη Συνθήκη της Ρώμης, οδήγησε σε αυτό που είναι ίσως η πιο δραματική αναμόρφωση του Ευρωπαϊκού μπλοκ μέχρι σήμερα. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπογράφηκε το 1992, είναι η ιδεολογική κληρονομιά της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία επεκτείνεται στην ιδέα μιας ενωμένης Ευρώπης. Όπως η Συνθήκη της Ρώμης, έτσι και η Συνθήκη του Μάαστριχτ προσπάθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα του ρόλου της Γερμανίας στην ηπειρωτική Ευρώπη, ωθούμενη από την επανένωση της χώρας το 1990. Πολλοί από τους όρους της Συνθήκης του Μάαστριχτ στόχευαν στο να διαλυθεί οριστικά το έθνος-κράτος υπέρ των υπερεθνικών δομών, αλλά η πιο ριζοσπαστική καινοτομία της ήταν η εισαγωγή του ευρώ.

 

Οικονομολόγοι από όλο τον κόσμο προειδοποίησαν για τους κινδύνους από την εισαγωγή ενός κοινού νομίσματος σε μια περιοχή όπου οι παράγοντες που απαιτούνται για να λειτουργήσει (όπως η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού ή οι μηχανισμοί για την εξασφάλιση δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μεταξύ των ιδιαίτερα ετερογενών χωρών) δεν υφίσταντο όλοι. Αλλά η απόφαση να προχωρήσουν με το ευρώ ήταν καθαρά πολιτική. Υπήρχε η πεποίθηση μεταξύ των κυβερνήσεων και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ ότι η προοδευτική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα αντιμετώπιζε τις αδυναμίες της ευρωζώνης -μια ιδεολογική βεβαιότητα, η οποία μπορεί να αναχθεί στη Συνθήκη της Ρώμης.

 

Και ακόμα πιο σημαντικό, η επανένωση της Γερμανίας έκανε τη Γαλλία όλο και πιο πρόθυμη να διασφαλίσει ότι το Παρίσι και το Βερολίνο θα συνδέονται τόσο στενά με πολιτικές και οικονομικές δομές που ένας άλλος πόλεμος μεταξύ τους θα ήταν σχεδόν αδύνατος. Μετά από σημαντικές πολιτικές διαπραγματεύσεις, η Γερμανία συμφώνησε να εγκαταλείψει το γερμανικό μάρκο, αλλά μόνον αφού εξασφάλισε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διαμορφωνόταν κατά την Bundesbank, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο της τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, ακόμη και σε βάρος της οικονομικής ανάπτυξης.

 

Και έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνέδεσε το μέλλον της με αυτό της νομισματικής ένωσης. Το έργο λειτούργησε καλά για σχεδόν μια δεκαετία -ίσως πάρα πολύ καλά. Οι κυβερνήσεις και οι αγορές εφησύχασαν στην ιδέα ότι τα χρέη όλων των κρατών-μελών του ευρώ έφεραν παρόμοια επίπεδα ρίσκου/κινδύνου (και, ως εκ τούτου, αξίωναν παρόμοια επιτόκια). Όμως, παρότι μοιράζονται ένα κοινό νόμισμα, μια οικονομία όπως η ελληνική δεν μπορεί να συγκριθεί με μια, όπως της Γερμανίας. Όταν η κρίση χρέους της ευρωζώνης τελικά εξερράγη, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης αρνήθηκαν να γίνουν οι δανειστές έσχατης ανάγκης για τους γείτονές τους στο νότο. Πακέτα διάσωσης τελικά παρασχέθηκαν υπό τη μορφή δανείων που έπρεπε να επιστραφούν, και τα μέτρα λιτότητας, που τα συνόδευαν, μετέτρεψαν την ύφεση σε οικονομική κρίση.

 

 

 Κρίση αξιοπιστίας

Η οικονομική κρίση κατέστρεψε την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων εξακολουθούν να θέλουν τη χώρα τους μέσα στην ευρωζώνη, αν και υποστήριξη αυτή ποικίλλει σημαντικά, από περίπου 80 τοις εκατό σε μέρη όπως το Λουξεμβούργο σε περίπου 50 τοις εκατό στην Ιταλία. Σε πολλές περιπτώσεις, η υποστήριξη για το κοινό νόμισμα είναι λιγότερο ένα προϊόν παροχής μίας ευρύτερης ευρωπαϊκής ταυτότητας και περισσότερο ο φόβος των πιθανών συνεπειών εξόδου από τη νομισματική ζώνη. Καθότι μέλη της ΕΕ εκτός της ζώνης του ευρώ (όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία και η Ρουμανία) βίωσαν ταχύτερη και ισχυρότερη ανάκαμψη από τους ομολόγους τους στην ευρωζώνη, οι ευρωπαϊστές δυσκολεύτηκαν ως προς την υπεράσπιση το ευρώ, για άλλους λόγους πέραν της πολιτικής του σημασίας.

Αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ζήτημα: Για τους περισσότερους Ευρωπαίους, η πολιτική αφοσίωση τελειώνει σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή κρίση έχει αναζωπυρώσει εθνικιστικά αισθήματα που έξι δεκαετίες Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης απέτυχαν να σβήσουν. Πολλοί από τους 500 εκατομμύρια ανθρώπους, που υπόκεινται στην άμεσης επιρροή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθούν να βλέπουν το μπλοκ ως ξένη και απόμακρη δύναμη, και παράλληλα η πολύπλοκη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και οι συχνά μη διαφανείς μηχανισμοί κάνουν ελάχιστα για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους.

Η Συνθήκη της Ρώμης σηματοδότησε την έναρξη μιας πολιτικής διαδικασίας που κατά τα επόμενα 60 χρόνια συνέβαλε στην ειρήνευση της ηπείρου, στην απελευθέρωση των οικονομιών, στον εκδημοκρατισμό της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης, και στη άρση των φραγμών μεταξύ των κοινωνιών και των χωρών. Παρά τις όποιες αδυναμίες της, πολλές χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτή. Αλλά την ίδια στιγμή, η Συνθήκη δημιούργησε ένα συστατικό μύθο και μια ιδεολογική δομή που συχνά οδήγησαν σε ατελή πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά αποτελέσματα. Οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις μπορεί να μην είναι ακόμα αρκετά ισχυρές για να αναλάβουν τον έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων, αλλά οι προσδιοριστικοί παράγοντες που συντέλεσαν στην εμφάνιση τους θα συνεχίσουν να απειλούν τη συνέχεια της Ένωσης. Ακόμη και χωρίς τον ευρωσκεπτικισμό, τα υψηλά επίπεδα χρέους σε ορισμένα κράτη-μέλη, το αδύναμο τραπεζικό σύστημα σε άλλα και οι αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ Βορρά και Νότου θα συνεχίσουν να προκαλούν προβλήματα.

Αφότου το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Ιούνιο του 2016, οι ηγέτες της ΕΕ έχουν συμβιβαστεί με το γεγονός ότι οι προηγούμενες  προσεγγίσεις του τύπου «μία λύση για όλους» στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παρέλειψε να λάβει υπόψη τη γεωγραφία που έχει κατακερματίσει την Ευρώπη, όπου απόπειρες ομοσπονδιοποίησης είναι εξαιρετικά δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να εφαρμοστούν. Οι πρόσφατες προτάσεις να αναστήσουν παλιές ιδέες μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, οι οποία δεν θα απαιτούσε να συγκλίνουν όλα τα κράτη-μέλη, είναι ένα ασυνήθιστο θέαμα πραγματισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ. Εξήντα χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει περήφανη για το παρελθόν της, αλλά ταυτόχρονα ακόμα αβέβαιη  για το μέλλον της.

Μετάφραση Ανιέζα Βόξη

_*About Stratfor

Stratfor is a leading geopolitical intelligence platform, empowering businesses, governments and individuals to more effectively control their destiny in an increasingly chaotic global environment. Globally engaged businesses, organizations and individuals join Stratfor for objective geopolitical intelligence and analysis that reveals the underlying significance and future implications of emerging world events.