Σκληρή μάχη για την εξεύρεση κοινού εδάφους στην Ουάσιγκτον. Stratfor Worldview Μετάφραση του Βασίλη Φούκα

Πρόβλεψη

  • Αντιμέτωπη με τον αυξανόμενο προστατευτισμό των ΗΠΑ, η Γερμανία θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με τη νέα κυβέρνηση της Ουάσιγκτον για να εκτονώσει την ένταση που έχει προκύψει μεταξύ τους.
  • Την ίδια στιγμή, το Βερολίνο θα προσαρμόσει τις θέσεις του σχετικά με ορισμένες πολιτικές της ΕΕ για τη διατήρηση της ενιαίας αγοράς που είναι τόσο κρίσιμη για την επιτυχία της οικονομίας του.
  • Η Γερμανία θα αναζητήσει νέους προορισμούς για τις εξαγωγές της προωθώντας παράλληλα τις διαπραγματεύσεις για ελεύθερο εμπόριο μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αναδυόμενων αγορών.

Ανάλυση

Από την ανάληψη των καθηκόντων του στις 20 Ιανουαρίου, o Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump έχει θέσει τη συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ στην κορυφή της οικονομικής του ατζέντας. Αφού εξαπέλυσε σφοδρή κριτική του στις χώρες προς τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα εμπορικά ελλείμματα και τις απείλησε με κυρώσεις υπό τη μορφη τελωνειακών δασμών, οι εμπορικοί εταίροι της Ουάσιγκτον έχουν προσπαθήσει να βρουν στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες της νέας κυβέρνησης. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε έχει ήδη καθίσει στο τραπέζι με τον Τραμπ για να υπερασπιστεί τις πολιτικές της χώρας του, ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Η Άνγκελα Μέρκελ θα μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 14 Μαρτίου για την πρώτη συνάντηση με τον Τραμπ, μια ημέρα πριν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε συνομιλήσει με τον Υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Steven Mnuchin στη Γερμανία.

Επειδή οι εξαγωγές είναι η ψυχή της γερμανικής οικονομίας, η προοπτική ενός εμπορικού πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια πηγή βαθιάς ανησυχίας για το Βερολίνο. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τις απειλές της Ουάσινγκτον να αγνοήσει τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου -του συνολικού πλαισίου επάνω στο οποίο έχει χτιστεί το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας. Καθώς η κυβέρνηση Μέρκελ προσαρμόζει την προσέγγισή της προς τον υπερατλαντικό μακροχρόνιο εταίρο της, το Βερολίνο θα πρέπει να αποφασίσει αν θα λάβει μέτρα για την υπεράσπιση των πολυμερών θεσμών που στηρίζουν την επιτυχία του, ή θα προσαρμοστεί σε μία νέα πραγματικότητα στην οποία η Washington δεν τους υποστηρίζει πλέον.

Διασταρώνοντας τα ξίφη τους

Από την αρχή του έτους, υψηλόβαθμοι Αμερικανοί και Γερμανοί αξιωματούχοι πραγματοποίησαν μια σειρά συναντήσεων, σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους. Μετά το ταξίδι του Γερμανού Αντικαγκελάριου Sigmar Gabriel στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος Mike Pence επισκέφθηκε με τη σειρά του τη Γερμανία λίγες ημέρες αργότερα. Οι συναντήσεις προσέγγισης των Μέρκελ και Σόιμπλε με Trump και Mnuchin αντίστοιχα υπογραμμίζουν την αποφασιστικότητά του Βερολίνου να κρατήσει τις γραμμές επικοινωνίας ανοικτές στα υψηλότερα κυβερνητικά επίπεδα. Η τρέχουσα θέση της Γερμανίας στην εκ περιτροπής προεδρία της G-20, εξάλλου, της δίνει πληθώρα επιλογών να  θέσει επί τάπητος τη συζήτηση των παγκόσμιων εμπορικών θεμάτων με την Ουάσιγκτον που ξεπερνούν τις δικές τους διμερείς σχέσεις.

Αλλά οι προσπάθειες του Βερολίνου να οδηγήσει το διάλογο σε μια πιο θετική κατεύθυνση, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα κατηγορήσει τη Γερμανία για την εκμετάλλευση της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη ώστε να εξασφαλίσει αδίκως πλεονέκτημα. Εξάλλου, συνεχίζει το επιχείρημα τους, το γερμανικό μάρκο κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν τόσο φθηνό όσο το ευρώ. Όντας στην Ευρωπαϊκή νομισματική ζώνη, η Γερμανία έχει υποτιμήσει το νόμισμά της σε σχέση με το δολάριο, μετατρέποντας το προς όφελος των Γερμανών εξαγωγέων. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει υπαινιχθεί ότι μπορεί να το θεωρήσει ως μία περίπτωση «νομισματικής χειραγώγησης», αν και Γερμανοί αξιωματούχοι έχουν επισημάνει πως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – και όχι το Βερολίνο – που ελέγχει την αξία του ευρώ.

Γερμανικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών BMW και Mercedes, έχουν δεχθεί αρκετά πυρά για τις πρακτικές τους. Σύμφωνα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Γερμανοί κατασκευαστές αυτοκινήτων πρέπει να κατασκευάζουν περισσότερα οχήματα στο έδαφος των ΗΠΑ και όχι να τα εξάγουν σε αυτές μέσω άλλων χωρών όπως το Μεξικό. Ωστόσο, το Βερολίνο αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις είναι στην πραγματικότητα σημαντικοί εργοδότες στις Ηνωμένες Πολιτείες και περιλαμβάνουν πολλές εταιρείες των ΗΠΑ στις αλυσίδες εφοδιασμού τους. Στην πραγματικότητα, η BMW είναι ο μεγαλύτερη εξαγωγέας αυτοκινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γερμανία μάιστα έχει υπογραμμίσει ότι η επιτυχία των εξαγωγών της μπορεί να εξηγηθεί από την ποιότητά τους, αποδίδοντας το οικονομικό βάρος στις απλές δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης που υπαγορεύει η παγκόσμια οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

Το Βερολίνο διατηρεί τις επιλογές του ανοιχτές

Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγαλύτερος προορισμός των Γερμανικών εξαγωγών, αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10% αυτών. Η συντριπτική πλειοψηφία των γερμανικών προϊόντων πηγαίνει σε άλλες χώρες του κόσμου, και, κατά τους επόμενους μήνες, το Βερολίνο θα κάνει ό, τι μπορεί για να προστατεύσει και να ενισχύσει τους δεσμούς της με εμπορικούς εταίρους σε άλλα μέρη του κόσμου.

Ο κεντρικός κορμός αυτής της πολιτικής θα διατηρεί την πρόσβαση της στις ευρωπαϊκές αγορές. Η πρωτόγνωρη τριβή του Βερολίνου με την Ουάσιγκτον έχει ήδη οδηγήσει τη γερμανική κυβέρνηση στην αλλαγή στάσης σε ορισμένα θέματα της ΕΕ. Για παράδειγμα, το Βερολίνο χαιρέτισε την πρόσφατη πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιτρέψει σε κάποια μέλη της να εμβαθύνουν τους οικονομικούς και πολιτικούς τους δεσμούς και σε άλλα να εξαιρεθούν από αυτή τη διαδικασία. Η ευελιξία αυτή έχει ως στόχο να προστατεύσει την ενιαία αγορά της Ευρώπης, στην οποία αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαια και άνθρωποι μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα, ενώ αναγνωρίζει ότι τα μέλη της ΕΕ έχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη μελλοντική μορφή της Ένωσης. Αν και η ιδέα μίας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων» έχει μια σειρά ελλείψεων, αποδεικνύει την προθυμία του Βερολίνου να υιοθετήσει μια πραγματιστική προσέγγιση για την προστασία της ενιαίας αγοράς που είναι τόσο κρίσιμη για τη δική του εμπορικές πολιτικές.

Η Γερμανία θα αντισταθμίσει επίσης τις επενδύσεις της, αναζητώντας νέες αγορές για τις εξαγωγές της. Το Βερολίνο έχει ήδη ρίξει το βάρος του στο σχέδιο των Βρυξελλών για τη συνέχιση πολλών συνομιλιών που είχαν παγώσει σχετικά με το ελεύθερο εμπόριο. Στις αρχές Φεβρουαρίου, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Μεξικό συμφώνησαν να επιταχύνουν τις διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση της συμφωνίας τους για τις  ελεύθερες εμπορικές συναλλαγές, προγραμματίζοντας συναντήσεις τον Απρίλιο και τον Ιούνιο. Αργότερα τον ίδιο μήνα, Ευρωπαίοι και Ιάπωνες αξιωματούχοι δεσμεύθηκαν να συνεχίσουν τις συνομιλίες που άρχισαν το 2013 για την υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου. Στη συνέχεια, στις αρχές Μαρτίου, η Ευρωπαία Επίτροπος Εμπορίου, Σεσίλια Μάλμστρομ, συναντήθηκε με αξιωματούχους της Σιγκαπούρης για να εξετάσουν τρόπους επιτάχυνσης της επικύρωσης μίας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που επετεύχθει το 2014. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εν τω μεταξύ, έχει επίσης ανανεώσει τις προσπάθειές της για την αναβίωση των διαπραγματεύσεων ελευθέρου εμπορίου με την Ινδία που σταμάτησαν το 2013.

Η Γερμανία παρακολουθεί στενά τις δυνατότητες που η Κίνα μπορεί επίσης να προσφέρει. Η Κίνα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ευρωπαϊκό μπλοκ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Πεκίνου. Η Κίνα, άλλωστε, μπορεί να είναι δεκτική σε στενότερες οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με την Ευρώπη. Η Μέρκελ έχει εκφράσει την ανησυχία της για τον αυξανόμενο προστατευτισμό σε όλο τον κόσμο, ενώ σε παρεμφερείς δηλώσεις έχει προβεί και ο  Κινέζος Προέδρος Xi Jinping. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, ο Κινέζος Πρωθυπουργός Li Keqiang πρόκειται να επισκεφθεί τη Γερμανία, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα για το κοινό ενδιαφέρον του Πεκίνου στην αναζήτηση μιας νέας εταιρικής σχέσης με το Βερολίνο.

Ακόμα κι έτσι, η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας δεν θα είναι εύκολη. Το Ευρωπαϊκό μπλοκ απαιτεί αμοιβαιότητα στις διμερείς σχέσεις του και θα περίμενε από τις ευρωπαϊκές εταιρείες να έχουν την ίδια πρόσβαση στην Κίνα όπως και οι κινεζικές εταιρείες έχουν στην Ευρώπη. Αλλά Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα καταγγείλει τα εμπόδια που η Κίνα έχει επιβάλει στις επιχειρήσεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μη δασμολογικών μέτρων που περιορίζουν τις ξένες εταιρείες, καθώς και την υποστήριξη του Πεκίνου προς κρατικές εταιρείες και  την ελλιπή προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε πρόσφατα δασμούς αντιντάμπινγκ και δασμούς σε κινεζικά προϊόντα όπως στο χάλυβα και στους ηλιακούς συλλέκτες.

Η επιθετική στάση της Γερμανίας απέναντι στις κινεζικές εξαγορές των γερμανικών εταιρειών είναι επίσης ένα ακανθώδες ζήτημα που θα περιέπλεκε κάθε προσπάθεια για βαθύτερους δεσμούς. Στο παρελθόν, το Βερολίνο έχει ζητήσει από τις Βρυξέλλες να δημιουργήσουν το νομικό πλαίσιο το οποίο θα επιτρέψει στα κράτη μέλη της ΕΕ να παρεμβαίνουν σε εξαγορές στον τομέα της τεχνολογίας από ξένες εταιρείες στις οποίες έχουν εισρεύσει κρατικά κονδύλια. Παρόλα αυτά απότελεί ειρωνάι το γεονός ότι η Γερμανία αν και έχει εργαστεί ακούραστα για την καταπολέμηση του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, έχει τοποθετηθεί στην πρώτη γραμμή ενός παγκόσμιου κινήματος για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και των επιχειρήσεων εναντίον των συγχωνεύσεων και των εξαγορών από ξένες εταιρείες.

Η Γερμανία σε σταυροδρόμι

Η στρατηγική της Γερμανίας για την αντιμετώπιση του προστατευτισμού των ΗΠΑ μπορεί επίσης να περιλαμβάνει μία τρίτη και πολύ πιο ριψοκίνδυνη τακτική. Υψηλόβαθμα στελέχη του κυβερνώντος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ζήτησαν από το Βερολίνο να απαιτήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς σε αγαθά που προέρχονται από τις ΗΠΑ, αν η Ουάσιγκτον στοχεύσει τα γερμανικά προϊόντα με τα δικά της μέτρα. Οι πιθανότητες να προχωρήσει η παρούσα πρόταση είναι ελάχιστες, δεδομένου ότι θα αμαυρώσει την προσπάθεια της Γερμανίας για την εκτόνωση του διαφαινόμενου εμπορικού πολέμου. Το Βερολίνο είναι πιο πιθανό να αντιδράσει σε στοχευμένα μέτρα των ΗΠΑ επιδιώκοντας να ανοίξει μια υπόθεση εναντίον της Ουάσιγκτον στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Αν, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες αγνοήσουν την απόφαση του οργανισμού, η Γερμανία θα μπορούσε να καταφύγει σε παρόμοιους δασμούς που θα επιβάλλονταν μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φυσικά, η Γερμανία δεν είναι η μόνη χώρα που ανησυχεί για τις ισχνά κεκαλυμμένες απειλές της Ουάσινγκτον. Ο Trump έχει προτείνει επανειλημμένα ένα φόρο συνόρων, ενώ Ρεπουμπλικάνοι νομοθέτες προσπαθούν να προωθήσουν έναν αναπροσαρμοσμένο φόρο συνόρων – φόροι που ενδέχεται να παραβιάζουν τους κανόνες του ΠΟΕ. Ωστόσο από τώρα δεν είναι σαφές εάν η Γερμανία (ή οποιοδήποτε άλλο έθνος) θα προσπαθήσει να αμφισβητήσει τις αλλαγές αυτές στο φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ. Σε περίπτωση που η Γερμανία σύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο δικαστήριο, ο ΠΟΕ θα μπορούσε να εγκρίνει από 100 έως 400 δισεκατομμύρια $ ως αντίποινα, ανάλογα με το ποιες πτυχές των προτεινόμενων φόρων θεωρούνται παραβιάσεις των κανονισμών του οργανισμού. Η Γερμανία μπορεί ακόμη και να ταχθεί κατά των αντιποίνων, αφού οι μεγάλες ζημιές πιθανότατα θα πείσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αγνοήσουν ή να απορρίψουν το πλαίσιο του ΠΟΕ στο σύνολό του – κάτι το οποίο το Βερολίνο ελπίζει να αποτρέψει δεδομένου του κεντρικού ρόλου του οργανισμού στο παγκόσμιο σύστημα εμπορίου.

Εν τω μεταξύ, όμως, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να διαφωνούν πάνω σε μία ακόμη πτυχή της γερμανικής εμπορικής πολιτικής που υποστηρίζεται από την ΠΟΕ: στις εκπτώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ο επικεφαλής του συμβουλίου εμπορίου του Λευκού Οίκου Πίτερ Ναβάρο υποστήριξε ότι αυτές οι εκπτώσεις, τις οποίες οι Γερμανοί εξαγωγείς επιτρέπεται να διεκδικούν, έχουν οδηγήσει σε έναν άνισο ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και γερμανικών εταιρειών. Αν και πολλές χώρες λαμβάνουν εκπτώσεις στον ΦΠΑ και σε άλλους φόρους, από τις δηλώσεις του Navarro διαφαίνεται πως αν η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να ακολουθήσει τις νομισματικές πολιτικές της Γερμανίας, επειδή το Βερολίνο δεν ελέγχει το ευρώ, μπορεί να επικεντρωθεί αντ’ αυτού στην δημοσιονομική πολιτική της χώρας.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η Γερμανία έχει δεχτεί κριτική για το εν λόγω ζήτημα. Τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης έχουν ζητήσει και στο παρελθόν από το Βερολίνο να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες και το όριο του κατώτατου μισθού καθως και να δώσει στους Γερμανούς πολίτες περισσότερες φοροαπαλλαγές (συμπεριλαμβανομένου χαμηλότερου ΦΠΑ) για να ενθαρρύνει τις καταναλωτικές δαπάνες και, κατ ‘επέκταση να ενίσχύσει τις γερμανικές εισαγωγές. Αλλά ακόμη και αν αυτή η στρατηγική θα μπορούσε να αυξήσει τις εισαγωγές της Γερμανίας από τους Ευρωπαίους εταίρους της, όπως τη Γαλλία και την Ιταλία, δεν θα μειώσει αναγκαστικά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με τη Γερμανία. Θα είναι επίσης σε αντίθεση με τη στρατηγική της γερμανικής κυβέρνησης να διατηρήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο μηδέν.

Το ταξίδι προσέγγισης της Γερμανίδας Καγκελαρίου στο Λευκό Οίκο θα επικεντρωθεί στις σχέσεις των δύο χωρών, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο Trump έχει ως προτεραιότητα τις διμερείς συνομιλίες στο πλαίσιο πολυμερών οργανισμών για συζητήσεις αναφορικά με το εμπόριο, τις επενδύσεις και νομισματικές πολιτικές. Ωστόσο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να αμφισβητούν δημοσίως την αποτελεσματικότητα των διεθνών οργανισμών όπως του ΠΟΕ, η Γερμανία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή: να αμυνθεί ή να αποδεχθεί τις συνέπειες της εξασθενημένης επιθυμίας της Ουάσιγκτον για υποστήριξη και συμμετοχή σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, η Μέρκελ θα κάνει ό,τι μπορεί αυτή την εβδομάδα για να βρει κάποια κοινά σημεία με τον Trump, καθώς η κάθε κυβέρνηση χαράσσει την πορεία της.