Ομάδα Ναυτικής Στρατηγικής και Θαλάσσιας Ασφάλειας. Το φαινόμενο της πειρατείας στις Φιλιππίνες. Της Χάρις Γιαννοπούλου

Εισαγωγή

Το ερευνητικό ενδιαφέρον της παρούσας ανάλυσης στρέφεται γύρω από τρείς άξονες  έχοντας όμως ως κεντρική αναφορά την πειρατεία στη Νοτιοανατολική Ασία και συγκεκριμένα την περιοχή των Φιλιππίνων. Αρχικά στον πρώτο άξονα αναλύεται η πειρατεία ως διεθνές πρόβλημα ενώ αναφορά γίνεται και στο νομικό πλαίσιο που καλύπτει την πειρατική δραστηριότητα. Στον δεύτερο άξονα παρουσιάζονται όλα εκείνα τα στοιχεία που συνέβαλαν στην όξυνση του φαινομένου της πειρατείας στην ευαίσθητη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας και συγκεκριμένα στις Φιλιππίνες δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στις πιο επικίνδυνες περιοχές  παγκοσμίως ως προς την πειρατική δράση. Επίσης παρατίθεται η σημαντική παράμετρος των κοινωνικών προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα και εκτιμάται ότι αποτελούν το κυριότερο εμπόδιο στην αδυναμία καταστολής της πειρατείας. Οι κοινωνικές ανισότητες φέρνουν στην επιφάνεια το δημοκρατικό έλλειμμα και το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ από τα μέχρι τώρα δεδομένα το κράτος δείχνει ανήμπορο να προστατέψει και να δημιουργήσει κίνητρα για τους ανθρώπους που στρέφονται στην πειρατεία προκειμένου να επιβιώσουν. Τέλος στο τρίτο μέρος θα γίνει αναφορά στην αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης  που παρατηρείται σε επίπεδο διεθνούς συνεργασίας για την μείωση των εντεινόμενων επιθέσεων. Η συνεχής αναφορά του τύπου σε περιστατικά πειρατείας σε αρκετές θαλάσσιες περιοχές αναδεικνύει την ανάγκη περεταίρω διερεύνησης των αιτιών που την προκαλούν σε όλες τις διαστάσεις της ώστε να αξιολογηθούν τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την καταστολή της.

Κεφάλαιο Α1. Η πειρατεία ως διεθνές πρόβλημα και οι επιπτώσεις που προκύπτουν για τη θαλάσσια ασφάλεια

  Ήδη από τα αρχαία χρόνια οι θαλάσσιες μεταφορές αποτελούσαν την κινητήριο δύναμη της οικονομίας  και της ευημερίας των κρατών. Όπως και τότε έτσι και σήμερα η πλειονότητα των παγκόσμιων μεταφορών πραγματοποιείται μέσω θαλάσσιων διαδρόμων. Συγκεκριμένα αγγίζει σε ποσοστό το 80%. Μαζί όμως με την οικονομική ανάπτυξη δια της θαλάσσιας οδού, πρόσφορο έδαφος φαίνεται να βρίσκει και η πειρατική δράση. Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του International Maritime Bureau για την πειρατεία το 2014 σημειώθηκε αύξηση των πειρατικών επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας  την ίδια στιγμή που σε παγκόσμιο επίπεδο ο δείκτης της ναυτικής πειρατείας έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Παρόλα αυτά ανησυχία προκαλεί ο βίαιος χαρακτήρας των πειρατικών επιθέσεων και οι αυξανόμενες απαγωγές και ομηρίες των πληρωμάτων. Μάλιστα η έκθεση του 2016 επισημαίνει πως καταγράφηκαν 191 περιστατικά πειρατείας και ένοπλης ληστείας με τις θαλάσσιες απαγωγές να σημειώνουν τριπλάσια αύξηση μέσα στο 2016. Επί παραδείγματι στη θάλασσα Sulu το τελευταίο τρίμηνο απήχθησαν 12 μέλη πληρώματος από ένα αγκυροβολημένο και από δύο εν πλω φορτηγά πλοία.[1] Με βάση τον ορισμό του Άρθρου 101 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας πειρατεία συνιστά παράνομη πράξη βίας που διαπράττεται από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ιδιωτικού πλοίου(ή αεροσκάφους) στην ανοιχτή θάλασσα είτε για ιδιωτικούς σκοπούς, είτε να κατευθύνεται εναντίον άλλου πλοίου ή αεροσκάφους. Σημειώνεται δε πως πειρατεία θεωρείται τόσο η εκούσια συμμετοχή σε πράξεις πειρατείας όσο και η υποκίνηση ή σκόπιμη διευκόλυνση των εν λόγω πράξεων. Καθότι η πειρατεία συνιστά την πρώτη παράνομη πράξη που έχει αναγνωριστεί ως έγκλημα διεθνούς δικαίου δικαιολογείται η επέμβαση οποιουδήποτε κράτους στην ανοιχτή θάλασσα για την κατάσχεση του πλοίου και του μεταφερόμενου φορτίου καθώς και τη σύλληψη των ατόμων που θεωρείται ότι έχουν διαπράξει το έγκλημα της πειρατείας.(Ιωάννου, Στρατή 2013)  Επιπλέον είναι στη δικαιοδοσία του κράτους το οποίο θα προχωρήσει στην  κατάσχεση και σύλληψη των υπόπτων η επιβολή νομικών κυρώσεων σε αυτούς που παρανόμησαν όπως επιτάσσει η εθνική τους νομοθεσία. Στο Άρθρο 100 σημειώνεται  ότι όλα τα κράτη πρέπει να συνεργάζονται για την καταστολή της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος που δε βρίσκεται στη δικαιοδοσία κάποιου κράτος. Σχετικά με τους πειρατές ανάλογα με τα κίνητρα και τον τρόπο δράσης τους διαχωρίζονται σε οπορτουνιστές και πειρατές που επιτίθενται για να επιβιώσουν (Subsistence pirates). Αφενός οι οπορτουνιστές πειρατές έχουν συγκεκριμένη ιδεολογία, στόχους  και φιλοσοφία και για αυτό δεν επιτίθενται σε μικρά πλοιάρια αλλά αντίθετα προχωρούν σε πιο βίαιες πρακτικές όπως ομηρίες, απαγωγές για λύτρα και κλοπές πλοίων. Παράλληλα για την επίτευξη των στόχων τους έχουν διασυνδέσεις με εγκληματικές οργανώσεις. Από την άλλη πλευρά οι έτεροι πειρατές έχουν ως κύριο στόχο την επιβίωσή τους δεδομένου ότι η περιοχή που μένουν και εργάζονται δεν προσφέρει επαρκή αγαθά για την οικονομική τους ανεξαρτησία. Είναι συνήθως ψαράδες ή έμποροι και οι επιθέσεις τους είναι συνήθως μικρής κλίμακας απέναντι σε ψαράδικα ή κλοπή φορτίου από αγκυροβολημένα πλοία. Στην περίπτωση της Σομαλίας που η άνθηση της πειρατείας οφείλεται στην παράνομη αλιεία και την επιβίωση των κατοίκων της μέσω αυτής λόγω της συγκρουσιακής εικόνας που επικρατεί στο εσωτερικό του κράτους οι επιθέσεις έχουν συνήθως τη μορφή αεροπειρατείας με σκοπό την ομηρία για λύτρα του φορτίου και του πληρώματος. Στις θάλασσες της νοτιοανατολικής Ασίας ο χαρακτήρας των επιθέσεων είναι πιο βίαιος και μέρος ενός οργανωμένου εγκληματικού κυκλώματος που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εμπόριο ναρκωτικών, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος ή και λαθρεμπόριο όπλων. Στόχος των πειρατών είναι είτε κατασχέσεις φορτίου και αρπαγή πληρώματος για λύτρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, είτε μόνιμη κατάληψη του πλοίου -για την αρπαγή και πώληση του φορτίου, θάνατο του πληρώματος -προκειμένου αυτό  να θεωρηθεί πλοίο φάντασμα   και να μπορεί να κινείται χωρίς να υπάρχει άμεσος κίνδυνος σύλληψής του. (Analysis, 2012)[2]

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η πειρατεία αποτελεί το αρχαιότερο διεθνές έγκλημα. Παρά τη σημαντική μείωση των πειρατικών περιστατικών στις θάλασσες του κόσμου ανησυχία προκαλεί η βίαιη μορφή που παίρνουν τα χτυπήματα των πειρατών. Το IMB καλεί τα κράτη και τους παγκόσμιους οργανισμούς σε μια συντονισμένη και αποτελεσματική συνεργασία ενάντια στο φαινόμενο της πειρατείας καθώς λόγω του ποσοστού των παγκόσμιων μεταφορών που πραγματοποιείται μέσω της θάλασσας, αυξάνεται σημαντικά και το οικονομικό κόστος του εμπορίου. Θύματα λοιπόν των πειρατών δεν είναι μόνο άνθρωποι αλλά τίθεται σε κίνδυνο ολόκληρη η ναυτιλιακή βιομηχανία όπως οι πλοιοκτήτες, οι ναυλωτές και οι ασφαλιστικές εταιρίες. Μιλώντας με αριθμούς στην εξαετία 1991-1997 καταλήφθηκαν 723 πλοία, 856 ναυτικοί συνελήφθησαν ως όμηροι, 51 από αυτούς κακοποιήθηκαν, 75 τραυματίστηκαν και 106 δολοφονήθηκαν. Το 1998 και μετά τις πολλαπλές και βίαιες επιθέσεις τα μέτρα που λήφθηκαν κατάφεραν να αναχαιτίσουν σημαντικά την πειρατική δράση.[3](Liss,2014) Τα μέτρα αυτά όμως φαίνεται να ενέτειναν το μένος των πειρατών οι οποίοι ενίσχυσαν τις επιθέσεις τους με πιο βίαια και θανατηφόρα μέσα αυξάνοντας των αριθμό των νεκρών και των τραυματιών έπειτα από κάθε χτύπημά τους.

Κεφάλαιο Β. Αιτίες εξάπλωσης της πειρατείας στις Φιλιππίνες

Το κεφάλαιο αυτό έχει ως κύριο στόχο να εμβαθύνει στις αλληλένδετες αιτίες εξάπλωσης και αδυναμίες αντιμετώπισης του φαινομένου της πειρατείας στη Νοτιοανατολική Ασία και συγκεκριμένα στις Φιλιππίνες. Σημαντικοί παράγοντες όξυνσης του φαινομένου είναι η οικονομική δυσπραγία και τα λιγοστά κεφάλαια που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση για την καταπολέμηση της πειρατείας, καθώς και τα χαμηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης της κοινωνίας σε συνδυασμό με τη νοοτροπία και την κουλτούρα του λαού που στρέφεται στην πειρατεία ως μέσο επιβίωσης καθώς τη θεωρεί μια <<παράνομη συνήθεια>>. Σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχει η κυβέρνηση της χώρας η οποία χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια, θεσμική αδυναμία και υψηλά επίπεδα διαφθοράς. Αυτά με τη σειρά τους προκαλούν ζημιά στην εικόνα της χώρας αποθαρρύνοντας πιθανές επενδύσεις οι οποίες θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη των υποδομών της χώρας, σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, δημιουργία θέσεων εργασίας και άρα μείωση της επιρροής της πειρατείας ως μέσο αποδεκτό για την απόκτηση χρημάτων.

Β1. Κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου

Ως κοινός παράγοντας στις περισσότερες περιπτώσεις θαλάσσιας πειρατείας παρατηρείται ο ρόλος της κοινωνίας στην ενίσχυση του φαινομένου. Πιο συγκεκριμένα τα κράτη τα οποία βρέχονται από τις  θάλασσες με μεγαλύτερο δείκτη επικινδυνότητας είναι περιοχές όπου λαμβάνουν χώρα ισχυρές συγκρούσεις  ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες, είτε εντάσεις ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες. Με τη σειρά τους αυτές οι διενέξεις οδηγούν μέρος του πληθυσμού στην πειρατεία ως μέσο επιβίωσης και ενίσχυσης του ήδη υπάρχοντος εισοδήματός τους, ακόμα και ως τρόπο εναντίωσης στην κυβέρνησης. Εκτιμάται πως oι Φιλιππίνες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους στο οποίο η αυξανόμενη πειρατική δράση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική, οικονομική και κυβερνητική αστάθεια που επικρατεί στο εσωτερικό του. Η Δημοκρατία των Φιλιππίνων είναι ένα συγκρότημα 7000 περίπου νησιών στον Ειρηνικό Ωκεανό με συνολική έκταση 300.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Είναι το μόνο κατεξοχήν χριστιανικό έθνος στην ΝΑ Ασία καθώς το 90% των κατοίκων είναι Χριστιανοί κυρίως Καθολικοί λόγω της πρότερης ισπανικής κυριαρχίας. Περί τα 4% των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι που κατοικούν στο Μιντανάο και στο Αρχιπέλαγος Σουλού, θρησκεία που μεταδόθηκε τον 3ο και 4ο αιώνα από Άραβες και Ινδούς εμπόρους. Αποτέλεσμα της επιρροής των διαφόρων κατακτητών ήταν η διαίρεση του κράτους σε αρκετές ομάδες προκαλώντας κρίση ταυτότητας αλλά  και διενέξεις λόγω των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Για αυτό και έχει επισημανθεί πως το κράτος των Φιλιππίνων ήταν πάντοτε δύσκολο να κυβερνηθεί. Σε αυτό όπως προαναφέρθηκε συνέβαλλαν η πολύμορφη σύσταση των κατοίκων του, το σύμπλεγμα περισσότερων από 7000 νησιών καθώς και το γεγονός πως αποτελείται από 3 διαφορετικά κομμάτια το καθένα με τη δική του οικονομική και πολιτιστική ταυτότητα. Το βόρειο τμήμα της Λουζόν έχει κυρίως εμπορικές σχέσεις με την Ασία, πιο νότια το Μιντανάο αποτελεί περιοχή όπου κατοικούν μουσουλμανικές ομάδες φιλικά προσκείμενες προς την Ινδονησία και τη Μαλαισία ενώ στο νοτιότερο κομμάτι ζουν οι Vinyasas. Ένα από τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στις Φιλιππίνες είναι τα ποσοστά ακραίας φτώχειας. Το 2012 υπολογίστηκε πως το 19,2% του πληθυσμού δηλαδή 18εκ. άνθρωποι ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας(κερδίζουν $1,25 την ημέρα). Οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο από τη φτώχεια και την ανεργία είναι οι αγροτικές περιοχές κυρίως εκείνες που επηρεάζονται αμεσότερα από τις διαμάχες που επικρατούν κατά κύριο λόγο στο νότιο τμήμα της χώρας. Και στις πόλεις όμως η φτώχεια γνωρίζει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια καθώς η κυβέρνηση δε μπόρεσε να διαχειριστεί την αύξηση του πληθυσμού(με ετήσια πληθυσμιακή αύξηση 3% βρίσκεται στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως) στις αστικές περιοχές ταυτόχρονα με την αυξανόμενη ζήτηση για εργασία. Ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του ιδιωτικού τομέα για αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων και εκσυγχρονισμό των υποδομών των πόλεων αναδείχθηκαν ζητήματα στέγασης, εργασίας, ατμοσφαιρικής ρύπανσης καθώς και ανάγκης αναβάθμισης του δικτύου μεταφορών. (Gil Dy-Liacco, 2014)[4] Μετά την ανεξαρτησία τους το 1946 από τις ΗΠΑ και τη βαθιά οικονομική ύφεση και κρίση χρέους που αντιμετώπισαν οι Φιλιππίνες είχαν ως στόχο να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις ασιατικές και παγκόσμιες υποθέσεις βάζοντας τέλος στις λανθασμένες οικονομικές πρακτικές των υψηλών φόρων, του προστατευτισμού της βιομηχανίας και της συνεχούς κατάχρησης εξουσίας της κυβέρνησης η οποία αντί να ενθαρρύνει και να υποστηρίζει τις επενδύσεις που προέρχονταν από ιδιωτικές επιχειρήσεις ερχόταν μαζί τους διαρκώς σε αντιπαράθεση. Από την ίδρυση τους ως κράτος βρίσκονται στις υψηλότερες θέσεις παγκοσμίως σε θέματα διαφθοράς τόσο σε κοινωνικό όσο και σε κυβερνητικό επίπεδο. Η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό ως πεδίο συνεχών αναταραχών ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες καθώς και η εχθρική και ανταγωνιστική πρακτική της κυβέρνησης σε εξωτερικές ή ιδιωτικού τομέα επενδύσεις δεν έφεραν στη χώρα τα απαιτούμενα κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό της. Απαραίτητο κίνητρο για κάθε επενδυτή είναι η διαφάνεια ενός κράτους στον οικονομικό τομέα. Οι Φιλιππίνες εκτός από την απουσία εκσυγχρονισμένων υποδομών έχει συνεχώς αυξημένους δείκτες διαφθοράς τόσο κυβερνητικής όσο και κοινωνικής. Κάθε κυβέρνηση που έχει αναλάβει τη χώρα είναι γνωστή για ένα τουλάχιστον σκάνδαλο διαφθοράς. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο των Φιλιππίνων υπολόγισε για το 1988 πως το ένα τρίτο του ετήσιου εθνικού προϋπολογισμού σπαταλήθηκε σε υποθέσεις διαφθοράς. Παρατηρώντας τη νοοτροπία του λαού αναφορικά με την πειρατεία και άλλες παράνομες μορφές απόκτησης χρημάτων η κοινωνία δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Φαίνεται πως στην κουλτούρα του λαού οι γραφειοκρατικές διαδικασίες στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα δημιουργούν την ανάγκη εξεύρεσης παράνομων αλλά αποτελεσματικότερων και γρηγορότερων τρόπων επίλυσης των θεμάτων τους. Προτεραιότητα σε κάθε τους πράξη δεν είναι η τήρηση των κανόνων αλλά η οικονομική ενίσχυση της οικογένειάς τους και η επιβίωσή τους. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι ψαράδες της περιοχής οι οποίοι χρηματίζουν μέλη πειρατικών και άλλων εγκληματικών οργανώσεων με αντάλλαγμα την ασφάλειά τους. Είναι όμως λογικό όταν μια κοινωνία ζει κάτω από το όριο της φτώχειας δραστηριότητες που διευκολύνουν την απόκτηση χρημάτων να μην είναι κατακριτέες. Όσο λοιπόν οι άνθρωποι που ζουν ή μάλλον επιβιώνουν κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες δεν έχουν κάτι να χάσουν αλλά μόνο να κερδίσουν μέσα από τις παράνομες τακτικές δείχνει σχεδόν ακατόρθωτο να κατασταλεί το φαινόμενο. [5]

Β2. Η δράση της τρομοκρατικής ομάδας Abu Shayyaf και ο ρόλος της κυβέρνησης

Σημαντικό ζήτημα που επηρεάζει την κοινωνία του κράτους είναι η θρησκεία καθώς σε μια κατά βάση χριστιανική χώρα το μουσουλμανικό τμήμα της που τοποθετείται νότια στην  περιοχή του Μιντανάο επιδιώκει την ανεξαρτησία της θεωρώντας άδικες τις εις βάρος της κυβερνητικές αποφάσεις. Παρότι γίνονται προσπάθειες συμφιλίωσης των οργανώσεων που μάχονται για τα δικαιώματα των μουσουλμάνων και της κυβέρνησης σημαντική επιρροή φαίνεται να ασκεί η τρομοκρατική ομάδα Abu Shayyaf που δραστηριοποιείται από την ίδρυσή της το 1991 στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας και προτάσσει την ανεξαρτησία της μουσουλμανικής περιοχής στηρίζοντας την ιδεολογία της στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Να τονιστεί στο σημείο αυτό πως εκτός από απαγωγές, ομηρίες και διακίνηση ναρκωτικών, είναι υπεύθυνη για τη μεγαλύτερη τρομοκρατική επίθεση στις Φιλιππίνες με το βομβαρδισμό του Super ferry 14 το 2004 που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 116 ατόμων. Σκοπός της ομάδας είναι η αύξηση της επιρροής της στο νότιο Μιντανάο προκειμένου οι πολίτες να τους στηρίξουν στην προσπάθεια για αυτονομία της περιοχής. Για αυτό και διαθέτουν μέρος των χρημάτων τους στη στήριξη της κοινωνίας και την ανέγερση τζαμιών και σχολείων. Με τα υπόλοιπα έσοδά τους που προέρχονται είτε από τα λύτρα ομηριών είτε από τη συνεργασία τους με την Al Qaeda, χρηματοδοτούν την τρομοκρατική τους δράση έχοντας επενδύσει στην αγορά σύγχρονου οπλισμού και πλοίων.  Μόνο το έτος 2000 τα κέρδη της ομάδας Abu Shayyaf από τα λύτρα ομήρων υπολογίζονταν σε 10 με 25 εκατομμύρια δολάρια. Καθότι όμως προάγουν ως βασικό σκοπό της δράσης τους τη διάδοση του Ισλάμ και την ανεξαρτησία του Μιντανάο, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως χρησιμοποιούν ως προπέτασμα τη θρησκεία προκειμένου να προσελκύσουν οπαδούς. Μάλιστα ενώσεις μουσουλμανικών οργανώσεων δεν αναγνωρίζουν την δράση τους καθώς πολλές από αυτές έχουν ως θύματα αθώους πολίτες ενώ αμφισβητείται ακόμα και η γνώση των μελών της αναφορικά με τους νόμους του Ισλάμ. Έτσι για μια ακόμα φορά έρχεται στην επιφάνεια η αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί σημαντικά ζητήματα όπως αυτό της εξομάλυνσης των σχέσεων πολιτών του ίδιου κράτους. Ο πρόεδρος Ντουτέρτε μάλιστα προκειμένου να παταχθεί η εγκληματικότητα καλεί τους πολίτες να πάρουν το νόμο στα χέρια τους νομιμοποιώντας έτσι δολοφονίες και κάθε τύπου πράξεις βίας.[6] Σε ένα κράτος όπου ο πρόεδρος διακηρύσσει πως έχει προβεί ο ίδιος σε πράξεις που στρέφονται κατά της ανθρώπινης ζωής και είναι πίσω από την οργάνωση πολιτοφυλακής για την πάταξη της εγκληματικότητας δεν είναι να απορεί κανείς πως φαινόμενα όπως η πειρατεία όχι μόνο δε μπορούν  να κατασταλούν αλλά βρίσκουν και εύφορο έδαφος να ανθίσουν ακόμα περισσότερο. Απότοκος του διεφθαρμένου συστήματος που δεν τάσσεται ουσιαστικά κατά της  βίας είναι και η οργάνωση Abu Shayyaf που παρότι δεν μάχεται για την καταπιεσμένη μειονότητα, εκείνη βρίσκει στην οργάνωση ένα σύμμαχο απέναντι στην κυβερνητική ασυδοσία. Άλλωστε η πρόκληση στη διαδικασία εξεύρεσης λύσης για την πειρατεία είναι η ανατροπή  της εικόνας του κράτος από εχθρό σε κύριο σύμμαχο και υπερασπιστή των δικαιωμάτων των πολιτών. Αλλά και οι δικαστικές Αρχές της χώρας δρώντας ανεξάρτητα από την εκτελεστική εξουσία έχουν την υποχρέωση και τη δικαιοδοσία να προχωρήσουν σε ποινικές διώξεις εναντίον της κυβέρνησης Ντουτέρτε και να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά την κυβερνητική αλλά και κοινωνική διαφθορά.[7]

Κεφάλαιο Γ. Αντιμετώπιση του φαινομένου της πειρατείας σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας

Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έλαβε το 2008 ο κίνδυνος από την έξαρση της πειρατείας στον κόλπο του Άντεν αλλά και ο σημαντικός οικονομικός αντίκτυπος στο διεθνές εμπόριο ενέτειναν την ανάγκη για την εξεύρεση αποτελεσματικών λύσεων για την καταστολή της. Στο κεφάλαιο αυτό θα αναλυθούν οι προσπάθειες και τα μέτρα που λήφθηκαν από τη Διεθνή Κοινότητα σε επίπεδο οργανισμών αλλά και από μεμονωμένα κράτη, μέτρα τα οποία είναι είτε στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις είτε νομοθετικά ψηφίσματα. Προεξέχοντες οργανισμοί σε αυτή την προσπάθεια είναι ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών οποίος το Νοέμβριο του 2015 με Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας (Απόφαση 2246) ανανέωσε τα μέτρα για την καταπολέμηση της πειρατείας.(Ελληνική Δημοκρατία-Υπουργείο Εξωτερικών 2017). Παρότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας UNCLOS αποτελεί τη βάση και θέτει τα θεμέλια για την καταστολή της πειρατείας, παρουσιάζει αδυναμία προσαρμογής στο διεθνές μεταβαλλόμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν οι πειρατές. Με τη Σύμβαση για την Καταστολή Παράνομων Πρακτικών εναντίον της Θαλάσσιας Ναυσιπλοΐας-SUA Act-τα κράτη έχουν τη δυνατότητα πρόληψης και επιβολής νομικών κυρώσεων οποιασδήποτε πράξης στρέφεται εναντίον της ασφαλούς ναυσιπλοΐας. Η Σύμβαση ήρθε το 1988 για να ενισχύσει τις αδυναμίες που προέκυψαν από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών. Το 2005 η SUA Act διεύρυνε τη δικαιοδοσία των κρατών συμπεριλαμβάνοντας εκτός από το κράτος σημαίας και τρίτα κράτη καθιστώντας αποτελεσματικότερη τη δράση των κρατών.  Άλλες προσπάθειες διεύρυνσης και ενίσχυσης του πλαισίου δυνατοτήτων των κρατών έγιναν με το  Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης κατασκευής και εμπορίας πυροβόλων όπλων που τέθηκε σε εφαρμογή το 2005 ενώ ιδιάζουσας σημασίας ήταν και το καθεστώς της αυτοάμυνας μελών του πληρώματος αποκλειστικά σε περίπτωση επίθεσης πειρατών και μόνο στα πλαίσια των διεθνώς αναγνωρισμένων αρχών της αυτοάμυνας. (Williams, LLM,2015) Στα στενά της Μαλάκα από όπου διακινείται το 30% του παγκόσμιου εμπορίου και το 50% της παγκόσμιας κίνησης πετρελαίου ήταν εξαιρετικής σημασίας η αποτροπή των πειρατών με κάθε μέσο. Σύμφωνα με έκθεση του IMO  κάθε δύο εβδομάδες πραγματοποιείται αεροπειρατεία σε κάποιο αγκυροβολημένο πλοίο. Το 2011 η Ινδονησία και η Μαλαισία προχώρησαν σε περιπολίες των Στενών με δύο πολεμικά πλοία καταφέρνοντας να συλλάβουν τέσσερις πειρατές οι οποίοι συνεργάζονταν με εγκληματικές οργανώσεις που δρούσαν στην περιοχή. (Alessi, Handson,2012)[8]. Τα δύο αυτά κράτη μαζί με τη Σινγκαπούρη από το 2004 συνεργάζονται στην προσπάθεια πάταξης της πειρατείας, πραγματοποιώντας συντονισμένες περιπολίες στα στενά της Μαλάκκα ενισχυόμενες από την κοινή εναέρια επιτήρηση που ονομάζεται Eye of the Sky. Το Μάρτιο του 2017 οι Φιλιππίνες μαζί με τη Μαλαισία και την Ινδονησία προχώρησαν σε συμφωνία για κοινές περιπολίες στην κρίσιμη θαλάσσια περιοχή της Sulu Sea μετά τις συνεχείς επιθέσεις, δολοφονίες και απαγωγές της τρομοκρατικής ομάδας Abu Shayaf. Οι δυνάμεις των Φιλιππίνων μάλιστα ενισχύθηκαν με ιαπωνικά πλοία, κίνηση που υποδηλώνει την αυξανόμενη ανησυχία των κρατών της περιοχής για την ενδεχόμενη μετατροπή της σε <<νέα Σομαλία>>(Ross, 2017).[9] Επιπλέον ο Πρόεδρος Ντουτέρτε πραγματοποίησε επίσημη έκκληση στην Κίνα τόσο για κοινές περιπολίες στη Sulu Sea, όσο και για την ενίσχυση των όπλων και των ναυτικών δυνάμεων των Φιλιππίνων προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την απειλή προερχόμενη από την τρομοκρατική ομάδα  Abu Shayaf. [10] Ακόμα οι Φιλιππίνες και τα άλλα κράτη της περιοχής λόγω των αδύναμων δυνάμεων ασφαλείας που διαθέτουν έχουν ζητήσει αμεσότερη συνεργασία με την ASEAN η οποία καλεί τα κράτη σε ενίσχυση της δραστηριότητας  σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών[11]. Η ASEAN , ο οργανισμός για την προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας των κρατών της ΝΑ Ασίας παρότι ασχολείται με θέματα θαλάσσιας ασφάλειας δεν έχει υιοθετήσει ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο που να επηρεάζει όλα τα κράτη ενώ οι πρωτοβουλίες που έχει προωθήσει  είναι κυρίως φόρουμ συζητήσεων. Πιο αποτελεσματική φαίνεται να είναι η δράση της οργάνωσης  ReCAAP (The Regional Cooperation Agreement on Combating Piracy and Armed Robbery against Ships in Asia) με 19 κράτη μέλη προερχόμενα από την περιοχή της ΝΑ Ασίας που ιδρύθηκε το 2004 με σκοπό την αποτροπή και την πάταξη της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας. Ιδιάζουσας σημασίας είναι το κέντρο πληροφοριών που έχει συστήσει (ISP) όπου σύμφωνα με το Άρθρο 9 κάθε κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να υποβάλει στο ISP τα εθνικά κεντρικά σημεία (focal points) προκειμένου να γίνεται ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα κράτη για τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα των ληφθέντων μέτρων. Επίσης στο Άρθρο 12 προβλέπεται η έκδοση πειρατών ή ατόμων που έχουν διαπράξει το έγκλημα της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας στο κράτος που έχει τη δικαιοδοσία για εκείνους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Παρόλα αυτά σε συνέχεια των διατάξεων της UNCLOS κάθε κράτος διατηρεί την εθνική κυριαρχία του σε θέματα που αφορούν την δικαιοδοσία στα θαλάσσια ύδατα. Η ReCAAP παρότι δεν έχει εφαρμόσει αυστηρά μέτρα, συντελεί στο συντονισμό και τη συνεργασία των κρατών της περιοχής δημιουργώντας δεσμούς εμπιστοσύνης που θα μπορούσαν να ενισχυθούν στο μέλλον με κοινές περιπολίες στη θαλάσσια περιοχή της ΝΑ Ασίας. Επίσης μια από τις αδυναμίες της είναι η αποχή της Ινδονησίας και της Μαλαισίας, δύο ισχυρών παικτών που με τη δική τους συμβολή σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών και ναυτικών δυνάμεων θα μπορούσαν να ενισχύσουν και να διευκολύνουν την προσπάθεια αποτροπής και πάταξης της πειρατείας. [12]

Επίλογος

Στο διεθνές μεταβαλλόμενο περιβάλλον η πειρατεία αντιμετωπίζεται ως εγκληματική πράξη την οποία καλείται σύσσωμη η διεθνής κοινότητα να πατάξει με αποτελεσματικά μέτρα και συνεργασία όλων των κρατών. Η αυξημένη εμπορική δραστηριότητα μέσω θαλάσσιων διαδρομών είναι απαραίτητο να προστατευθεί με αποτελεσματικά μέτρα καθώς το οικονομικό κόστος από τις  απώλειες σε εμπορεύματα, πλοία και λύτρα είναι ζημιογόνες για την παγκόσμια οικονομία. Φυσικά κυριότερο κόστος είναι αυτό της ανθρώπινης ζωής που τίθεται σε υψηλό κίνδυνο αφού οι επιθέσεις των πειρατών είναι πλέον πιο θανάσιμες και οι θάνατοι από τις ομηρίες παρουσιάζονται ανησυχητικά αυξημένες. Επιπλέον το στενό της Μαλάκκα που συνδέει μέσω της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό αποτελεί πολύ σημαντικό σημείο ελέγχου και στρατηγικό σημείο καθότι διακινείται το 50% της παγκόσμιας κίνησης πετρελαίου.  Αναφορικά με την περίπτωση του κράτους των Φιλιππίνων η πολιτική αστάθεια και τα υψηλά επίπεδα διαφθοράς διογκώνουν το πρόβλημα της πειρατείας. Κατά συνέπεια οι επενδύσεις είναι λιγοστές και τα επενδυτικά κεφάλαια που θα συνέβαλαν στην ανάπτυξη και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών εκλείπουν. Μαζί με τη συγκέντρωση του πληθυσμού στις αστικές περιοχές και την απουσία θέσεων εργασίας ικανών να καλύψουν τις ανάγκες του λαού, ο φαύλος κύκλος των αλληλένδετων αιτιών που προκαλούν τα υψηλά ποσοστά της πειρατείας δε φαίνεται να σταματά. Όμως και η δράση της τρομοκρατικής ομάδας Abu Shayaf που στηρίζεται οικονομικά από το Ισλαμικό Κράτος φαίνεται να διογκώνει το πρόβλημα της πειρατείας στην περιοχή καθώς μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού λαού υποστηρίζει τις ενέργειές της έχοντας την πεποίθηση πως θα βοηθήσει στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους και ίσως προκύψει η πολυπόθητη ανεξαρτησία του Νότιου τμήματος της χώρας. Από την πλευρά τους τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής της ΝΑ Ασίας μαζί με τις Φιλιππίνες επιδιώκουν την εντονότερη συνεργασία στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών και κοινών περιπολιών. Μάλιστα λόγω των αδύναμων ναυτικών δυνάμεων που διαθέτουν δε διστάζουν να ζητήσουν την αρωγή της Κίνας και της Ιαπωνίας αλλά και της ASEAN. Βέβαια η μη συμμετοχή ισχυρών παικτών όπως η Σιγκαπούρη και η Ινδονησία στην ASEAN αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη μειωμένη αποτελεσματικότητα των συλλογικών δράσεων. Αλλά και σε διεθνές επίπεδο η ρητή απαγόρευση της μη επέμβασης στο εσωτερικό άλλων κρατών που υπαγορεύει η νομοθεσία το διεθνές δίκαιο και υιοθετούν και άλλες οργανώσεις αποτελεί εμπόδιο στην λήψη αποφασιστικών μέτρων για την πάταξη της πειρατείας. Φυσικά η εθνική κυριαρχία των κρατών τίθεται υπεράνω όλων, όμως για την καταστολή ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος που επηρεάζει όλη τη διεθνή κοινότητα και που τα έως τώρα ληφθέντα μέτρα φέρουν μερικά αποτελέσματα είναι ιδιάζουσας σημασίας η θέσπιση νομοθεσίας που θα επιτρέπει τη συνεργασία των κρατών σε περιπτώσεις όπου το βαλλόμενο κράτος δεν είναι σε θέση να αναλάβει με τις δυνάμεις που διαθέτει την αντιμετώπιση των πειρατών. Ακόμα εκτός από τις επιχειρήσεις στρατιωτικού τύπου η Δύση θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση των δημοκρατικών αρχών σε περιοχές υψηλού κινδύνου όπου οι αναταραχές στο εσωτερικό ουσιαστικά εκτρέφουν και διογκώνουν την πειρατική δραστηριότητα, καθότι ο κοινωνικός παράγοντας όπως αναλύθηκε στην παρούσα εργασία παίζει ίσως το σημαντικότερο ρόλο στην στροφή των πολιτών προς την πειρατεία.

Επιμέλεια. Σπύρος Μαζαράκης Επικεφαλής ομάδος Ναυτικής Στρατηγικής 

 

Βιβλιογραφία

Πηγές από βιβλία

Ιωάννου, Σ. (2013). Δίκαιο της Θάλασσας. Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Ηλεκτρονικές πηγές

http://www.atimes.com

http://www.cfr.org

http://www.geetha.mil.gr

http://www.globalsecurity.org

https://www.hsfk.de

https://www.icc-ccs.org

http://www.marineinsight.com

http://www.maritime-executive.com

http://www.mfa.gr

http://ro.uow.edu.au

https://www.spf.org

https://www.stratfor.com

http://thediplomat.com

https://www.theguardian.com

http://www.un.org

https://www.usaid.gov

[1] IMB report: Sea kidnappings rise in 2016 despite plummeting global piracy, ICC, 2017

[2] https://www.spf.org/oceans/analysis_en/c1206-2.html.

[3]https://www.hsfk.de/fileadmin/HSFK/hsfk_downloads/prif125.pdf

[4]https://www.usaid.gov/frontiers/2014/publication/section-1-extreme-poverty-philippines

[5] http://www.globalsecurity.org/military/world/philippines/corruption.htm. (n.d.). Philippine-Corruption.

[6] https://www.theguardian.com/world/2016/dec/14/philippines-president-rodrigo-duterte-personally-killed-criminals

[7] https://www.stratfor.com/analysis/method-dutertes-madness

[8]https://www.cfr.org/backgrounder/combating-maritime-piracy

[9] http://www.newsweek.com/philippines-launches-piracy-patrols-malaysia-and-indonesia-south-china-sea-565675

[10] http://www.atimes.com/article/terror-test-china-philippine-strategic-ties

[11] http://thediplomat.com/2015/07/piracy-in-the-malacca-strait-can-asean-respond

[12] http://ro.uow.edu.au/cgi/viewcontent.cgi?article=2662&context=lhapapers