Τα υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου στην Βραζιλία και ο ρόλος τους για  την ανάκαμψη της χώρας. Του Βαγγέλη Ντουμάνη της Ομάδας Γεωστρατηγικής και Αναδυόμενων Δυνάμεων

                  

Α. Περιγραφή Υφιστάμενου Πλαισίου

Τα τρία τελευταία χρόνια το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της Βραζιλίας βίωσε πρωτόγνωρους κλυδωνισμούς οι οποίοι οδήγησαν την χώρα σε παρατεταμένη αστάθεια και την οικονομία σε βαθιά ύφεση. Το 2015 το ΑΕΠ της χώρας, έπειτα από χρόνια συνεχούς ανάπτυξης, άρχισε να συρρικνώνεται κατά 3%  κατ’ έτος, η ανεργία διπλασιάστηκε, ο πληθωρισμός κάλπασε, ενώ ήδη από το 2014 μια σειρά πολιτικών σκανδάλων, με επίκεντρο την κρατική εταιρεία πετρελαίου Petrobras, προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου διατάραξη του πολιτικού σκηνικού. Η γνωστή με την κωδική ονομασία επιχείρηση “Car Wash Investigation’’ οδήγησε στην αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου διαφθοράς στην ιστορία της χώρας, με τις κατηγορίες περί διαφθοράς να φτάνουν μέχρι και τον Lula, τον μέχρι πρότινος πρόεδρο της χώρας.

To 2017, όμως, σήμανε την έξοδο της χώρας από την ύφεση και την επαναφορά της σε τροχιά ανόδου. Στα πλαίσια των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του Temer για την τόνωση της οικονομίας και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τομέας του πετρελαίου, ο οποίος είναι ενδεικτικό ότι αποτελεί το 13% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας. Όταν μάλιστα τα, έως το 2017, αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου της χώρας , της  9ης πετρελαιοπαραγωγού χώρας παγκοσμίως, ανέρχονται στα 13 δις βαρέλια, και το 94% αυτών βρίσκεται σε παραθαλάσσια κοιτάσματα (EIA, 2017), γίνεται αντιληπτό ότι τα τελευταία  αναπόφευκτα τίθενται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Στον πυρήνα των εξελίξεων βρίσκονται τα υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου κάτω από τα στρώματα άλατος (pre-salt oil fields), τα οποία ανακαλύφθηκαν το 2005 και είναι πολύ πλούσια σε αποθέματα. Τα κοιτάσματα αυτά, όμως, μέχρι πρότινος δεν μπορούσαν να εκμεταλλευθούν, εξαιτίας του  μεγάλου κόστους και των υψηλών επενδύσεων που απαιτούνταν για την άντληση τους.[1] Η κατάσταση άλλαξε ριζικά όμως και καθώς  η τεχνολογία εξελίχθηκε και το κόστος εκμετάλλευσης μειώθηκε, αποφασίστηκε το 2017 από την κυβέρνηση Temer ότι έφτασε η ώρα να αξιοποιηθούν τα κοιτάσματα αυτά, προχωρώντας για αυτό το σκοπό στην διεξαγωγή 3 δημοπρασιών δικαιωμάτων εξόρυξης πετρελαίου μέχρι τον Μάϊο του 2018. Τα αποτελέσματα των δημοπρασιών αυτών, που αφορούσαν ως επί το πλείστον τα επίμαχα υποθαλάσσια κοιτάσματα, ήταν άκρως ενθαρρυντικά και έδωσαν σημαντική ώθηση για την ανάπτυξη του κλάδου στην χώρα.

 

Β. Παράγοντες Ενίσχυσης του Πετρελαϊκού Τομέα στην Χώρα

Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη του κλάδου του πετρελαίου ήταν η χαλάρωση των μέτρων και η αναθεώρηση του αυστηρού, μέχρι σήμερα, κανονιστικού πλαισίου που διείπε τις πετρελαϊκές εξορύξεις και το οποίο λειτουργούσε αποτρεπτικά για την προσέλκυση νέων επενδυτών. Σύμφωνα με αυτό,  (γνωστό και ως ‘κανονισμοί τοπικού περιεχομένου’ – local content rules) οι επενδυτές των οικοπέδων πετρελαίου και φυσικού αερίου που δραστηριοποιούνταν στην Βραζιλία όφειλαν να βασίζονται κατά κύριο λόγο στην εγχώρια βιομηχανία τόσο για την προμήθεια του απαραίτητου υλικοτεχνικού εξοπλισμού, όσο και για τις υπόλοιπες αναγκαίες υπηρεσίες, όπως το εργατικό δυναμικό. Πιο συγκεκριμένα υπήρχαν συγκεκριμένα ποσοστά που κατ’ ελάχιστον, ανά κατηγορία και περίπτωση, έπρεπε να ακολουθούνται και τα οποία έφταναν το 85% επί του συνόλου των υλικών, ποσοστό κατέτασσε την Βραζιλία στην πρώτη θέση παγκοσμίως αναφορικά με τους αυστηρούς ‘κανονισμούς τοπικού περιεχομένου’.

Εν όψει των επικείμενων δημοπρασιών για την εξόρυξη των υποθαλάσσιων πετρελαϊκών οικοπέδων, o βραζιλιάνικος ρυθμιστικός φορέας πετρελαίου (η ANP), προχώρησε το 2017, για πρώτη φορά σε σημαντικές μειώσεις των ποσοστών αυτών. Όσον αφορά στα υποθαλάσσια κοιτάσματα μάλιστα, αυτές ήταν τόσο δραστικές, ώστε τα νέα ποσοστά ‘ελάχιστων απαιτήσεων’ να μειωθούν κατά το ήμισυ : από 37% (το 2015) σε 18% για το στάδιο της εξερεύνησης, και από 55% (το 2015) σε 25% για το παραγωγικό στάδιο (εξαίρεση η περίπτωση του υποθαλάσσιου εξοπλισμού, που έπεσε λιγότερο, στο 40%).

Η νέα αυτή πολιτική προσδίδει μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας στις εταιρείες εξόρυξης στην Βραζιλία, ενώ ενισχύει και τον ναυπηγοκατασκευαστικού τομέα (κυρίως) των χωρών της Ανατολικής Ασίας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι το εξωτερικό περίβλημα από τις  πλωτές μονάδες παραγωγής και αποθήκευσης (εφεξής FPSOs), οι οποίες δεσπόζουν στο πεδίο των υποθαλάσσιων εξορύξεων, θα επιτρέπεται πλέον να κατασκευάζονται σε-     φθηνότερα από της Βραζιλίας- ναυπηγεία, όπως της Κίνας, της Σιγκαπούρης και της Νότιας Κορέας και στη συνέχεια να ανατίθεται η κατασκευή των εσωτερικών τμημάτων τους σε βραζιλιάνικα ναυπηγεία.

Ενδεικτικό της ώθησης που δίνουν οι ρυθμίσεις αυτές, σύμφωνα με την Wood Mackenzie  είναι το γεγονός ότι μέχρι το 2027 θα είναι σε λειτουργία και οι 36 FPSOs που χρειάζονται για την πλήρη ανάπτυξη των ,έως σήμερα γνωστών, υποθαλάσσιων κοιτασμάτων,  ενώ σύμφωνα με τους παλιούς κανονισμούς ο αριθμός των σε λειτουργία FPSOs μετά βίας θα ξεπερνούσε τις 26 το 2030.

Πηγή :http://www.wikiwand.com/en/Floating_production_storage_and_offloading

Για να γίνει αντιληπτή η σημασία και το μέγεθος αυτής της μεταρρύθμισης, αξίζει να αναφέρουμε ότι τα ποσοστά ‘ελάχιστων απαιτήσεων’ είχαν καταλήξει να αποτελούν καθοριστικό στοιχείο των δημοπρασιών παραχώρησης δικαιωμάτων εξόρυξης. Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ του 7ου και του 13ου γύρου δημοπρασιών, οι ποσοτικές δεσμεύσεις για τους ‘κανονισμούς τοπικού περιεχομένου’ αποτελούσαν ένα από τα βασικά κριτήρια που καθόριζαν τον νικητή. Ως παρεπόμενη συνέπεια, πολλές πετρελαϊκές εταιρείες δεσμεύονταν με υψηλά ποσοστά, προκειμένου να αυξήσουν τις πιθανότητες τους να εξασφαλίσουν δικαιώματα εξόρυξης, μην λαμβάνοντας υπόψιν όμως εάν η εγχώρια βιομηχανία μπορεί να ανταποκριθεί στην αναγκαία ζήτηση.

Αν και το μέτρο των ‘ελάχιστων απαιτήσεων’ – το οποίο τέθηκε σε, ευρεία, εφαρμογή για πρώτη φορά το 2003 – αποσκοπούσε αρχικά στην τόνωση της εγχώριας βιομηχανίας, κατέληξε να λειτουργεί ανασταλτικά τόσο για την ίδια, λόγω των αποπνικτικών προοπτικών ανάπτυξης που ‘προσέφερε’ για τα υποθαλάσσια κοιτάσματα, όσο και για τις πετρελαϊκές εταιρείες. Ένα από τα ακανθώδη ζητήματα που ταλάνιζαν τον τομέα ήταν οι επιβαλλόμενες κυρώσεις στις δεύτερες, καθώς σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή μη επίτευξης των ποσοστών αυτών (των ελάχιστων απαιτήσεων), υπήρχαν ρήτρες με υψηλά πρόστιμα. Δεδομένου ότι η εγχώρια βιομηχανία υστερούσε σημαντικά στο κομμάτι της τεχνογνωσίας έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της, καθώς και ότι οι αλυσίδες ανεφοδιασμού πετρελαίου επηρεάστηκαν σημαντικά από το μέγα σκάνδαλο, πολλές πετρελαϊκές εταιρείες καλούνταν να απαντήσουν σε ορισμένα  ‘ζημιογόνα’ διλλήματα: είτε θα πλήρωναν υψηλά πρόστιμα για παραβίαση των κανονισμών, προκειμένου να συνεχιστεί χωρίς καθυστερήσεις η παραγωγή, είτε θα αντιμετώπιζαν σημαντικές καθυστερήσεις στην παραγωγή τους ώστε να αποφύγουν τις κυρώσεις. Πολλές εταιρείες έτσι αποδέχθηκαν το ότι δεν θα ήταν δυνατό κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις να συμμορφωθούν πλήρως με τους κανονισμούς αυτούς, με αποτέλεσμα το εκτιμώμενο ποσό από τις επιβληθείσες  κυρώσεις να ανέρχεται στα 15-20 δις δολάρια.

Στα πλαίσια δημιουργίας ενός ελκυστικού επενδυτικού περιβάλλοντος και εν’ όψει των προγραμματισμένων για το 2017 και 2018 δημοπρασιών δικαιωμάτων εξόρυξης για τα υποθαλάσσια κοιτάσματα, η κυβέρνηση Temer προχώρησε στην αναθεώρηση των αυστηρών προστίμων για όσους δεν μπορούν να εκπληρώσουν τους κανονισμούς τοπικού περιεχομένου, προχωρώντας σε σημαντική μείωση αυτών, της τάξης του 40-75 % αναλόγως την κατηγορία.

Δικαίωμα να επωφεληθούν αυτής της ρύθμισης δεν έχουν μόνο οι μελλοντικοί πλειοδότες, αλλά και οι ήδη έχουσες συμβόλαια εξόρυξης εταιρείες, με μια βασική διαφορά όμως: όσες εταιρείες επιλέξουν εφ’ εξής να υπαχθούν στο νέο καθεστώς δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν πλέον δικαιώματα παραίτησης από τους ‘κανονισμούς τοπικού περιεχομένου’ και τα συναφή πρόστιμα σχετικά με τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους. Όσες εταιρείες, όμως, επιλέξουν να συνεχίσουν με το παλιό καθεστώς θα δύνανται να κάνουν χρήση της προαναφερθείσας παραίτησης, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις: όταν δεν υπάρχουν άλλοι εγχώριοι προμηθευτές, όταν οι τιμές ή η χρόνοι παράδοσης ξεπερνούν αυτούς των διεθνών ανταγωνιστών ή όταν υπάρχει πιο καινούργια τεχνολογία. Ενδεικτικό της ανταπόκρισης που είχε το μέτρο αυτό είναι το ότι  η ANP έχει ήδη λάβει 230 αιτήσεις για δήλωση παραίτησης από το παλιό καθεστώς.

Η κυβέρνηση Temer επίσης, στα πλαίσια των ρυθμίσεων του για την αναμόρφωση του ενεργειακού προγράμματος της χώρας, πήρε μια ιστορική για τα δεδομένα της απόφαση. Προχώρησε στην ψήφιση νόμου ο οποίος, αρχής γενόμενης από τον 14ο γύρο αδειοδότησης το 2017, αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια ιδιωτικών και ξένων επενδύσεων στα υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου μέσω της αφαίρεσης πολύτιμων προνομίων που κατείχε η Petrobras. Ενώ μέχρι τότε η κρατική εταιρεία πετρελαίου διέθετε το αποκλειστικό δικαίωμα να μετέχει υποχρεωτικά σε όλα τα υποθαλάσσια κοιτάσματα ως εταίρος, με ποσοστό 30%, αυτό άλλαξε με τον νέο νόμο, καθώς το δικαίωμα αυτό από υποχρεωτικό μετατράπηκε σε προαιρετικό. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Petrobras εξασφάλιστηκε ότι δεν θα μετείχε σε όλα ανεξαιρέτως τα οικοπέδα υποχρεωτικά, αλλά μόνα σε αυτά τα οποία η ίδια θα επέλεγε, μετέχοντας με ποσοστό 30%. Με αυτόν τον τρόπο δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα στις ξένες εταιρείες να αγοράσουν δικαιώματα εξόρυξης για τα βραζιλιάνικα κοιτάσματα, ανεξάρτητα από την Petrobras, εξέλιξη που όπως είναι φυσικό λειτουργεί ελκυστικά για τους ξένους επενδυτές.

Πέρα από το εσωτερικό της χώρας, ένας άλλος παράγοντας που τόνωσε το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τα υποθαλάσσια κοιτάσματα της χώρας κάτω από τα στρώματα αλατιού σχετίζεται με την εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου διεθνώς. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η τιμή του μαύρου χρυσού μειωνόταν σταθερά, και η τιμή βαρελιού έπεσε από τα 100$ περίπου στα 45-50$ το 2017. Αυτό συνδυαστικά με το γεγονός ότι η εξερεύνηση και αξιοποίηση τέτοιου είδους κοιτασμάτων απαιτούσαν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια και πέντε με δέκα χρόνια για την αρχική παραγωγή πετρελαίου, καθιστούσε τα κοιτάσματα αυτά μη επικερδή, άρα και μη ενδιαφέροντα. Η ανάκαμψη της τιμής του πετρελαίου όμως κατά τον τελευταίο χρόνο κατά 33% , με την τιμή ανά βαρέλι στα 65-70$, καθώς και η σημαντική εξέλιξη της τεχνολογίας στην εξόρυξη των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, μείωσαν σημαντικά τον χρόνο και το κόστος επένδυσης σε αυτά, προσδίδοντας τους μια νέα δυναμική.

 

Γ. Προοπτικές και Οφέλη

 

Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω λειτουργεί τονωτικά για την Βραζιλία και αναμένεται να έχει πολυδιάστατες επιδράσεις τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα.

Η προσέλκυση ξένων επενδυτών στον τομέα του πετρελαίου, την δεδομένη χρονική συγκυρία, στο εξωτερικό εκλαμβάνεται ως ‘ψήφος εμπιστοσύνης’ των διεθνών αγορών προς το Temer, ενώ στο εσωτερικό ενισχύεται η εικόνα και το προφίλ του εν όψει των αμφίρροπων προεδρικών εκλογών του Οκτωβρίου. Από την μία πλευρά, κατέστησε τα βραζιλιάνικα υποθαλάσσια κοιτάσματα κάτω από στρώματα άλατος ελκυστικά[2], με αποτέλεσμα να συρρέουν για αυτά όλοι οι ξένοι κολοσσοί (Royal Dutch Shell, ExxonMobil, Germany’s Wintershall, Chevron, Statoil κ.α) και από την άλλη πέτυχε την άμεση ενίσχυση των κρατικών ταμείων, μέσω των 3 πρόσφατων δημοπρασιών για τα δικαιώματα εξόρυξης – ενδεικτικά, τα έσοδα από την τρίτη δημοπρασία, τον Μάϊο, έφτασαν τα 2.4 δις δολάρια- .

Εξίσου σημαντικές, αν όχι σημαντικότερες, είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες. Σύμφωνα με μετριοπαθείς εκτιμήσεις, η παραγωγή πετρελαίου στα μέσα της επόμενης δεκαετίας σχεδόν θα διπλασιαστεί και θα ανέρχεται ,από τα 2.6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα –με το 1.1 εκατομμύριο να προέρχεται από τα υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου κάτω από τα στρώματα άλατος- το 2016,   στα 5 εκατομμύρια βαρέλια, αντί για τα μόλις 3.7 που θα ήταν με βάση το προηγούμενο καθεστώς (Wood Mackenzie  , 2017).

Γίνεται εμφανές έτσι , ότι τα βραζιλιάνικα κοιτάσματα πετρελαίου ,και δη αυτά κάτω από τα υποθαλάσσια στρώματα άλατος  αποκτούν μια νέα δυναμική, και ενισχύουν σημαντικά  την θέση της Βραζιλίας στην παγκόσμια πετρελαϊκή σκακιέρα. Σύμφωνα και με την  Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, χάρη στα υποθαλάσσια κοιτάσματα, η Βραζιλία αναμένεται να  αποτελέσει πλέον τον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου, μετά τις ΗΠΑ,  μεταξύ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών εκτός του OPEC[3], εξέλιξη που αν μη τι άλλο θα συμβάλει στην ελαχιστοποίηση της εξάρτησης της από τις υπόλοιπες χώρες παραγωγούς. Δεδομένου άλλωστε ότι οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας διπλασιάστηκαν κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς και ότι το 47% της ενέργειας της χώρας βασίζεται στο πετρέλαιο, γίνεται αντιληπτό ότι η Βραζιλία θα μπορεί αν όχι να καταστεί πετρελαϊκά αυτάρκης, να περιορίσει την εξάρτηση της από τις άλλες χώρες.

Τέλος, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου θα οδηγήσει στην αναβάθμιση τόσο της ισχύος όσο και του ρόλου της χώρας στην παγκόσμια αγορά του πετρελαίου. Η σημαντική συρρίκνωση της προσφοράς πετρελαίου από άλλες ισχυρές χώρες πετρελαιοπαραγωγούς, όπως η Βενεζουέλα, λόγω της οξείας οικονομικής κρίσης που την μαστίζει, το Ιράν , ως απόρροια των αμερικανικών κυρώσεων για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ή τα κράτη μέλη του OPEC- με αιχμή του δόρατος την Σαουδική Αραβία- , λόγω της τεχνητής μείωσης της παραγωγής για αντιστάθμιση της πτώσης της τιμής του πετρελαίου, καθιστά την Βραζιλία έναν ισχυρό εναλλακτικό παίκτη στην διεθνή αγορά, στον οποίο θα μπορούν να απευθύνονται για να καλύψουν τις ελλείψεις που παρουσιάζει η αγορά.

Μάλιστα ο εμπορικός πόλεμος που εκτυλίσσεται τον τελευταίο χρόνο, με την επιβολή δασμών μεταξύ των χωρών, αποτελεί ισχυρό σύμμαχο της Βραζιλίας προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι ενδεικτικό, ότι η Κίνα ως αντίποινα για την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ, έχει ξεκινήσει ήδη τις περικοπές στην εισαγωγή αργού πετρελαίου από τις ΗΠΑ και καθώς η πρώτη έχει αυξημένες ανάγκες για πετρέλαιο με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο (όπως της Βραζιλίας ή της Αγκόλας), αυξάνονται οι εισαγωγές πετρελαίου από την Βραζιλία: ήδη κατά το πρώτο τετράμηνο του 2018 σημειώθηκε διπλασιασμός των εισαγωγών πετρελαίου από την Βραζιλία. Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω όλες οι συγκυρίες ευνοούν την Βραζιλία προκειμένου να αλλάξει τους συσχετισμούς ισχύος υπέρ της και να καταστεί μια ακόμη πιο ισχυρή δύναμη στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

 

Πηγές

 

[1] Είναι αξιοσημείωτο ότι τα πρώτα κοιτάσματα τέτοιου είδους που ανακαλύφθηκαν στο οικόπεδο Tupi , βρίσκονταν σε βάθος 18.000 ποδιών κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και κάτω από ένα παχύ στρώμα άλατος. Την ίδια στιγμή, στον κόλπο του Μεξικό τα βαθύτερα κοιτάσματα βρίσκονταν μόλις στα 5.000 πόδια από την επιφάνεια.

[2]  Είναι αξιοσημείωτο ότι στην 13η δημοπράτηση, το 2015, πριν εφαρμοστούν δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις, μπόρεσαν να βρουν πλειοδότη μόνο 37 από τα 266 προσφερόμενα κοιτάσματα, με μόνο τα 2 εξ’ αυτών να αποτελούν υποθαλάσσια κοιτάσματα (Offshore Energy Today, 2015)

[3] Σύμφωνα με την ίδια Υπηρεσία, η Petrobras και οι υπόλοιπες διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες με δράση στην Βραζιλία θα τροφοδοτούν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου με πάνω από 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα μέχρι το 2023, κάτι παραπάνω από το 1% της παγκόσμιας αγοράς!