Πολυχωρική Μάχη: Μια νέα επιχειρησιακή έννοια για τις Ελληνικές Χερσαίες Δυνάμεις Υπτγος ε.α Πολυχρόνης Ναλμπάντης, MPhil. Διάλεξη στο πλαίσιο του 2ου Συνεδρίου Χερσαίων Δυνάμεων.

Η πολυχωρική μάχη ή πολυδιάστατη μάχη ή μάχη πολλαπλών τομέων δεν είναι καινούργια. Επισημαίνεται ότι η έννοια, πράγματι αποτελεί μια νέα ειδική ορολογία, η οποία όμως πάντα υπήρχε στην πολεμική σύγκρουση. Οι αρχαίοι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν το ναυτικό για να ελιχθεί η χερσαία τους δύναμη και να επιτύχουν ένα αρχικό πλεονέκτημα έναντι των Σπαρτιατών στην ξηρά, κατά την επιδρομή στη Σφακτηρία και κατά την εκστρατεία στην Σικελία, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Σήμερα, οι διακλαδικές επιχειρήσεις διεξάγονται στο επιχειρησιακό επίπεδο πολέμου, είτε μέσα σε μια περιοχή διακλαδικών επιχειρήσεων, είτε εντός ενός θεάτρου επιχειρήσεων από δυνάμεις διαφορετικών Κλάδων, οι οποίες αναπτύσσονται και ενεργούν στο τακτικό επίπεδο πολέμου. Η συνεργασία των δυνάμεων των Κλάδων, δηλαδή Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, που συμμετέχουν στις διακλαδικές επιχειρήσεις, επιτυγχάνεται πρωτίστως με την αλληλοκατανόηση των ρόλων του κάθε Κλάδου, σε συνδυασμό με την αμοιβαία εμπιστοσύνη που αποκτάται με την εκπαίδευση σε διακλαδικό περιβάλλον. Θα διερευνηθούν οι ερωτήσεις: τι σημαίνει η έννοια πολυχωρική μάχη, ποια είναι η προέλευση της έννοιας, πως αποτελεί επιχειρησιακή ανάγκη για την  Χερσαία Δύναμη και πως οι Ελληνικές Χερσαίες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν την πολυχωρική μάχη στο χερσαίο επιχειρησιακό περιβάλλον Ελλάδας και Κύπρου;

 

Μάχη Πολλαπλών Τομέων: Μια νέα επιχειρησιακή έννοια

Από το 2017, η εννοιολογική φράση που ευρίσκεται επίσημα στο επίκεντρο των διανοητικών συζητήσεων είναι:  η multidomain battle, δηλαδή: η πολυχωρική μάχη, ή πολυδιάστατη μάχη ή μάχη πολλαπλών τομέων.

Η έννοια παρουσιάστηκε επίσημα στην «Έκθεση περί του Στρατού των ΗΠΑ», από τον Διοικητή Εκπαίδευσης και Δόγματος του Στρατού, στρατηγό David Perkins,  κατά τη ετήσια σύνοδο, στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Προηγήθηκε δημοσίευση άρθρου των Albert Palazzo και David P. McClain, – ένα μήνα νωρίτερα από την πιο πάνω Έκθεση -, το οποίο προσδιόριζε ότι, «η πολυχωρική μάχη θα επιτρέψει στον διοικητή της διακλαδικής δύναμης, να κυριαρχήσει σε στοχευόμενους τομείς/domains».

Η έλευση της πολυχωρικής μάχης ή πολυδιάστατης μάχης ή μάχης πολλαπλών τομέων, προκαλεί ένα ερώτημα. Τι είναι ένας στρατιωτικός τομέας και γιατί γίνεται αυτή η διάκριση; Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η χρήση της λέξης «domain», στην οποία θα αναφέρομαι πλέον ως «τομέας» κατά την ομιλία μου, επέτυχε ευρεία αποδοχή στο στρατιωτικό λεξικό. Είναι βέβαια ασαφής και ασκεί ισχυρή επιρροή στα πιο βασικά όρια των στρατιωτικών λειτουργικών ταυτοτήτων.

Οι Frank Hoffman και Michael Davies, περιέγραψαν ότι οι τομείς «δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς, που καθορίζουν την προετοιμασία και τη διεξαγωγή πολέμου. Κάθε στρατιωτικός Θεσμός, Κλάδος και Υπηρεσία σχεδιάζουν το δόγμα και τις πλατφόρμες μάχης για να επιχειρούν ή να ελίσσονται στον κυρίαρχο τομέα τους, ενώ γίνεται μικρή προετοιμασία για τη διεξαγωγή πολέμου πέραν αυτών».

Πριν από την έννοια των τομέων, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις περιγράφονταν συνήθως μόνο για τις τρεις φυσικές διαστάσεις: την ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα. Η έννοια των τριών φυσικών διαστάσεων έγινε η βασική αρχή της οργάνωσης για τις ένοπλες δυνάμεις, σε τρείς Κλάδους: δηλαδή τον Στρατό, το Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία.

 

Η προέλευση της έννοιας «Πολυχωρική Μάχη»

Στην αρχή του 21ου αιώνα, η γενική αντίληψη περί τομείς / διαστάσεις των πολεμικών συγκρούσεων εισήλθε αρχικά στο κοινό λεξιλόγιο μέσω της αντίληψης περί της αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ. Το 1996, ο Πρόεδρος των Αρχηγών του Διακλαδικού Επιτελείου (Chairman of the Joint Chiefs of Staff), δημοσίευσε ένα έγγραφο με τίτλο, Διακλαδικό (Κοινό) Όραμα 2010 / Joint Vision 2010. Ήταν το πρώτο, από το οποίο θα προέκυπτε μια σειρά εγγράφων περί μελλοντικών διακλαδικών εννοιών, περιγράφοντας ένα εννοιολογικό πρότυπο για τον τρόπο, με τον οποίο η διακλαδική δύναμη θα πολεμούσε στον 21ο αιώνα. Η ιδέα αντιπροσώπευε μια τολμηρή έκφραση της μονο-πολικής στάσης της αμερικανικής ισχύος, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την επιθετική επιτυχία της Καταιγίδας της Ερήμου.

Το κοινό διακλαδικό όραμα δημιούργησε με βεβαιότητα την «κυριαρχία του πλήρους φάσματος / fullspectrum dominance» ως προς την ικανότητα «να νικήσει οποιονδήποτε αντίπαλο ή να ελέγξει οποιαδήποτε κατάσταση σε όλο το φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων» δημιουργώντας «ασύμμετρα πλεονεκτήματα».

Κατόπιν, ένα αναθεωρημένο έγγραφο με τίτλο «Κοινό Όραμα 2020 / Joint Vision 2020» (Ιούνιος του 2000) επεξεργάστηκε περαιτέρω την έννοια περί της κυριαρχίας πλήρους φάσματος, η οποία υποδήλωνε ότι «οι δυνάμεις των ΗΠΑ είναι σε θέση να διεξάγουν άμεσες, σταθερές και συγχρονισμένες επιχειρήσεις (…) με πρόσβαση και ελευθερία να επιχειρούν σε όλους τους τομείς – το διάστημα, τη θάλασσα, την ξηρά, τον αέρα και τις πληροφορίες».

Ο ασαφής και νεφελώδης πέμπτος τομέας, οι πληροφορίες, που αναδιαμορφώθηκε ως κυβερνοχώρος, ένας σαφώς πιο προσιτός όρος, αντικατοπτρίζει την εξέχουσα θέση της διαδικτυακής κουλτούρας.

Το 2009, το «Capstone Concept for Joint Operations», περιέγραψε πέντε ισοδύναμους τομείς αναφορικά με τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Η έννοια αυτή έβλεπε με βεβαιότητα, πώς οι διακλαδικές δυνάμεις διατηρούν την ελευθερία δράσης στην ξηρά και στη θάλασσα, στον αέρα, στο διάστημα και στον κυβερνοχώρο, όμως παράλληλα αναγνώριζε ταυτόχρονα έναν αυξανόμενο αριθμό δυνητικών αντιπάλων στο μέλλον, που θα έχει την ικανότητα να αμφισβητεί την υπεροχή κάποιου τομέα των ΗΠΑ ως μέρος της στρατηγικής τους διάβρωσης, όχι μόνο στον εναέριο και θαλάσσιο τομέα, αλλά και στην ξηρά, στο διάστημα και στον κυβερνοχώρο.

Η τελευταία έκδοση του Joint Publication, Operations 3-0, (17 Ιανουαρίου 2017), περιγράφει το επιχειρησιακό περιβάλλον ως «αυτό που περιλαμβάνει τις φυσικές περιοχές την ξηρά, τον αέρα και τη θάλασσα και το διάστημα, καθώς και το περιβάλλον πληροφοριών (το οποίο περιλαμβάνει τον κυβερνοχώρο), το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα και άλλους παράγοντες».

Η περιγραφή του κυβερνοχώρου ως μέρος του πληροφοριακού περιβάλλοντος, η συμπερίληψη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος και των «άλλων παραγόντων», μπορούν να θεωρηθούν ως μια λεπτή επιβεβαίωση των πολεμικών συγκρούσεων πέρα από τις καθαρά φυσικές περιοχές. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα απλοποιημένο κατασκεύασμα, που ορίζει τον τομέα ως «χώρο γνώσης, επιρροής ή δραστηριότητας μέσω του οποίου μπορεί να επηρεαστεί ένα σύστημα στόχου» σε σχέση με τρεις γενικές και αλληλένδετες διαστάσεις των πολεμικών συγκρούσεων: τη φυσική, την εικονική και την κοινωνική.

 

Μάχη πολλαπλών τομέων: Μια ευκαιρία για τις Χερσαίες Δυνάμεις

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι στρατιωτικές δυνάμεις των κρατών της Δύσης ήταν οι αρχικά ευεργετημένες από τη σημαντική τεχνολογική πρόοδο, κυρίως στην ακρίβεια της προσβολής, στους αισθητήρες και στην ψηφιοποίηση. Τώρα όμως, οι δυνητικοί τους αντίπαλοι σε ορισμένα πιθανά μελλοντικά θέατρα επιχειρήσεων και πολέμου, πιθανώς να τους έχουν ξεπεράσει και έτσι η ελευθερία των κινήσεων για τις διακλαδικές δυνάμεις κρατών της Δύσης, να αμφισβητείται ανοιχτά σε ορισμένους τομείς. Ο «εκδημοκρατισμός» της τεχνολογίας και η ταχεία διάδοσή της αυξάνουν τη φονικότατα και παρέχουν την υπόψη δυνατότητα σε κράτη μικρά και μεγάλα αλλά και μη κρατικές ομάδες, πολλά από τα οποία δεν μάχονται με τρόπο που να συμβαδίζει με τις ίδιες νομικές και ηθικές αρχές που τηρούν τα Δυτικά κράτη.

Στα πλαίσια αυτά, οι Χερσαίες Δυνάμεις θα πρέπει θεμελιωδώς να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα συνεισφέρουν στη διακλαδική μάχη, εάν επιθυμούν να αποτελέσουν έναν αποτελεσματικό επιχειρησιακό εταίρο. Θα πρέπει να μετακινηθούν από το να είναι ένας «απαιτητικός καταναλωτής», σε έναν πραγματικό εταίρο, ικανό να ελίσσεται βαθέως (deep maneuver), να ενεργεί και να υποστηρίζει τη διακλαδική δύναμη.

Τα τελευταία 25 χρόνια, οι Χερσαίες Δυνάμεις είχαν καταστεί «καταναλωτές υψηλής ζήτησης» των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της διακλαδικής δύναμης, οι οποίες επιχειρούσαν κάτω από μια ομπρέλα αεροπορικής και ναυτικής υπεροχής.

Οι Χερσαίες Δυνάμεις μπορούν να αντιστρέψουν αυτή την τάση. Θα πρέπει να σχεδιάζονται, να εξοπλίζονται και να εκπαιδεύονται, ώστε να νικούν και να διατηρούν πλεονέκτημα σε όλους τους τομείς, να αντιλαμβάνονται και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του μελλοντικού επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Η πολυχωρική μάχη υπόσχεται να ενισχύσει την ικανότητα ενός διοικητή και να μεγιστοποιήσει τα μέσα που έχει στη διάθεσή του προς όλους τους τομείς. Με αυτή την έννοια, η Χερσαία Δύναμη θα είναι ικανή να δημιουργήσει «παράθυρα ανωτερότητας», όχι μόνο στον τομέα της ξηράς αλλά και στους άλλους τομείς. Η ανάπτυξη οπλικών συστημάτων αντι-πρόσβασης και απαγόρευσης περιοχής [anti-access and area-denial (A2/AD)] από τη Χερσαία Δύναμη,  σημαίνει ότι η διακλαδική δύναμη μπορεί να μάχεται, να ελίσσεται και να νικά τους αντιπάλους.

Μετά την εξάπλωση της ιδέας της διακλαδικής μάχης, υπήρχε πάντα ένας γκρίζος χώρος μεταξύ των τομέων. Για παράδειγμα, τα πολεμικά πλοία ήταν σε θέση να προβάλλουν δύναμη (ισχύ) στο έδαφος και το παράκτιο πυροβολικό ήταν σε θέση να προβάλλει δύναμη στη θάλασσα. Η τεχνολογία του σημερινού και του προσεχούς μέλλοντος θα επεκτείνει αυτούς τους γκρίζους χώρους στο σημείο, όπου θα καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις και ακόμη ολόκληρα θέατρα επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, το φάσμα των μελλοντικών των επιχειρήσεων των χερσαίων δυνάμεων, θα είναι τόσο μεγάλο, που η απόσταση, ως όριο μεταξύ των τομέων, δεν θα αποτελεί πρόβλημα.

Η Χερσαία Δύναμη πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνο ως αποδέκτης βοήθειας από τους άλλους Κλάδους, αλλά ως αληθινός συνεργάτης, ικανός και με δυνατότητα να ενεργεί, να υποστηρίζει και μάλιστα να ελέγχει τις επιχειρήσεις σε άλλους τομείς. Η κατανόηση αυτή είναι η βάση για την ιδέα της μάχης πολλαπλών τομέων. Με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων ακριβείας, των προσβολών μακρού βεληνεκούς και τη χρήση προηγμένων αισθητήρων, οι Χερσαίες Δυνάμεις μπορούν να επαναπροσδιορίσουν πως να μάχονται και έτσι να συμβάλουν πιο αποτελεσματικά στη διακλαδική μάχη.

 

Ελληνικές Χερσαίες Δυνάμεις και Πολυχωρική Μάχη στο Χερσαίο Επιχειρησιακό Περιβάλλον Ελλάδας και Κύπρου

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έλλειψη στρατηγικού βάθους, έχει έναν εκτεταμένο ορεινό ηπειρωτικό όγκο, μια σχετικά στενή θαλάσσια λωρίδα, που τη χωρίζει από μια άλλη πολύ-διεσπαρμένη νησιωτική εδαφική περιοχή και μια γραμμική αμυντική διάταξη των Ενόπλων της Δυνάμεων. Το σημαντικό αυτό εσωτερικό γεωγραφικό μειονέκτημα, παράλληλα, με τον εκτεταμένο γεωγραφικά αμυντικό χώρο μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου καλείται το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας και οι Κλάδοι (Στρατός, Ναυτικό και Αεροπορία) να το αντιμετωπίσουν με το σχεδιασμό και την υλοποίηση κατάλληλης υψηλής και στρατιωτικής στρατηγικής.

Η υψηλή στρατηγική αποτελεί μέρος μιας εννοιολογικής ιεραρχίας, όπου οι δευτερεύουσες έννοιες συμπεριλαμβάνονται σε πιο συγκεκριμένο επίπεδο και αυτές είναι η τακτική, οι επιχειρήσεις και η στρατηγική. Για τον Clausewitz, η τακτική είναι η τέχνη χρησιμοποίησης στρατευμάτων για να νικήσουν στη μάχη, ενώ η στρατηγική είναι η τέχνη της χρήσης των μαχών για να κερδίσουν τον στόχο του πολέμου. Η στρατηγική, συνεπώς, είναι πρώτα απ’ όλα μια στρατιωτική έννοια. Η ανάπτυξη της έννοιας «υψηλή στρατηγική» έρχεται ως συνέχεια της κεντρικής διορατικότητας του Clausewitz, δηλαδή ότι ο πόλεμος αλληλεπικαλύπτει σε γενικές γραμμές την πολιτική και, συνεπώς, αυτή η αλληλοεπικάλυψη γίνεται τόσο σημαντική, ώστε αναπτύσσεται ένας τρόπος σκέψης σχετικά με τη φύση του πολέμου και αυτό κάνει την υψηλή στρατηγική να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Η υψηλή στρατηγική δεν είναι απλά η στρατηγική.

Οι δύο όροι συχνά συγχέονται και συγχωνεύονται, αλλά εννοιολογικά είναι τελείως διαφορετικοί. Ενώ η στρατηγική έχει την έννοια που αφορά τις συγκρούσεις δύο ή περισσότερων αντίπαλων θελήσεων, η υψηλή στρατηγική έχει ένα εκτεταμένο και ολοκληρωμένο πεδίο εφαρμογής, το οποίο περιλαμβάνει την ανάπτυξη των οικονομικών, δημογραφικών και κοινωνικών πόρων μιας κοινωνίας, την κατανομή αυτών των πόρων και την εφαρμογή των διαφόρων οργάνων της εθνικής ισχύος σε έναν ενιαίο τρόπο εφαρμογής.

Ο Luttwak προσδιόρισε τρία σχετικά επίπεδα της στρατηγικής, όπως το επιχειρησιακό επίπεδο (operational level), το θέατρο του στρατηγικού επιπέδου (the theater strategic level) και το υψηλό στρατηγικό επίπεδο (grand strategic level), ενώ καθόρισε το τελευταίο ως «το επίπεδο των τελικών αποτελεσμάτων».

Η υψηλή στρατηγική συμπεριλαμβάνει όλα τα μέσα που χρησιμοποιεί μια δύναμη για την προώθηση των εξωτερικών της στόχων. Ο Sir Michael Howard ανέλυσε την υψηλή στρατηγική σε τέσσερες (4) διαστάσεις: την κοινωνική, την επιχειρησιακή, την τεχνολογική και τη λογιστική (διοικητική μέριμνα), με σκοπό να ερμηνεύσει τον Εμφύλιο Πόλεμο των ΗΠΑ, αλλά και τους πολέμους σε Ευρώπη και Βιετνάμ. Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου επισημαίνει ότι η υψηλή στρατηγική έχει πέντε (5) βασικές διαστάσεις: τη στρατιωτική στρατηγική, την οικονομική πολιτική, τη διπλωματία, την εσωτερική πολιτική και τη διεθνή νομιμοποίηση, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά στο βιβλίο του, «Υψηλή Βυζαντινή Στρατηγική 6ος -11ος αιώνας».

Η Κυβερνητική πολιτική για την εθνική άμυνα και ασφάλεια του Κράτους αποτελεί μια από τις διαστάσεις της υψηλής στρατηγικής, η οποία καθορίζει τους εθνικούς αντικειμενικούς σκοπούς και προβαίνει στην παροχή γενικών κατευθύνσεων για την ανάπτυξη της αμυντικής ισχύος και τη χρησιμοποίηση διπλωματικών μέσων για την υποστήριξη και προαγωγή των εθνικών συμφερόντων. Κατά συνέπεια, η Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική καθορίζει την αποστολή και τα κύρια επιχειρησιακά έργα των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και την παροχή στρατηγικών κατευθύνσεων για τον τρόπο ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της στρατιωτικής ισχύος του Κράτους, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της Κυβερνητικής πολιτικής για την εθνική άμυνα και ασφάλεια.

Το Ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με την Πολιτική Εθνικής Άμυνας, την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική και τον Εθνικό Αμυντικό Σχεδιασμό εκδίδει τις κατευθυντήριες οδηγίες στρατηγικής για το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των νέων επιχειρησιακών διακλαδικών εννοιών/ιδεών, που απαιτούνται για το μετασχηματισμό των μελλοντικών Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η Αμυντική Στρατηγική Αναθεώρηση (ΑΣΑ), εκδόθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, τον Σεπτέμβριο 2001, και είχε ως στρατηγικό σχεδιασμό, τη διαμόρφωση, την ανανέωση, και το μετασχηματισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε διακλαδικές, μικρότερες σε μέγεθος, σύγχρονες, ευέλικτες, και ισχυρές και με πνεύμα οικονομίας πόρων και μέγιστου οφέλους από την εκμετάλλευση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων και της τεχνολογίας.

Το έτος 2012, ανακοινώθηκαν οι «ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ Α/ΓΕΕΘΑ (Για την πορεία των ΕΔ σε μια εποχή προκλήσεων)», του Στρατηγού Μιχαήλ Κωσταράκου, με εστίαση στην «Κυριαρχία στο Διακλαδικό Πεδίο Μάχης», που έδιδαν έμφαση στην κινητικότητα (maneuver-mobility) και την ισχύ πυρός αντί μιας σύγκρουσης φθοράς και την ενίσχυση των αμυντικών και αντιεπιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων της χώρας. Παράλληλα, οι αμυντικές προτεραιότητες εστιάζονταν στην εξασφάλιση ικανοτήτων δύο επιπέδων, δηλαδή στην αποτροπή και την αντιμετώπιση συμμετρικών και μη-συμμετρικών απειλών.

Η «Κυριαρχία στο Διακλαδικό Πεδίο Μάχης» είναι το επιστέγασμα της στρατιωτικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία μια διακλαδική στρατιωτική δομή επιτυγχάνει τον έλεγχο όλων των στοιχείων του πεδίου της μάχης, χρησιμοποιώντας χερσαία, εναέρια και θαλάσσια μέσα. Περιλαμβάνει τις φυσικές και εικονικές διαστάσεις της μάχης: στη ξηρά, τον αέρα, τη θάλασσα, καθώς και στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα/κυβερνοχώρο και το πληροφοριακό πεδίο.

Οι Ελληνικές Χερσαίες Δυνάμεις σε περίπτωση σύγκρουσης χαμηλής ή υψηλής έντασης το χερσαίο επιχειρησιακό περιβάλλον Ελλάδας – Κύπρου διεξάγουν αρχικά αμυντικές επιχειρήσεις, που στοχεύουν στην απορρόφηση της εχθρικής στρατιωτικής ισχύος, ενώ στη συνέχεια πρέπει να ανακτούν την επιθετική πρωτοβουλία και την αντεπιθετική ικανότητα στο συντομότερο δυνατό χρόνο, αναγκάζοντας τον αντίπαλο σε αμυντική στάση, θέτοντας τις  προϋποθέσεις για Κυριαρχία στο Διακλαδικό Πεδίο Μάχης. Οι τρεις αυτές εναλλακτικές πηγές δόγματος άμυνα / επίθεση / αποτροπή πρέπει μοιράζονται μια κοινή φιλοσοφία: την κινητικότητα (maneuver-mobility) και την προβολή δύναμης/ισχύος πυρός αντί μιας σύγκρουσης φθοράς.

Ο Ελληνικός Στρατός απαιτείται να έχει αυξημένη κινητικότητα και ευελιξία, φονικότατα, ακρίβεια προσβολής, καθώς και απόκτηση πληροφοριών από θέση ισχύος για τη διεξαγωγή πολυχωρικής μάχης στο χερσαίο επιχειρησιακό περιβάλλον Ελλάδας – Κύπρου.

Παράλληλα, ο Ελληνικός Στρατός θα πρέπει αρχικά, να αναπτύξει και να ενσωματώσει 6 επιχειρησιακές έννοιες, ώστε να είναι ικανός για να εκτελεί πολυχωρική μάχη ή μάχη πολλαπλών τομέων, όπως την:

  • Προβολή Αποτροπής, η οποία είναι η ικανότητα της χερσαίας δύναμης να αποτρέπει ένα δυνητικό αντίπαλο να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες δυνατότητες, συμπεριφορές και να εφαρμόσει κάποια ανεπιθύμητη πολιτική ή στρατιωτική ενέργεια.
  • Έγκαιρη Αντίδραση, η οποία είναι η ικανότητα της χερσαίας δύναμης αμυντική, επιθετική και αντιεπιθετική για αποτελεσματική αντίδραση και δράση, με ενέργειες κατάλληλες και προσαρμόσιμες στις εκάστοτε συνθήκες, και σε κάθε εχθρική απειλή ή ενέργεια.
  • Πλεονέκτημα Ελιγμού σε Βάθος, που είναι η ικανότητα της χερσαίας δύναμης να αποκτά πλεονέκτημα θέσης σε βάθος, με ταχύτητα και επιχειρησιακό ρυθμό.
  • Αποφασιστική Εμπλοκή, που είναι η ικανότητα της χερσαίας δύναμης να προκαλεί και να παράγει τα αποτελέσματα που απαιτούνται προς επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών και της επιθυμητής τελικής κατάστασης.
  • Ολοκληρωμένη Προστασία Δύναμης που είναι η ικανότητα της χερσαίας δύναμης να προστατεύσει το προσωπικό της και τις πλατφόρμες μάχης που απαιτούνται για την αποτελεσματική υλοποίηση των ΑΝΣΚ.
  • Εστιασμένη Διοικητική Μέριμνα, που είναι η ικανότητα παροχής στη χερσαία δύναμη κατάλληλου προσωπικού, εξοπλισμού και εφοδίων, στο σωστό τόπο και χρόνο και στη σωστή ποσότητα, σε όλο το εύρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η νέα επιχειρησιακή έννοια «πολυχωρική μάχη», εκτιμάται ότι μετά από συνεχείς διαβουλεύσεις και τελικές αποφάσεις των Κλάδων, πρέπει να συμπεριληφθεί στη Στρατιωτική Στρατηγική των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και στο Δόγμα του Ελληνικού Στρατού.

Βέβαια, η παρούσα οικονομική κατάσταση της χώρας, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία ή άλλοθι για μειωμένη προσπάθεια ή συμβιβασμούς ως προς το αναγκαίο επίπεδο της μαχητικής ισχύος των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ειδικότερα για τη Χερσαία Δύναμη.

Η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ευημερία είναι συνδεδεμένες δαιδαλώδες, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Paul Kennedy, δηλαδή ότι «ο πλούτος είναι συνήθως απαραίτητος για την υποστήριξη της στρατιωτικής ισχύος και η στρατιωτική ισχύς συνήθως απαιτείται για την απόκτηση και την προστασία του πλούτου / wealth is usually needed to underpin military power, and military power is usually needed to acquire and protect wealth».

Συνεπώς, η άμυνα και η οικονομία αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες στους οποίους εδράζεται η εθνική στρατηγική ασφάλειας. Η διάθεση πόρων για την άμυνα και την ασφάλεια, μπορεί να θεωρηθεί ως μία επενδυτική διαδικασία (cost benefits), όπου οι δαπάνες άμυνας αντιπροσωπεύουν το κόστος της απαιτούμενης επένδυσης, με σκοπό να παραχθεί το εκάστοτε αναγκαίο επίπεδο άμυνας και ασφάλειας, που μετράται σε στρατιωτική ισχύ.

 

 

Συμπεράσματα

Η πολυχωρική μάχη ή πολυδιάστατη μάχη ή μάχη πολλαπλών τομέων δημιουργεί επιλογές και ευκαιρίες για τη διακλαδική δύναμη, ενώ επιβάλλει ταυτόχρονα πολλαπλά διλήμματα στον αντίπαλο. Μέσα από τα εκτοξευμένα πυρά από την ξηρά προς τη θάλασσα, από την ξηρά προς την ξηρά, από τη ξηρά προς τον αέρα και το διάστημα, και από την ξηρά προς τον κυβερνοχώρο, οι Χερσαίες Δυνάμεις μπορούν να αποτρέψουν, να αρνηθούν και να νικήσουν τον αντίπαλο. Τούτο επιτρέπει στον διακλαδικό διοικητή να διατηρήσει και να εκμεταλλευτεί την πρωτοβουλία.

Ο Ναύαρχος Harry Harris, Διοικητής της Διοίκησης ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ των Ηνωμένων Πολιτειών, περιέγραψε τόσο την απαίτηση όσο και την επείγουσα ανάγκη με σκοπό την ενίσχυση των στρατιωτικών ικανοτήτων της διακλαδικής δύναμης, τονίζοντας: «Πιστεύω ότι το μελλοντικό περιβάλλον ασφαλείας θα απαιτήσει από τους Κλάδους να ασκούν επιρροή σε μη παραδοσιακούς τομείς, καθώς αυτοί οι τομείς συγκλίνουν και γίνονται πιο περίπλοκοι, ειδικά εάν οι διαταγές μάχης αποσκοπούν στο να επιτύχουμε κυριαρχία σε όλους αυτούς τους τομείς … [αυτό] σημαίνει ότι ο Στρατός πρέπει να είναι σε θέση να βυθίζει τα εχθρικά πλοία, να εξουδετερώνει τους δορυφόρους, να καταστρέφει τους πυραύλους και να απαγορεύει στον εχθρό την ικανότητα να διοικεί και να ελέγχει τις δυνάμεις του. [….] Η μάχη πολλαπλών τομέων θα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Στρατός θα ικανοποιήσει αυτή την (επιχειρησιακή) απαίτηση».

Ο Ελληνικός Στρατός πρέπει να αναπτύξει δημιουργικές προσεγγίσεις για να επιτύχει επιχειρησιακά αποτελέσματα πολλαπλών τομέων, αντί να συνδέει μόνο τις δράσεις με άλλους τους Κλάδους των ΕΔ ή να αναπτύσσει τεχνολογικές λύσεις που δεν έχουν ευθυγραμμιστεί. Παρόλο που η έννοια πολλαπλών τομέων μπορεί να απαιτήσει κάποια νέα τεχνολογία, η πιο εντυπωσιακή συνέπεια θα είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Ελληνίδες και οι  Έλληνες αξιωματικοί θα εξελίξουν το στρατιωτικό τους Οργανισμό και το ανθρώπινο δυναμικό να χρησιμοποιεί το δόγμα και την τεχνολογία με νέους τρόπους για να κερδίσουν τη μελλοντική  μάχη.

Η Χερσαία Δύναμη βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Η υπεροχή σε ισχύ πυρός και ελιγμό οδήγησε στο παρελθόν σε επιτυχίες στο θέατρο πολέμου, αλλά πιθανόν δεν θα μπορεί να κερδίσει μελλοντικούς πόλεμους. Οι αντίπαλοι παρακολουθούν, προσαρμόζοντας προσεκτικά την τεχνολογία και το δόγμα τους για να επωφεληθούν από τα τρωτά σημεία το αμυνόμενου. Ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, αλλά η οργανωτική αλλαγή σε διακλαδικό και κλαδικό επίπεδο κρίνεται απαραίτητη.  Η εξέλιξη της «πολυχωρικής μάχης» από έννοια σε επιχειρησιακό δόγμα απαιτεί την κατανόηση, τη δημιουργικότητα και την ανατροφοδότηση.

Το σημερινό διεξαγόμενο Διεθνές Συνέδριο μεταξύ του Γενικού Επιτελείου Στρατού και του Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου συμβάλλει στο πλαίσιο της ενημέρωσης και χρησιμεύει ως σημείο εκκίνησης για περαιτέρω συζήτηση και λήψη αποφάσεων.

ΝΑΛΜΠΑΝΤΗΣ 2018 (2)