Τουρκικός Γκολισμός. Το κυρίαρχο ρεύμα στην Τουρκία; Δόκιμος Ερευνητής: Νικόλαος ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

Περιεχόμενα

Περίληψη……………………………………….………………………………..3

  1. Εισαγωγή…………………………………………………………………4-5
  2. Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας…………………….…………5-9
  3. Γκολισμός……………………………………………………….…….…9-11
  4. Οι ρίζες του Τουρκικού Γκολισμού…………………………………….11-16

4.1 Ο εμπνευστής του Τουρκικού Γκολισμού………………………..……….14-16

  1. Κεμαλισμός και Οθωμανισμός…………………………………………16-20
    • Κεμαλισμός………………………………………………………16-18
    • Νεοοθωμανισμός………………………………………………..18-20
  2. Ο Τουρκικός Γκολισμός…………………………………………….….20-21
  3. Γκολισμός και Τουρκική Κοινωνία………………………………..……21-22
  4. Η εφαρμογή του στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας……….……22-25
  5. Η σχέση του με τη μετανάστευση……………………………………..25-27
  6. Ποιες οι προεκτάσεις, οι προκλήσεις και το αύριο της Τουρκίας λόγω του Τουρκικού Γκολισμού, αλλά και το αύριο της Τουρκίας σε σχέση με την Ευρώπη…………………………………………………………………..27-28

Επίλογος…………………………………………………………………………29

Βιβλιογραφία………………………………………….…………………………30-33

 

Περίληψη

Η στρατηγική κουλτούρα μιας χώρας αποτελεί ένα σχετικά νέο εργαλείο στη φαρέτρα των διεθνολόγων, που όμως αναντίρρητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην βαθύτερη αντίληψη και κατανόηση των κατευθύνσεων που λαμβάνει η εξωτερική πολιτική. Ως στρατηγική κουλτούρα ορίζεται το σύνολο των πεποιθήσεων, νοοτροπιών και προτύπων συμπεριφοράς μιας συλλογικής οντότητας γεωγραφικά προσδιορισμένης και με κοινό αίσθημα ιστορικής εμπειρίας. Η Τουρκία είναι ένα κράτος του οποίου οι ακολουθούμενες πολιτικές υπήρξαν συχνά γρίφος για τη διεθνή κοινότητα τόσο στο παρελθόν όσο και τα τελευταία χρόνια. Υπό τον Ερντογάν η Τουρκία διαφάνηκε να υιοθετεί μια στρατηγική κουλτούρα που είναι μείγμα και συγκερασμός του Κεμαλισμού και του Νεοοθωμανισμού, με νέο στοιχείο τη μεγάλη έμφαση στον εθνικισμό. Ο Taspinar ερμηνεύει την πολιτική αυτή ως την ανάδυση του Τουρκικού Γκολισμού κατά τα πρότυπα της Γαλλικής πολιτικής υπό τον Στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ. Η Τουρκικός Γκολισμός διαπνέει όλους τους τομείς της πολιτικής της Τουρκίας, ιδιαίτερα όμως την εξωτερική πολιτική και βασίζεται στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της Τουρκίας από το 2002 και έπειτα. Ωστόσο κατάφερε και εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, να δημιουργήσει έντονες αντιπαραθέσεις στην περιοχή με αμφίβολη εξέλιξη.

 

  1. Εισαγωγή

Η εξωτερική πολιτική, όσο και η γενικότερη συμπεριφορά της Τουρκίας, υπέστησαν έντονες μεταβολές από τότε που ανέλαβε την εξουσία το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ταγίπ Ερντογάν το 2002. Οι μεταβολές που υπέστη η Τουρκία ήταν τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές αν αναλογιστεί κανείς τις ραγδαίες εξελίξεις στην περιοχή που προκάλεσε η Αραβική Άνοιξη.

Αναλύοντας τη στρατηγική που ακολουθεί η Τουρκία στην εξωτερική της πολιτική συνηθίζεται να γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ κοσμικής και ισλαμιστικής στρατηγικής, η οποία όμως φαίνεται πλέον να είναι ανεπαρκής. Καθώς φαίνεται ότι τόσο την τουρκική κοινωνία όσο και την πολιτική της Τουρκίας διατρέχει ακόμη ένα ρεύμα, ο Τουρκικός Γκολισμός.[1] Ο τελευταίος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη που έχει τόσο η κοινωνία της Τουρκίας, όσο και η ηγεσία της για το κεντρικό ρόλο που είναι προορισμένη να αναλάβει η Τουρκία, συνεπώς συνδέεται με τη στρατηγική κουλτούρα της χώρας αυτής.

Στην ανάλυση που ακολουθεί θα επιχειρηθεί να διερευνηθεί και να κατανοηθεί ο Τουρκικός Γκολισμός, με αναφορά στον άνθρωπο που εισήγαγε τον όρο στην Τουρκία και με έμφαση στην εξωτερική του διάσταση που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς επηρεάζει και την εξωτερική πολιτική των κρατών που αλληλεπιδρούν περισσότερο με την Τουρκία. Όπως θα καταδειχθεί, το ρεύμα αυτό παρουσιάζει κοινά στοιχεία και σ’ ένα βαθμό προέρχεται από τα άλλα δύο κυρίαρχα ρεύματα που διατρέχουν την Τουρκική πολιτική, συνεπώς είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά των κυριότερων τους χαρακτηριστικών καθώς και σύγκρισή τους με τον Τουρκικό Γκολισμό πριν μελετηθεί το ρεύμα και η εφαρμογή που ακολουθεί.

Κατόπιν επιχειρείται η μελέτη των επιπτώσεων του Τουρκικού Γκολισμού στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, στις σχέσεις της τόσο με τη Δύση, όσο και με τις γειτονικές χώρες της. Αντί συμπερασμάτων, εκτίθενται οι απόψεις του γράφοντος και οι προσδοκίες που απορρέουν από την Τουρκικό Γκολισμό, με άξονα την έννοια της στρατηγικής κουλτούρας.

Η γνώση και η ανάλυση της στρατηγικής κουλτούρας μιας χώρας είναι χρήσιμα εργαλεία για την βαθύτερη αντίληψη και κατανόηση των κατευθύνσεων που λαμβάνει η εξωτερική πολιτική. Επειδή όμως πρόκειται για ένα σχετικά νέο πεδίο μελέτης, θεωρείται απαραίτητο η παρούσα εργασία να ξεκινήσει με μια σύντομη, αλλά κατά το δυνατόν περιεκτική περιγραφή του όρου και των κυριότερων χαρακτηριστικών του.

  1. Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας

Ως στρατηγική κουλτούρα ορίζεται το σύνολο των πεποιθήσεων, νοοτροπιών και προτύπων συμπεριφοράς μιας συλλογικής οντότητας γεωγραφικά προσδιορισμένης και με κοινό αίσθημα ιστορικής εμπειρίας. Με άλλα λόγια, είναι ο τρόπος που μια συλλογική οντότητα σκέφτεται και ενεργεί στις διεθνείς σχέσεις, τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου. Συνιστά τον τρόπο που ενεργεί σε κάθε έκφανση και επίπεδο της δραστηριότητας και στις οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο οι διακριτές νοοτροπίες και πεποιθήσεις.[2]

Δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική παιδεία, καθώς η τελευταία αποτελεί προϊόν εκπαίδευσης, ενώ η στρατηγική κουλτούρα είναι συγκερασμός που προκύπτει μάλλον αυθόρμητα. Άλλωστε τ’ ανθρώπινα όντα εκπολιτίζονται από τη στιγμή που απαρτίζουν κοινότητες οι οποίες δημιουργούνται πρωτίστως για την ασφάλεια των μελών τους. Συνεπώς, οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να υποβληθούν σε μια διαδικασία στρατηγικού εκπολιτισμού.

Ωστόσο, η στρατηγική κουλτούρα αποτελεί μια μόνο από τις συνιστώσες της στρατηγικής συμπεριφοράς η οποία αναντίρρητα πρόκειται για ένα σύνθετο φαινόμενο με πολλές συνιστώσες γι’ αυτό και πρέπει να εξετάζεται ως τέτοιο.

Η έννοια της στρατηγικής συμπεριφοράς είναι ευρεία και οι συνιστώσες της αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των θεωρητικών, με αποτέλεσμα την ύπαρξη αρκετών ορισμών της.[3] Άλλωστε, η φύση και ο σκοπός της στρατηγικής είναι διαρκής και παγκόσμιος καθώς επίσης, στην ειδικότερή του ιστορική μορφή και περιεχόμενο είναι αναπόδραστα προϊόν της κουλτούρας. Η απουσία της μεθοδολογίας που της καταλογίζεται συμπορεύεται με την παραδοξότητα που συνοδεύει την έννοια της στρατηγικής κουλτούρας, καθώς τόσο η στρατηγική όσο και η ιδέα του παράδοξου εκφράζουν μια σημαντικά διάχυτη και ταυτόχρονα λεπτομερειακά και τυπικά απροσδιόριστη αλήθεια για τη φύση και τη πρακτική της στρατηγικής. Είναι στη φύση της στρατηγικής ν’ αντανακλά την κουλτούρα του δικού της ιδιαίτερου δημιουργού και εκτελεστή.

Η στρατηγική κουλτούρα, ως παράδοξο της στρατηγικής, αποτελεί μια χρήσιμη έννοια.[4]

Βασίζεται σε κάποιες κοινές παραδοχές, όπως είναι ότι το ουσιωδέστερο χαρακτηριστικό του άναρχου διεθνούς συστήματος είναι η διεθνής κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητα, μέσα στο οποίο κάθε συλλογική οντότητα έχει μια διακριτή ταυτότητα που αποτελεί προϊόν της συγκεκριμένης γεωγραφικής θέσης και της ιστορικής εμπειρίας της, η οποία αναπόδραστα επηρεάζει την πολιτική και στρατηγική συμπεριφορά της.[5]

Επιπλέον, παραδέχεται την ενιαία φύση της στρατηγικής, η οποία παραμένει αναλλοίωτη και απαράλλαχτη στον χώρο και στο χρόνο, αφού πρόκειται για μια λογική συνέπεια σύζευξης μέσων και στόχων, σε αντίθεση με τον μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της στρατηγικής, ο οποίος λαμβάνει κάθε φορά τη μορφή που του δίνει αυτός που ασκεί κριτική και με βάση το δικό του σύστημα αξιών.[6]

Περαιτέρω, παραδέχεται ότι οι ιδέες μετρούν στη στρατηγική. Η στρατηγική συμπεριφορά είναι ουσιαστικά η εφαρμογή μιας θεωρίας, ενός δόγματος που διαμορφώνεται με βάση τις πεποιθήσεις, τις ιδέες και την πρόσφατη εμπειρία αυτού που την εφαρμόζει, καθιστώντας τελικά τη στρατηγική κουλτούρα δυναμική.[7] Αναμφίβολα, η στρατηγική συμπεριφορά μπορεί να έχει πολλές διαστάσεις, μια εκ των οποίων είναι και η στρατηγική κουλτούρα. Επιχειρώντας την εννοιολογική διάκριση μεταξύ στρατηγικής κουλτούρας και στρατηγικής συμπεριφοράς, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συσχετίζονται όπως η στρατηγική, οι επιχειρήσεις και οι τακτικές. Δηλαδή, όπως η στρατηγική υλοποιείται με τις επιχειρήσεις οι οποίες βασίζονται στην τακτική, έτσι και όλα τα παραπάνω, η στρατηγική, οι επιχειρήσεις και η τακτική, υλοποιούνται από ανθρώπους και οργανισμούς οι οποίοι εμφορούνται από μια συγκεκριμένη κουλτούρα. [8]

Μια συγκεκριμένη κοινωνία μπορεί να προβάλλει περισσότερες από μία στρατηγικές κουλτούρες, ακριβώς όπως τείνει να υπάρχουν στρατιωτικές κουλτούρες που συνδέονται με συγκεκριμένες αποστολές ή γεωγραφικά περιβάλλοντα. Σε κάθε περίπτωση η στρατηγική κουλτούρα ή κουλτούρες, υπόκεινται σε μεταβολές με το πέρασμα του χρόνου, καθώς νέες εμπειρίες αφομοιώνονται, κωδικοποιούνται και ερμηνεύονται πολιτιστικά.[9] Πάντως, η ιδέα της στρατηγικής κουλτούρας δεν υπονοεί ότι υπάρχει μια απλή αμφίδρομη σχέση μεταξύ των πολιτισμικά ανιχνεύσιμων προτιμήσεων και των πραγματικών επιχειρηματικών επιλογών. Ουσιαστικά, η κουλτούρα σχηματοποιεί την διαδικασία της οικοδόμησης της στρατηγικής και επηρεάζει την εκτέλεση της στρατηγικής, άσχετα με το πόσο κοντά μπορεί να είναι οι πραγματικές επιλογές με κάποιες αφηρημένες ή εξιδανικευμένες προτιμήσεις της κουλτούρας.[10]

Οι παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση της μπορούν να χωριστούν σε τρεις (3) κατηγορίες. Πρώτον, στους φυσικούς όπως είναι η γεωγραφία, το κλίμα και οι φυσικοί πόροι, δεύτερον στους πολιτικούς, όπως είναι η ιστορία, η οικονομία, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, η κοινωνική συνοχή και τέλος οι υπεραισθητοί, όπως είναι η θρησκεία, η ιδεολογία, οι μύθοι, οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα.[11]

Από την εποχή ακόμα του Ηρόδοτου, η χρησιμότητα της στρατηγικής κουλτούρας έγκειται στην κατά τον δυνατόν ακριβέστερη και αναλυτικότερη εικόνα που έχει ένας πολιτικός ηγέτης για το τι είναι ικανοί να πιστέψουν οι άνθρωποι και οι λαοί και να τον χρησιμοποιήσει ως εργαλείο διαχείρισης των διεθνών σχέσεων του[12] και αναλύοντας την να κατανοήσει ο κάθε διεθνής δρών σε ποια σημεία υπερτερεί και σε ποια υστερεί.[13]

Πρόκειται για έναν σχετικά πρόσφατο όρο των διεθνών σχέσεων, ο οποίος ως τέτοιος αναμενόμενα αντιμετωπίζει κάποια μεθοδολογικά προβλήματα στην ανάλυσή του, ωστόσο ως εργαλείο ανάλυσης δύναται να προσφέρει πολύτιμη γνώση.[14] Χρησιμοποιούμενη συμπληρωματικά με άλλες αναλύσεις μπορεί ν’ αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο στρατηγικής ενδοσκόπησης και κατανόησης του εθνικού χαρακτήρα των δρώντων του διεθνούς συστήματος, αν βεβαίως δοθεί η πρέπουσα προσοχή στα ακόλουθα τρία (3) σημεία.

Πρωτίστως, πρέπει να γίνεται ορθή χρήση και αξιοποίηση της στρατηγικής κουλτούρας ως αναλυτικού εργαλείου κατανόησης της συμπεριφοράς των διεθνών δρώντων, καθώς αποτελεί μια από τις διαστάσεις του πολυπαραγοντικού φαινομένου της στρατηγικής διάδρασης και ως τέτοια δεν επαρκεί από μόνη της για τη μελέτη της στρατηγικής συμπεριφοράς. Ακολούθως, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στον ακριβή εντοπισμό των κυρίαρχων πεποιθήσεων, νοοτροπιών και προτύπων συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν μια συλλογικότητα. Βασικές προϋποθέσεις για την ορθότητα μιας ανάλυσης είναι η διορατικότητα, η εμβρίθεια και η αξιοπιστία του επίδοξου αναλυτή. Τέλος, σε κανένα στάδιο της ανάλυσης δεν πρέπει να λησμονείται ότι η στρατηγική κουλτούρα επηρεάζει μεν, αλλά δεν καθορίζει την στρατηγική συμπεριφορά, προκειμένου ν’ αποφεύγονται οι ντετερμινιστικές αναλύσεις.

Η μελέτη της στρατηγικής κουλτούρας είναι πολύτιμη επειδή εμπλουτίζει τη γνώση και οξύνει την κριτική ικανότητα των ατόμων που είναι επιφορτισμένοι να λαμβάνουν αποφάσεις, προσφέροντας ένα πολύτιμο πλαίσιο κατανόησης της στρατηγικής διάδρασης καθώς κάθε συλλογική οντότητα έχει διαμορφώσει τη δική της μοναδική στρατηγική κουλτούρα που είναι ανάμεσα στ’ άλλα προϊόν της γεωγραφίας, της ιστορίας και της εσωτερικής πολιτικής ταυτότητας.[15]

Ίσως από τα πιο ακραία παραδείγματα συμπεριφοράς έθνους που υπαγορεύτηκε από την στρατηγική του κουλτούρα ήταν αυτή των Γερμανών μεταξύ των 1942-45. Ο Χίτλερ άντλησε τη δύναμη του από την διαχρονική, κοινή γερμανική πεποίθηση ή μύθο ότι ο γερμανικός λαός είχε ως ιστορικό καθήκον την προστασία της Ευρώπης από τους βαρβάρους της ανατολής. [16]

Γενικότερα, το να είναι κάποιος Γερμανός, Αμερικανός, ή Ρώσος σε μια δεδομένη χρονική στιγμή σήμαινε ότι εμφορούνταν και από συγκεκριμένη κουλτούρα με διάφορους συγκεκριμένους τρόπους. Αυτοί οι τρόποι μπορεί να διαφοροποιούνταν σημαντικά ανάμεσα στους Γερμανούς ακόμη και στην ίδια χρονική περίοδο. Ωστόσο, είναι λογικό ν’ αναμένεται ότι σημαντικά κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά απαντώνται ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται μια κοινή κληρονομιά, ειδικότερα αν ανήκουν στην ίδια ηλικιακή ομάδα. Παρόμοια, με την πεποίθηση των Γερμανών, που αναφέρθηκε παραπάνω, οι Αμερικάνοι, μέχρι περίπου το 1968, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα μπορούσε η χώρα να υποστεί ήττα σε κάποιον πόλεμο. Επίσης, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο οι αμερικανικές στρατηγικές αναλύσεις εξέφραζαν την πεποίθηση ότι είχαν αποκρυπτογραφήσει τα παγκόσμια μυστικά της, για παράδειγμα αυτά της στρατηγικής σταθερότητας κατά την πυρηνική εποχή. Αντίστοιχα, οι Σοβιετικοί υπερασπιστές του Στάλινγκραντ, τον χειμώνα του 1942-43 πίστευαν ότι η ιστορία ήταν με το μέρος τους, τόσο «επιστημονικά» όσο και ηθικά καθώς αντιπροσώπευαν τη Μητέρα Ρωσία.[17]

  1. Ο Γκολισμός

Το όνομα του δόγματος αυτού προέρχεται από τον Γάλλο Στρατηγό Σαρλ Ντε Γκωλ, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 επεδίωξε μια ανεξάρτητη γαλλική πολιτική μεγαλείου, καθιστώντας τη Γαλλία πυρηνική δύναμη ακολουθώντας μια realpolitik επιδιώκοντας την επαναφορά της στο προσκήνιο ως μεγάλη δύναμη παρά τον διπολισμό του Ψυχρού Πολέμου.[18]

Ο Γκολισμός ακολούθησε μια αντιαμερικανική και αντινατοϊκή πολιτική.[19] Υπήρξε αξονική θέση που επηρέασε έντονα τη μεταπολεμική Ευρώπη.[20]

Χαρακτηριζόταν από μια ευαισθησία σε ζητήματα που άπτονταν της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, αν και στην ουσία ήταν πραγματιστικός. Προσαρμοζόταν σε διαφορετικές συνθήκες και κέρδιζε την εκτίμηση της κοινής γνώμης. Προωθούσε μια κάπως αυταρχική δημοκρατία, τη συγκεντρωτική κρατική εξουσία, τον δημοκρατικό πλουραλισμό, τον κοινωνικό φιλελευθερισμό καθώς και τις παραδοσιακές συντηρητικές αξίες. Το σημείο που ήταν πάνω από όλα άξιο θαυμασμού στον Σαρλ Ντε Γκωλ ήταν η ιδέα που είχε για το κράτος ως ένα μείγμα πολιτικών καλών τρόπων, παράδοσης και έμφασης στις συμπεριφορές και όχι στα άκαμπτα δόγματα.[21]

Αναντίρρητα, διαπνεόταν από την αντιηγεμονική αντίληψη της ισορροπίας του Θουκυδίδη, αλλά και κατανοούσε σε βάθος τους τρόπους που συμπλέκονταν τα διάφορα ιστορικά κύματα. Με βάση αυτά και με την τόλμη που τον διέπνεε αναλάμβανε και τα ρίσκα του. Ο Σαρλ Ντε Γκωλ πέτυχε, με τον τρόπο που επεδίωξε την εφαρμογή των ιδεών του για Γαλλία, να καταστήσει τον Γκολισμό πολιτική θεωρία που δίνει έμφαση στην φιλοπατρία, τον πολιτικό και στρατηγικό ορθολογισμό. Η ιδέα που είχε για τη Γαλλία και ο τρόπος που την εξέφραζε είναι κρίσιμες για τη βαθύτερη κατανόηση του φιλοσοφικού του υποβάθρου. Κατά τα λεγόμενα του είχε πάντα μια συγκεκριμένη ιδέα για τη Γαλλία την οποία του είχαν εμπνεύσει το συναίσθημα μαζί με τη λογική. Φανταζόταν τη Γαλλία σαν μια πριγκιποπούλα των παραμυθιών ή σαν μια μαντόνα που βγήκε από κάποια τοιχογραφία, προικισμένη με πεπρωμένο υπέροχο κι εξαιρετικό και προικισμένη με παγκόσμια ευθύνη. Επιπλέον η Γαλλία αν δεν είχε μεγαλοσύνη δεν θα ήταν πλέον Γαλλία.

Κατά την περίοδο της ηγεσίας του προσδιόρισε στρατηγικούς προσανατολισμούς για τη χώρα του και με βάση αυτούς χάραξε την εξωτερική του πολιτική. Κατά βάση ήταν αντίθετος στους υπερεθνικούς οργανισμούς, γιατί πίστευε ότι θεμελιώδης αρχή των διεθνών σχέσεων ήταν η ανεξαρτησία και η αυτονομία των κρατών. Ωστόσο, όταν αποδέχθηκε την Ε.Ο.Κ., συνέχισε να εργάζεται και μέσα στα πλαίσια της για την αναβάθμιση του γαλλικού εθνικού ρόλου και την δημιουργία ευνοϊκών συσχετισμών ισχύος.  Στο εσωτερικό προώθησε τη δημιουργία ισχυρών κρατικών θεσμών και συνέδεσε το κράτος με την οικονομία. Σε μεγάλο βαθμό κέρδισε το στοίχημα της θεμελίωσης της συνοχής της γαλλικής κοινωνίας, που δεν ήταν δεδομένη μέχρι τότε.

Αντίστοιχες είναι οι επιδιώξεις της Τουρκίας, τουλάχιστον σε επίπεδο περιφερειακής δύναμης.

  1. Οι ρίζες του Τουρκικού Γκολισμού

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου νέες ευκαιρίες άσκησης εξωτερικής πολιτικής ανέκυψαν για την Τουρκία τις όποιες άδραξε ασκώντας πολιτικές ήπιας ισχύος στην περιφέρεια της, μέχρι και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Ταυτόχρονα, η φιλελευθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής που είχε θεμελιώσει ο Οζάλ το 1983 άρχισε να δίνει καρπούς, επιτρέποντας στην Τουρκία να ευθυγραμμίσει την εξωτερική της πολιτική με τα οικονομικά της συμφέροντα στην αναζήτηση και ενεργειακών πηγών που καθιστούσε επιτακτική μια σχέση ισορροπίας με τη Ρωσία και το Ιράν.

Η Τουρκία έβλεπε τον μεταψυχροπολεμικό κόσμο ως πολυπολικό και προσπάθησε να βρει την ισορροπία της σε αυτόν, σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. που επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα μονοπολικό κόσμο. Προκειμένου να διαχειριστεί τη σχέση της με τις Η.Π.Α. η Τουρκία και να μην συγκρουστεί μαζί τους υιοθέτησε μια νέα πολιτική γραμμή γενικής εξισορρόπησης (omni-balancing), διαφωνώντας ευγενικά αν και δεν επρόκειτο απαραίτητα για ήπια εξισορρόπηση (soft balancing) με τις Η.Π.Α. που συνέχιζαν την στρατηγική της εξωπεριφερειακής ηγεμονίας.[22] Επίσης, η απουσία κοινού εχθρού υπήρξε καταλυτική στη σχέση Η.Π.Α.-Τουρκίας καθώς και το γεγονός ότι το κέντρο βάρους των διμερών τους σχέσεων μετατοπίστηκε από την Ευρασία στη Μέση Ανατολή. Ο εχθρός πλέον για την Τουρκία ήταν ο Κουρδικός αυτονομισμός. Ενώ οι Η.Π.Α. αναβάθμιζαν ως απειλές το Ιράκ, το Ιράν και τη Συρία, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της περιοχής για ν’ αναχαιτίσει τον Κουρδικό αυτονομισμό και εργαζόταν προς αυτή την κατεύθυνση.[23]

Συνεπώς, η εκλογή του ΑΚΡ το 2002 βρήκε τη χώρα σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή συγκυρία[24] και την εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο, αφού συνέχισε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθάρισε τα οικονομικά της προβλήματα και το τραπεζικό της σύστημα. Επέτυχε να έχει μια οικονομία με ανάπτυξη 6,5 % κατά μέσο όρο που κατάφερε να γίνει η 16η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα, ενστάλαξε μια άνευ προηγουμένου αίσθηση αυτοπεποίθησης και υπερηφάνειας στην Τουρκία.[25]

Η υψηλή οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε μέχρι το 2009 αποτέλεσε επίσης μια πηγή άντλησης αυτοπεποίθησης και αυτονομίας στην εξωτερική πολιτική που ονομάστηκε επίσης ως μια «σχεδόν χώρα των BRIC’s» καθώς επίσης και «υπερδύναμη του 21ου αιώνα».[26]

Οι απόψεις του Αχμέτ Νταβούτογλου που υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας και αργότερα πρωθυπουργός, συνήθως εμφανίζονται ως οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές του Νεοοθωμανισμού. Ωστόσο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Τουρκικός Γκολισμός εμπεριέχει τα βασικά στοιχεία του Νεοοθωμανισμού τα οποία σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες δημιούργησαν το αίσθημα του μεγαλείου που διατρέχει την Τουρκία και επέτρεψαν την ανάδυση του Τουρκικού Γκολισμού.

Ο Νταβούτογλου εξέθεσε τις απόψεις του αναλυτικά και στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος της Τουρκίας» που αποτελεί αντικείμενο μελέτης από τους θεωρητικούς διεθνώς για την κατανόηση της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Ειδικότερα, οι απόψεις του για την Τουρκία έχουν ως εξής:

  • Γεωπολιτικά, ιστορικά και αυξανόμενα οικονομικά, η Τουρκία είναι περισσότερο μια κεντρική παρά μια περιφερειακή χώρα. Οπότε, μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις με άλλες περιοχές αλλά και ανάμεσα σε περιοχές, και ανάμεσα σε πολιτισμούς. Η ευμάρεια εξαρτάται από την πολυπεριφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα. Είναι ταυτόχρονα μια Ευρωπαϊκή, Μεσογειακή, Εύξεινη, Βαλκανική, Καυκάσια, Ευρασιατική, Μεσανατολική, Ισλαμική, Δημοκρατική και οικονομικά αναδυόμενη χώρα, και η εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αντανακλά αυτή την πολυπλοκότητα και την πολλαπλών κατευθύνσεων κατάσταση.
  • Η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει μια πολιτική μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της. Αυτό απαιτεί διπλωματική εγρήγορση και μεσολάβηση, και υποχρεώνει την Τουρκία ν’ αλληλεπιδρά με καθεστώτα διαφόρων τύπων, όπως της Συρίας, της Λιβύης, του Σουδάν κ.ά. Ακολούθως, είναι απαραίτητη η έμφαση στην άσκηση ήπιας ισχύος, στο εμπόριο, στη διπλωματία, στην πολιτισμική διάδραση και στην κοινωνική επαφή σε σχέση με την άσκηση «σκληρής» ισχύος. Αυτή η προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί τελικά να έχει επίδραση στο μέγεθος του τουρκικού στρατού, για να συνεισφέρει στο υπό διαμόρφωση εσωτερικό πολιτικό καθεστώς.
  • Η δυτική ηγεμονία φτάνει στο τέλος της. Μια πολυπολική, πολιτισμική ποικιλότητα κι ένα παγκοσμιοποιημένο διεθνές σύστημα αναδύεται, στο οποίο οι εμπειρίες της Τουρκίας και οι προοπτικές της είναι παρόμοιες με αυτές των αναδυόμενων δυνάμεων και η εξωτερική πολιτική της πρέπει να χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία και ικανοποίηση.
  • Η Τουρκία είναι πλέον ένα εμπορικό κράτος, και αυτό θα έπρεπε να υπαγορεύει την εξωτερική της πολιτική και να καθορίζει τα συμφέροντα της.[27]

Το περιφερειακό σύστημα της Μέσης Ανατολής βασίζεται σ’ έναν κατακερματισμένο πυρήνα αδύναμων κρατών που μοιράζονται μια κοινή αραβική ταυτότητα και μια περιφέρεια στην οποία υπάρχουν και άλλα περισσότερο εκσυγχρονισμένα και ισχυρά κράτη τα οποία μπορεί να διάκεινται περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά μεταξύ τους τα οποία συγκροτούν ένα ανασφαλές σύμπλεγμα.[28]

Μεγάλα κομμάτια των γειτονικών αραβικών πληθυσμών έβλεπαν την Τουρκία ως χώρα πρότυπο καθώς επιτύγχανε να οδεύει προς την υιοθέτηση των αρετών της Δύσης, τον εκδημοκρατισμό και την οικονομία της αγοράς, ενώ ασκούσαν μια πολιτική ανεξάρτητη από το δυτικό πυρήνα. Ωστόσο η δημοτικότητα της άρχισε να μειώνεται μετά το 2012 και τους χειρισμούς της σχετικά με τη Συρία. Ωστόσο, συνέχισε να αποτελεί μοντέλο για της χώρες που έλαβαν μέρος στην Αραβική Άνοιξη.[29]

Η Τουρκία υπήρξε γενικότερα το «success story» συγκριτικά με τον υπόλοιπο ισλαμικό κόσμο. Έχοντας μια καλπάζουσα οικονομία, μια λειτουργική δημοκρατία, και μια ισχυρή κυβέρνηση που παρήγαγε μια σχετικά καλή διακυβέρνηση. Είναι μια μουσουλμανική χώρα, με ένα κοσμικό, δημοκρατικό και καπιταλιστικό σύστημα. Και παρά την πρόσφατη δημοτικότητα της στο μουσουλμανικό κόσμο εξακολουθεί να είναι αγκιστρωμένη στο ΝΑΤΟ.

  • Ο εμπνευστής του Τουρκικού Γκολισμού

Εμπνευστής του όρου του Τουρκικού Γκολισμού είναι ο Ömer Taşpinar, Επίκουρος Καθηγητής των Σπουδών της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins που βρίσκεται στη Μπολόνια της Ιταλίας. Υπήρξε καθηγητής Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας[30] στο Εθνικό Κολλέγιο Πολέμου των Η.Π.Α.[31] και Διευθυντής του Τουρκικού Προγράμματος στο Ινστιτούτο Brookings.[32] Τα πεδία του ενδιαφέροντος του είναι η Τουρκία, το πολιτικό Ισλάμ, οι Μουσουλμάνοι στην Ευρώπη και η Μέση Ανατολή σχετικά με τα οποία έχει δημοσιεύσει αρκετά άρθρα και βιβλία. Στα πρώτα άρθρα που έχει δημοσιεύσει όπως το Turkeys Middle East Policies Between NeoOttomanism and Kemalism του 2008 παρουσιάζεται μάλλον αισιόδοξος και εγκρίνει την στροφή του Ερντογάν προς το Νεοοθωμανισμό ως γέφυρας μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής, αλλά και ως όχημα επίλυσης ή τουλάχιστον εξομάλυνσης του Κουρδικού ζητήματος και ακόμη ως μιας υγιούς και εκσυγχρονισμένης αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, αποδέχεται το κεντρικό ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, καθώς και ότι ο Κεμαλισμός έχει κλείσει τον κύκλο του στην Τουρκία. Θεωρούσε ότι ο Νεοοθωμανισμός αποτελεί μια πιο πραγματιστική και φιλελεύθερη νοοτροπία από τον Κεμαλισμό και επίσης κατάφερε να διεθνοποιήσει τον εθνικισμό του τελευταίου.

Από το 2010 και έπειτα άρχισε ν’ αρθρογραφεί σχετικά με τον Τουρκικό Γκολισμού του οποίου και είναι ο εμπνευστής. Η ανάδυση ενός Τουρκικού Γκολισμού κατά τα πρότυπα του Γαλλικού Γκολισμού, αποτελεί κατά τον Taspinar την εξέλιξη του Νεοοθωμανισμού του Ερντογάν μαζί με τον αυξανόμενο εθνικισμό που εμφανίστηκε στην Τουρκία. Ειδικότερα, ο Τουρκικός Γκολισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά ως όρος στο άρθρο του Turkish Gaullism? Του 2010 το οποίο διαδέχτηκαν τα άρθρα The Rise of Turkish Gaullism: Getting Turkish-American Relations Right του 2011, το The Three Strategic Visions of Turkey επίσης του 2011 και το Foreign Policy After The Failed Coup: The Rise Of Turkish Gaullism του 2016 του ιδίου.[33]

Σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Taspinar είναι ένας ψύχραιμος ακαδημαϊκός που προσπαθεί να διατυπώσει τις θέσεις του, ομοίως, με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα, χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερα. Το γεγονός αυτό είναι έκδηλό και στις αναφορές άλλων συγγραφέων στα έργα του, οι οποίες γίνονται με θαυμασμό και σεβασμό. Παρόλη την έρευνα που έγινε, στην προσπάθεια να γίνει αντιληπτή μια πιο συγκεκριμένη θέση ως προς τις εξελίξεις στην Τουρκία ή ως προς τις πολιτικές του προτιμήσεις, δεν μπορούν να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα. Αυτό που φαίνεται ωστόσο διάχυτο στα έργα του είναι ένας μάλλον θαυμασμός και έγκριση του «μεγαλείου» της Τουρκίας. Ένα επιφυλακτικό συμπέρασμα θα ήταν ότι ο Taspinar μάλλον είχε μεγαλύτερες προσδοκίες από τον Ερντογάν και την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η Τουρκία. Δίστασε να ασκήσει ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική στον Ερντογάν, μέχρι περίπου το 2014 που πλέον η αυταρχικότητα του τελευταίου έγινε πλέον εμφανέστερη για όλη την υφήλιο,[34] αν και πάλι διατήρησε την αισιοδοξία του για το μέλλον της Τουρκίας.

Σε ποιο πρόσφατα άρθρα του, κατακρίνει το δημοκρατικό έλλειμμα που υπάρχει στην Τουρκία, αλλά και πάλι δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα δριμύς. Προβάλλει και κοινωνικούς και δομικούς λόγους για την κατάσταση στην Τουρκία μειώνοντας σε ένα βαθμό την υπαιτιότητα του Ερντογάν για την παρούσα κατάσταση.[35] Αν θα έπρεπε να περιγραφεί η πολιτική θέση του Taspinar, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι πρόκειται για έναν αντικειμενικό, αισιόδοξο θαυμαστή του Ερντογάν ο οποίος απογοητεύτηκε τα τελευταία χρόνια.

  1. Κεμαλισμός και Νεοοθωμανισμός

5.1 Κεμαλισμός

Ο Κεμαλισμός είναι ένα δόγμα το οποίο γενικά προωθεί μια ανεξάρτητη και εθνικιστική εξωτερική[36] καθώς και εσωτερική πολιτική. Ακριβέστερα, ο εθνικισμός αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του Κεμαλισμού, με επίκεντρο τον τουρκισμό. Για να θεωρείται κάποιος Τούρκος βάση του Συντάγματος του Κεμάλ έπρεπε να ασπάζεται την ισλαμική θρησκεία, αλλά και να μιλάει την Τουρκική γλώσσα.. Ουσιαστικά, δεν αποτελούσε επιλογή το να είναι κάποιος Τούρκος, καθώς η κατάσταση για τους μη Τούρκους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και η ιδιότητα του Τούρκου ήταν σημαντική για την ελευθερία.[37]

Ο Κεμαλισμός υπήρξε το κυρίαρχο ρεύμα στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από τη Συνθήκη της Λωζάνης και έπειτα. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας υπήρξε φιλοδυτική, ενώ κατά τη δεκαετία του 2000 παρατηρήθηκε ότι η κεμαλική αντιπολίτευση παρουσιαζόταν προβληματισμένη σχετικά με την προσέγγιση της Τουρκίας με την Ε.Ε. και εξαγριωμένη από τη θερμή σχέση που διαφαινόταν ότι αναπτυσσόταν μεταξύ του κόμματος του Ερντογάν και της Δύσης και ιδιαιτέρως με τις Η.Π.Α. και άρχισε να ταυτίζεται σ’ ένα βαθμό με μια αναδυόμενη νεοεθνικιστική εναλλακτική. Ανάμεσα σε άλλα, κατηγόρησαν τη Δύση ότι υπέσκαψε την κοσμική ταυτότητα της Τουρκίας, εγκρίνοντας τον προωθούμενο μετριοπαθή ισλαμισμό του Ερντογάν.[38]

Ήδη νωρίτερα η λήξη του Ψυχρού Πολέμου έδωσε την ευκαιρία σε διάφορα κράτη, που είχαν μεν αναθεωρητική ατζέντα αλλά δεν είχαν περιθώρια να την θέσουν κατά τη διάρκεια του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού, να προχωρήσουν στην οικοδόμηση ενός πλαισίου υψηλής στρατηγικής που θα είχε μαξιμαλιστικούς στόχους. Η Τουρκία υπήρξε από τις πρώτες χώρες που προέβαλε μια τέτοια πολιτική που απέρρεε από ένα συμπιεσμένο για δεκαετίες αναθεωρητισμό με κύριο εκφραστή της τον Πρωθυπουργό αρχικά και μετέπειτα Πρόεδρο της Τούρκικης Δημοκρατίας, Τουργκούτ Οζάλ.[39]

Ο Οζάλ με την εκλογή του το 1983 προετοίμασε το έδαφος στην Τουρκία, που μέχρι τότε είχε ελάχιστες εξαγωγές, καθιστώντας την οικονομική πολιτική και την παραγωγικότητα σημαντικό παράγοντα της άσκησης της εξωτερικής της πολιτικής. Καθώς είχε ερμηνεύσει πολύ καλά τα σημάδια της παγκοσμιοποίησης, πρόταξε την ανάπτυξη του εμπορίου και την βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες.

Υλοποιώντας μια ρεαλιστική πολιτική άνοιξε τις σχέσεις της Τουρκίας με την Σοβιετική Ένωση, πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Ο.Ο.Σ.Ε.Π.[40] και προέβαλε την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη και μάλιστα στη ρητορική του αναβίωσε το όραμα του παντουρκισμού, μιλώντας για ένα τουρκικό κράτος που θα εκτεινόταν μεταξύ Αδριατικής και Κινεζικών τειχών.[41] Επίσης, χρησιμοποίησε και τον τουρκικό πολιτισμό ως εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής για την ανάπτυξη σχέσεων κυρίως με τις τουρκόφωνες χώρες της Κεντρικής Ασίας.

Σε κάθε περίπτωση, κατάφερε να βγάλει την Τουρκία από την απομόνωση, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ικανοποιήσει την Ευρώπη και τις Η.Π.Α..

Σε γενικές γραμμές, οι σχέσεις τις Τουρκίας με τις χώρες της ευρύτερης γειτονιάς της θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως φιλικές ή συγγενικές, με εξαίρεση την Συρία[42] και την Ελλάδα εξαιτίας της έντασης στο Αιγαίο.[43]

Παράλληλα κατάφερε να χρησιμοποιήσει τη Θεωρία της Αλληλεξάρτησης των Keohane και Nye επιτυχώς, να μεγιστοποιήσει το όφελος της Τουρκίας και να το μετατρέψει σε πηγή ισχύος αφενός,[44] αλλά και να επιτύχει μια ισορροπία της ισχύος βάση της θεωρίας της σύναψης συμμαχιών του Walt και να αποτρέψει έτσι την πιθανότητα να κυριαρχηθεί η ίδια.[45]

5.2 Νεοοθωμανισμός

Ο Νεοοθωμανισμός στην Τουρκία εισάχθηκε από το Κόμμα της Ευημερίας,[46] που ιδρύθηκε το 1983 και είχε ανοδική πορεία στις εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι και το 1996 που ανέλαβε την εξουσία με αρχηγό τον Νετσμεττίν Ερμπακάν.[47], Η πορεία του αυτή υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ιδεολογίας του. Τα μέλη του πρέσβευαν μια ιδεολογία πιστή στο Ισλάμ και στα διδάγματα του και αντίθετη σε δυτικές ιδέες και πρακτικές, καθώς θεωρούσαν ακριβώς τη δυτική επιρροή ως υπεύθυνη για την οπισθοδρόμηση της κοινωνίας.

Προκειμένου να αναμορφωθεί η Τουρκία, πρόβαλλε μια πολιτική οι βασικοί πυλώνες της οποίας θα ήταν η αναδιανομή του εισοδήματος και ο περιορισμός της δυτικής επιρροής.[48]

Ο Νεοοθωμανισμός άρχισε να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην πολιτική της Τουρκίας από το 2002 που ανήλθε στην εξουσία το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με πρωθυπουργό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το αφήγημα των εισηγητών του, όπως είναι ο Αχμέτ Νταβούτογλου, είναι πως η Τουρκία με την έντονη επιδίωξη της να δεθεί στο άρμα της Δύσης έχασε το «στρατηγικό της βάθος» και απομακρύνθηκε από τους παραδοσιακούς και φυσικούς διπλωματικούς, οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς της, που είχε από την εποχή ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, τη Βόρεια Αφρική και την Ευρασία. Αρχικά τουλάχιστον, το νέο αυτό δόγμα δεν περιείχε ιμπεριαλιστική ρητορική και δεν φαινόταν να επιδιώκει την πλήρη απομάκρυνση από την επιδίωξη της εισδοχής στην ΕΕ.

Άλλωστε το δόγμα αυτό έλκει τις ρίζες του στην πολιτική του Τουργκούτ Οζάλ ο οποίος προσπάθησε να ξαναφέρει στην επιφάνεια την αυτοκρατορική οθωμανική κληρονομιά, συμφιλιώνοντας μεταξύ τους τις πολλές ταυτότητες που υπήρχαν μέσα στον τουρκικό πληθυσμό — την προσανατολισμένη δυτικά, τη μουσουλμανική, την τουρκική και την κοσμική — χωρίς όμως να επιδιώκει την εμβάθυνση στην ισλαμοποίηση της καθημερινότητας ή της εξωτερικής πολιτικής, αλλά την αποσύνδεση από τη δυτικοποίηση ως μονόδρομο και την στροφή σε μια πολιτική διάνοιξης ευρύτερων γεωστρατηγικών οριζόντων. Με την απομάκρυνση από τη αποκλειστική δυτικοποίηση δεν ευνοούσε την πλήρη ισλαμοποίηση, αλλά μια μετριοπαθέστερη κοσμικότητα στο εσωτερικό και μια περισσότερο δραστήρια εξωτερική πολιτική με έμφαση στην ήπια ισχύ της Τουρκίας. Περαιτέρω, ο Νεοοθωμανισμός διαπνέεται από μια αίσθηση μεγαλείου και αυτοπεποίθησης στην εξωτερική πολιτική καθώς αναθέτει στην Τουρκία τον ρόλο της περιφερειακής υπερδύναμης, στην περιοχή όπου εκτεινόταν η πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ρόλος που για αν είναι επιτυχής απαιτεί ισορροπία των σχέσεων της Τουρκίας τόσο με τις γειτονικές της χώρες και τον Ισλαμικό κόσμο όσο και με τη Δύση.[49]

  1. Ο Τουρκικός Γκολισμός

Ειδικότερα, ο Τουρκικός Γκολισμός συνίσταται στον συγκερασμό των δύο παραπάνω δογμάτων, ο οποίος ουσιαστικά αφορά την επικράτηση των κοινών σημείων των δύο δογμάτων που αναλύθηκαν. Παρά τις διαφορές τους, τα δύο παραπάνω δόγματα διαπνέονται από έναν ισχυρό πατριωτισμό κι έναν ισχυρό δεσμό με το Τουρκικό έθνος-κράτος. Επίσης, παρότι οι Νεοοθωμανοί ρίχνουν το βάρος στην αναβίωση του μεγαλείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της επαναφοράς στον ισλαμισμό, δεν απορρίπτουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας καθώς και τα δύο δόγματα προωθούν την ανεξαρτησία και την αυτοπεποίθηση απέναντι κυρίως στη Δύση στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Ο Τουρκικός Γκολισμός ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 2004, που η Κύπρος εντάχθηκε στη Ε.Ε. με δικαίωμα βέτο κατά της εισδοχής της Τουρκίας, καθώς οι Νεοοθωμανιστές απογοητεύτηκαν από τη Δύση και συντάχθηκαν με την εθνικιστική γραμμή των κεμαλιστών. Επίσης, ο Γκολισμός και το αίσθημα μεγαλείου στην Τουρκία ενισχύθηκε από την εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη καθώς και από την επιδίωξη των υποκινητών της αραβικής άνοιξης ν’ ακολουθήσουν οι αραβικές χώρες το τούρκικο μοντέλο του εκκοσμικευμένου ισλαμισμού.[50]

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι κεμαλιστές που παραδοσιακά υπήρξαν φιλοδυτικοί, πλέον έχουν εχθρικότερα αισθήματα προς τη Δύση ακόμη και από τα μέλη της κυβέρνησης Ερντογάν κατά τη διακυβέρνηση τους τουλάχιστον μέχρι το 2011.[51]

Ο Γκολισμός συνήθως δεν αναφέρεται καθόλου και ταυτίζεται με τον Νεοοθωμανισμό. Γεγονός το οποίο φαντάζει απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Τουρκικός πληθυσμός είναι στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι μουσουλμανικός. Οι αναλυτές που εξετάζουν την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση την αποδίδουν κατά βάση στην αναβίωση του Οθωμανισμού.

  1. Γκολισμός και Τουρκική κοινωνία

Η αποστροφή προς τη Δύση δεν διατρέχει συνολικά την τουρκική κοινωνία. Υπάρχει ακόμη μια πολύ μεγάλη μερίδα Τούρκων που πιστεύουν ότι η χώρα τους πρέπει να μείνει σταθερά προσανατολισμένη προς τη Δύση, αλλά η υπομονή τους εξαντλείται από αυτό που εισπράττουν ως δυτική προκατάληψη, δύο μέτρα και δύο σταθμά και έλλειψη σεβασμού προς τη χώρα τους: νέα εμπόδια τίθενται για την εισδοχή της χώρας στην Ε.Ε., θεωρείται ότι η Τουρκία έχει αδικηθεί στο ζήτημα της Κύπρου, η αυξανόμενη παγκόσμια αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και η συμπάθεια των δυτικών για τις εθνικές επιδιώξεις των Κούρδων αποτελούν ισχυρούς παράγοντες αμφισβήτησης των μακροχρόνια φιλοδυτικών γεωστρατηγικών δεσμεύσεων από την τουρκική κοινωνία.[52]

Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η διχοτόμηση κοσμικών-ισλαμιστών διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική πόλωση του πληθυσμού της χώρας. Ωστόσο, από το 2013 η διαμάχη μεταξύ των οπαδών του Ερντογάν και τους οπαδούς του Φετουλάχ Γκιουλέν που ακολούθησε το αποτυχημένο πραξικόπημα άλλαξε το τοπίο, καθώς η κοσμικότητα δεν είχε καμία ανάμειξη στον ισλαμικό εμφύλιο. Επίσης, η αντιπαράθεση ισλαμισμού–κοσμικότητας δεν είχε καμία ανάμειξη στην αιματηρή αντιπαράθεση μεταξύ του Κουρδικού και του Τουρκικού εθνικισμού, του κύριου ίσως προβλήματος που αντιμετωπίζει η Τουρκία ως έθνος-κράτος. Αναμφισβήτητα, ο Ερντογάν προωθεί το μοντέλο μιας νέας Τουρκίας στην οποία δεν αναδύεται ως κυρίαρχη δύναμη ένα πολιτικό Ισλάμ, αλλά μια δυνητικά πιο θανάσιμη δύναμη, ο εθνικισμός.[53]

Άλλωστε, απαιτείται πλέον ένα κοινό έδαφος για τη συνύπαρξη των διάφορων εθνικών ομάδων της Τουρκίας, καθώς φαίνεται πως έχει ανοίξει το κουτί της Πανδώρας στην Τουρκία, αφού Κούρδοι, Αλεβίτες και συντηρητικοί δεν ανέχονται πλέον να ζουν υπό την παλιά σκληρή κυριαρχία του Κεμαλισμού.[54]

Παράλληλα, στο εσωτερικό της Τουρκίας παρατηρείται μια γενικότερη συντηρητική στροφή στους κοινωνικούς τομείς. Ζητήματα που άπτονται του εκπαιδευτικού συστήματος και της εικόνας του στρατού προκαλούν αντιδράσεις στους πιο παραδοσιακούς δημοκρατικούς κύκλους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως οι νέες εθνικές κατευθυντήριες γραμμές εμπεριέχουν διάφορα ισλαμικά χαρακτηριστικά — όπως η jihad — ενώ αποκλείουν την εξέλιξη. Παρομοίως, η προσευχή του γεύματος των στρατιωτών υπέστη αλλαγές και η λέξη «Θεός» αντικαταστάθηκε με τη λέξη «Αλλάχ».[55]

Το πραξικόπημα και ο χειρισμός του προκάλεσε μια υπερ-εθνικιστική ευθυγράμμιση στα πολιτικά της Τουρκίας που απείλησε να εισαχθεί σε μια προφασιστική κατεύθυνση. Ουσιαστικά, αυτό που διαφάνηκε ήταν μια ένωση του AKPτου Ερντογάν, της υπερεθνικιστικής πτέρυγας και των στελεχών των Τούρκων στρατιωτικών που απέμειναν, μετά την αποπομπή του 1/3 περίπου εξ αυτών.[56]

  1. Η εφαρμογή του Τουρκικού Γκολισμού στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας

Οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών, η Αραβική Άνοιξη και οι αλυσιδωτές εξελίξεις της υποχρέωσαν τον Ερντογάν ν’ αναμοχλεύσει και να επαναφέρει κάποιες όψεις της παλιάς Κεμαλικής πρακτικής, οδηγώντας πολλούς θεωρητικούς να μιλούν για ένα ρεύμα νεοκεμαλισμού. Ειδικότερα, τα παρεπόμενα του πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 ενεργοποίησαν σημαντικά τμήματα του κρατικού οικοδομήματος και τα κατέστησε ικανά να πιέσουν τον Ερντογάν να επαναφέρει στο προσκήνιο την μνήμη του Ατατούρκ. Ο πρόσκαιρος αυτός νεοκεμαλισμός συμβόλισε και υποβοήθησε την κοινή προσπάθεια της μακρόχρονης γραφειοκρατίας με το κυβερνών κόμμα να αναζητήσουν και να βρουν ένα τρίτο δρόμο, μακριά από παλιούς ανταγωνισμούς.[57]

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας ενέχει έναν στρατηγικό προσανατολισμό που χαρακτηρίζεται από εθνικισμό, προκλητικότητα, ανεξαρτησία, αυτοπεποίθηση, εγωκεντρισμό, δηλαδή από Γκολισμό.[58] Η απομάκρυνση από τη Δύση είναι έκδηλη και στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν η οποία έχει εξελιχθεί σε απειλή τόσο για τον δυτικό προσανατολισμό της Τουρκίας, όσο και για την διατήρηση της δημοκρατίας. Ο εθνικισμός και ο εκνευρισμός με τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη αυξάνονταν όλο και περισσότερο, αλλά ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 η δυσαρέσκεια εντάθηκε.[59] Ο Τουρκικός Γκολισμός αναζητά τον σεβασμό της Δύσης και αρνείται να λαμβάνεται ως δεδομένη η πιστή συμπεριφορά της Τουρκίας ως συμμάχου στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

Υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν, προκειμένου ν’ αναλυθεί ορθά η στρατηγική κουλτούρα της Τουρκίας πρέπει να γίνει υπέρβαση της συνήθους διχοτόμησης μεταξύ Νεοοθωμανισμού και Κεμαλισμού, και να δοθεί έμφαση στο βασικό σημείο όπου αυτά τα δύο ρεύματα συναντώνται με τον τουρκικό Γκολισμό, τον τουρκικό εθνικισμό, την επιδίωξη των στρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας με ρεαλιστικό και πραγματιστικό τρόπο χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ιδεολογικό υπόβαθρο.[60]

Στον κατακερματισμένο μουσουλμανικό κόσμο, η Τουρκία επιχείρησε να αναλάβει τις «περιφερειακές και ιστορικές της ευθύνες» και να προβληθεί ως ο κύριος συνήγορος των Μουσουλμάνων παγκοσμίως, όπως διαφάνηκε και από τις πρωτοβουλίες που έλαβε στις περιπτώσεις της Μιανμάρ και της Παλαιστίνης. Επιπλέον, η Τουρκία αρνήθηκε — περισσότερο από το 2010 και έπειτα– να συνταχθεί με τις Η.Π.Α. στην αποτροπή του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό πρόγραμμα, πεπεισμένη ότι αυτό ήταν ένα ζήτημα που έπρεπε να λυθεί μέσω διαλόγου των περιφερειακών χωρών. Παρότι αυτή η στάση δημιούργησε θετικό κλίμα στις σχέσεις με το Ιράν, δεν διήρκεσε πολύ καθώς ξεκίνησε ο ανταγωνισμός τους για την ηγεμονία στην περιοχή, ειδικότερα αφού η Αραβική Άνοιξη μετατράπηκε σε «Χειμώνα». Σε αντίθεση ήρθε με τις Η.Π.Α. και στην περίπτωση του Ισραήλ καθώς, κατέκρινε κατ’ επανάληψη την στρατιωτική του επιθετικότητα, ειδικότερα από το 2010 και μετά.[61] Η αντίληψη ότι πρόκειται για μια «μετακίνηση του άξονα» του Ισλαμισμού επαναβεβαιώθηκε. [62]

Χαρακτηριστική είναι η στάση της διαπνέουσας από Γκολισμό Τουρκίας στην περίπτωση της Συρίας λίγο μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Ο Νταβούτογλου, κατά τη θητεία του ως Υπουργός Εξωτερικών, συχνά τόνιζε πως η πολιτική της Τουρκίας έναντι της Συρίας υπαγορευόταν από τα δικά της εθνικά συμφέροντα και συμφέροντα ασφαλείας χωρίς την πίεση ή την καθοδήγηση των ΗΠΑ. Η Τουρκία επίσης προσπάθησε σκληρά να διατηρήσει την αίσθηση του μεγαλείου και της επιρροής της επί της Συρίας, αλλά και επί της ευρύτερης περιοχής όπως διαφάνηκε από την ομιλία του Νταβούτογλου στο Κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 2012, όπου δήλωσε ότι η Τουρκία είχε την πρόθεση να συνεχίσει ν’ αποτελεί τον εμπνευστή ηγέτη του εκδημοκρατισμού του Αραβικού κόσμου και των προσπαθειών απελευθέρωσης. Έχοντας και μια δόση Νεοοθωμανικής δόξας, μια τέτοια ρητορική επιρροής ήταν καθαρό στοιχείο Γκολισμού.[63]

Στις σχέσεις Ε.Ε. – Τουρκίας διαφάνηκε ότι τελικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν προήλθε από τον ισλαμισμό αλλά από τον εθνικισμό. Ο εξευρωπαϊσμός κατέστη δυσκολότερος εξαιτίας και των αμφιβολιών που προκάλεσε η φιλοδοξία της Άγκυρας σε συνδυασμό με το αδύναμο πολιτικό σύστημα που ταλαντεύεται μεταξύ πολιτικής ηγεμονίας και του πολιτικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, προς το συμφέρον της ΕΕ είναι να σφυρηλατήσει στενές σχέσεις μια αυξανόμενα ισχυρή Τουρκία και να αποφύγει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης της Γκολικής Τουρκίας που θα είναι επιζήμια για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.[64]

Παραδοσιακά, η Τουρκία με τη Ρωσία είναι περισσότερο φυσικοί αντίπαλοι παρά περιφερειακοί σύμμαχοι. Οι δύο χώρες έχουν κάποια κοινά συμφέροντα στην περιοχή, όπως είναι η ασφάλεια, η ενέργεια, η δημοκρατικοποίηση, το Καραμπάχ, η Υπερδνειστερία, τα Βαλκάνια, η Κεντρική Ασία και η ανατολική Μεσόγειος, οπότε και η Ρωσία προτιμά μια μετριοπαθέστερη Τουρκία ειδικότερα τώρα που έχουν εμπλακεί μαζί στις συγκρούσεις της Συρίας. Οι απαιτήσεις της Τουρκίας αποτελούν απειλή για τα συμφέροντα της Ρωσίας.[65]

  1. Η σχέση του Τουρκικού Γκολισμού με τη μετανάστευση

Στην αρχή της προσφυγικής κρίσης, η Τουρκία υιοθέτησε μια πολιτική  ανοιχτών θυρών έναντι των συριακών προσφυγικών ροών, αντιμετώπιζε τους πρόσφυγες περισσότερο ως φιλοξενούμενους παρά σαν νόμιμους μετανάστες. Ειδικότερα, από τον Οκτώβριο του 2011 η Τουρκία τους απέδωσε ένα καθεστώς «Προσωρινής Προστασίας» βασισμένο στην Ευρωπαϊκή Οδηγία του 2001[66] βάση της οποίας καθορίζεται το καθεστώς ως προσφύγων, έστω και προσωρινά.

Επιπλέον, αρχικά η Τουρκία δεν ζήτησε βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα. Το 2012 ζητήθηκε με ήπιο τρόπο οικονομική βοήθεια, αλλά ακόμη και τότε η Τουρκία απέφευγε την αντίληψη ότι οι Σύριοι πρόσφυγες αποτελούσαν απειλή ή κίνδυνο σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο και συνέχιζαν να τους αποκαλούν φιλοξενούμενους και αδερφούς που θα επέστρεφαν στις εστίες τους σύντομα.

Η ασυνήθιστη προσέγγιση, τόσο για τα διεθνή δεδομένα όσο και σε σχέση με το παρελθόν της Τουρκίας, συνδέεται με την γενικότερη εξωτερική πολιτική που ήθελε ν’ ασκήσει και του μεγαλειώδη ρόλου που ήθελε να διαδραματίσει στην περιοχή, όπως έχει ήδη περιγραφεί. Ωστόσο, απέτυχε, κυρίως λόγω κακής εκτίμησης της κατάστασης. Ειδικότερα, η Τουρκία πίστευε πως η αντίσταση θα κατάφερνε να αποκτήσει σύντομα το πλεονέκτημα, να κυριαρχήσει, ν’ ανατρέψει τον Άσαντ, οπότε και οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν στις εστίες τους, αλλά αποδείχτηκε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν ιδιαίτερα ισχυρές. Επίσης, πιθανολογείται ότι ένας από τους κύριους λόγους για την γενναιοδωρία της Τουρκίας και τη μη καταγραφή των προσφύγων στην αρχή, σχετιζόταν με την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που παρείχε στην αντίσταση καθώς και το γεγονός ότι επέτρεπε στα μέλη της να περνούν τα σύνορα ελεύθερα. Ασφαλώς, η Τουρκία αρνούνταν τη συμμετοχή της σε όλα αυτά κα υποστήριζε ότι η βοήθεια προερχόταν από Μ.Κ.Ο..[67] Δηλαδή πάλι με γνώμονα τις επιδιώξεις τις εξωτερικής της πολιτικής υπό τον Τουρκικό Γκολισμό.

Έχοντας δεχτεί περίπου 2.500.000 πρόσφυγες τα τελευταία χρόνια και ασκώντας μια πολυεπίπεδη πολιτική βασισμένη στο προσφυγικό επιδιώκει να πετύχει τους στόχους της σε διαφορετικούς τομείς της εξωτερικής της πολιτικής. Απώτερος σκοπός της η ανάδειξη της πέρα από κάθε αμφισβήτηση ως περιφερειακής δύναμης και ρυθμιστή της περιοχής και όχι μόνο. Πρωτίστως, προσπαθεί να αποδείξει πως διαθέτει ικανότητες άσκησης ήπιας ισχύος ως περιφερειακή δύναμη και ως τοποτηρητής της τάξης και της ισορροπίας ανάμεσα στα κράτη της Μέσης Ανατολής. Ακολούθως, θέλει να αναλάβει το ρόλο του «κεντρικού κράτους» της παγκόσμιας κοινότητας που έχει τη δύναμη και τη θέληση να συνδράμει αποφασιστικά στην επίλυση ανθρωπιστικών και πολιτικών προβλημάτων. Η πολιτική που ακολουθήθηκε αρχικά ήταν η αποφυγή αναζήτησης συνδρομής από τη διεθνή κοινότητα και η παρουσίαση ενός ανθρωπιστικού προσώπου «ανοιχτών θυρών» η οποία γρήγορα μεταβλήθηκε σε μια πολιτική περιορισμού των «ανοιχτών θυρών», με μια συγκεκριμένη έμφαση στη διεθνοποίηση και  στην ίση κατανομή του βάρους.[68]

Η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας ζητήθηκε στις αρχές του 2013 και δρομολογήθηκε ουσιαστικά κατά τη διάσκεψη της Γενεύης ΙΙ τον Φεβρουάριο του 2014, όπου η αλληλεγγύη στην Τουρκία τέθηκε ουσιαστικά. Ταυτόχρονα η Τουρκία ξεκίνησε να ζητάει την ίση κατανομή του βάρους. Τότε ήταν που Τουρκία μετέβαλε την πολιτική της σε μια ανεπίσημη πολιτική «κλειστών θυρών» καταγράφοντας τους πρόσφυγες. Η Τουρκία πέτυχε τον χαρακτηρισμό της ως εταίρου – κλειδί στην μακροπρόθεσμη διαχείριση του προσφυγικού με άμεσο αποτέλεσμα να ενισχυθεί πολύ η διαπραγματευτική της θέση έναντι της ΕΕ γενικά και της Ελλάδας ειδικά.

Ακολούθησε η συνάντηση της 18ης Μαρτίου 2016, και  ξεκίνησε η εκταμίευση των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ από μέρους της Τουρκίας. Επιπλέον, έγινε αρχικά αναφορά στην πρόοδο που έκανε η Τουρκία σχετικά με το μεταναστευτικό όπως το άνοιγμα της αγοράς εργασίας στους Σύριους. Ακολούθησε ένα πλέγμα συμφωνιών που αφορούσαν τα ζητήματα των μεταναστών με των οποίων την τήρηση μπορούσε η Τουρκία να «παίξει» και να προκαλέσει τις επιθυμητές αντιδράσεις κυρίως από την Ε.Ε., επιτυγχάνοντας ν’ αναβαθμίσει εαυτόν σε βασικό, αν όχι τον κυριότερο δρώντα στο θέμα του προσφυγικού.

Αν η Τουρκία τηρήσει το δικό της μέρος της συμφωνίας, τότε η ΕΕ θα εφαρμόσει ένα χάρτη πορείας για τη σταδιακή απελευθέρωση των θεωρήσεων βίζας για τους Τούρκους πολίτες έως τα τέλη Ιουνίου 2016.

Αναγνωρίστηκε επίσης, ότι οι Ε.Ε. και Τουρκία πέτυχαν ικανοποιητική διεξαγωγή εργασιών σχετικά με την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης και επιβεβαίωσαν εκ νέου την δέσμευση του 2015 σχετικά με τη νέα ενεργοποίηση της ενταξιακής διαδικασίας της οποίας τη σχετική αίτηση θα αναλάμβανε η Επιτροπή.

  1. Ποιες οι προεκτάσεις, οι προκλήσεις και το αύριο της Τουρκίας λόγω του Τουρκικού Γκολισμού, αλλά και το αύριο της Τουρκίας σε σχέση με την Ευρώπη;

Μακροπρόθεσμα δεν θα ήταν αδύνατο η Τουρκία ν’ αμφισβητήσει τη συμμετοχή της στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και να πάψει να επιδιώκει την για δεκαετίες «άπιαστη» εισδοχή της στην Ε.Ε.. Αναζητώντας πλήρη ανεξαρτησία, πλήρη κυριαρχία, στρατηγικό πλεονέκτημα και κυριότερα την Τουρκική δόξα και το μεγαλείο, μια Γκολική Τουρκία πιθανόν να επιδιώξει να δημιουργήσει τη δική της δύναμη κρούσης, και ν’ ασκήσει της δική της realpolitik απέναντι σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία κα η Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση δεν θα έπρεπε να υποτιμάται την ανάδυση μιας Τουρκίας που υπερβαίνει την διάκριση ισλαμισμού-κοσμικότητας καθώς τόσο ο στρατιωτικός Κεμαλισμός, όσο και ο Νεοοθωμανισμός του Ερντογάν μοιράζονται ένα κοινό ιδανικό, αυτό της περιφερειακής δύναμης.[69]

Ωστόσο, οι επιλογές που πρέπει να κάνει η Τουρκία για να ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε δεν είναι χωρίς επιπλοκές. Ο εκτροχιασμός της προσέγγισης ΕΕ-Τουρκίας ανακόπτει τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και μειώνει την ικανότητα της Τουρκίας να μεταμορφώσει το σύμπλεγμα ανασφάλειας της Μέσης Ανατολής με τρεις τρόπους. Πρώτον καταβαραθρώνει το διεθνές/περιφερειακό κύρος της Τουρκίας, δεύτερον αποδυναμώνει την απαραίτητη εσωτερική δυναμική για την επίτευξη της αυτοσυγκράτησης που χρειάζεται μια συγκροτημένη εξωτερική πολιτική και τέλος δίνει στη χώρα το χαρακτηριστικό του αντάρτη που δεν είναι θετικό στοιχείο όταν επιδιώκει να παίξει το ρόλο του διαιτητή σε περιφερειακές διαφωνίες.

Οι αντιπαραθέσεις που έχει δημιουργήσει η Τουρκία στην περιοχή κυρίως με το Ισραήλ και την Συρία υποβαθμίζουν το ρόλο του ηγεμόνα που έχει επιδιώξει η Τουρκία.[70]

Στην πράξη τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει εμπλακεί με όλους τους γείτονες δείχνοντας να προσπαθεί να πραγματώσει τη θεωρία του Νταβούτογλου που μεταλλάχτηκε στον Τουρκικό Γκολισμό, αφού αυτοπροβάλλεται ως ρυθμιστικός παράγοντας της περιοχής, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και συμμετέχοντας στον μουσουλμανικό κόσμο συμμετέχει σ’ έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την επιρροή με τα άλλα ισχυρά κράτη, όπως η Αίγυπτος και το Ιράν, ειδικά δεδομένων των εξελίξεων στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.[71]

Σε κάθε περίπτωση, η καταβαράθρωση της τουρκικής λίρας τις τελευταίες ημέρες, καταδεικνύει ότι κάποιοι από τους παράγοντες που συνέτειναν στην ανάδυση του Τουρκικού Γκολισμού παύουν να υφίστανται και πως δεν γίνεται τόσο εύκολα ανεκτός από το διεθνές σύστημα. Το σοφότερο θα ήταν να τηρηθεί στάση αναμονής ενόψει των εξελίξεων.

 

Επίλογος

Η στρατηγική κουλτούρα μιας χώρας αποτελεί ένα σχετικά νέο εργαλείο στη φαρέτρα των διεθνολόγων, που όμως αναντίρρητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην βαθύτερη αντίληψη και κατανόηση των κατευθύνσεων που λαμβάνει η εξωτερική πολιτική. Ως στρατηγική κουλτούρα ορίζεται το σύνολο των πεποιθήσεων, νοοτροπιών και προτύπων συμπεριφοράς μιας συλλογικής οντότητας γεωγραφικά προσδιορισμένης και με κοινό αίσθημα ιστορικής εμπειρίας. Η Τουρκία είναι ένα κράτος του οποίου οι ακολουθούμενες πολιτικές υπήρξαν συχνά γρίφος για τη διεθνή κοινότητα τόσο στο παρελθόν όσο και τα τελευταία χρόνια. Υπό τον Ερντογάν η Τουρκία διαφάνηκε να υιοθετεί μια στρατηγική κουλτούρα που είναι μείγμα και συγκερασμός του Κεμαλισμού και του Νεοοθωμανισμού, με νέο στοιχείο τη μεγάλη έμφαση στον εθνικισμό. Ο Taspinar ερμηνεύει την πολιτική αυτή ως την ανάδυση του Τουρκικού Γκολισμού κατά τα πρότυπα της Γαλλικής πολιτικής υπό τον Στρατηγό Ντε Γκωλ. Η Τουρκικός Γκολισμός διαπνέει όλους τους τομείς της πολιτικής της Τουρκίας, ιδιαίτερα όμως την εξωτερική πολιτική και βασίζεται στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της Τουρκίας από το 2002 και έπειτα. Ωστόσο κατάφερε και εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, να δημιουργήσει έντονες αντιπαραθέσεις στην περιοχή με αμφίβολη εξέλιξη.

Επιβλέπων: Ph.D Σπύρος Κατσούλας Συντονιστής της Ομάδα Στρατηγικής Κουλτούρας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Βιβλιογραφία

 

  • Γιαλλουρίδης Χριστόδουλος Λαγγίδης Α. Μετακεμαλισμός. Αθήνα: Σιδέρης, 2013.
  • Καλεντερίδης Σάββας. Η Τουρκία σε Κρίσιμο Σταυροδρόμι: Από τον Κεμαλισμό στο Μετριοπαθές (;) Ισλάμ. Στο Κουσκουβέλης Η.Ι, Λίτσας ΣΝ (επιμ.) Το Στρατηγικό Βάθος και η Τουρκία. Αθήνα: Ποιότητα,2013.
  • Κουσκουβέλης Ηλίας. Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις. Αθήνα: Ποιότητα, 2007.
  • Λίτσας Σπύρος. Η Θεωρία της Ήπιας Ισχύος στο Πλαίσιο των Νέο-Οθωμανικών Προσανατολισμών: Μια Ενδοσκόπηση στο Στρατηγικό Βάθος. Στο Κουσκουβέλης Ηλίας, Λίτσας Σπύρος (επιμ.) Το Στρατηγικό Βάθος και η Τουρκία , Αθήνα: Ποιότητα, 2013.
  • Bozarslan Hamit. Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκίας. Αθήνα: Σαββάλας, 2004.

 

Αρθρογραφία

  • Κατσούλας, Σπύρος “Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας”. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ 1 (Ιούνιος 2017): 117-142.
  • Aras N. Ela Gokalp, Mencutek Zeynep Sahin. “The international migration and foreign policy nexus: The case of Syrian refugee crisis and Turkey”. Migration Letters, 12, no. 3 (2015): 193-208.
  • Ayata, Sencer.”Patronage, Party, and State: The Politicization of Islam in Turkey”. Middle East Journal 50 no.1 (1996): 44-45.
  • Dilek Oguz, Celik Nihat, Iseri Emre. “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community”. Journal of Regional Security 10, no. 2 (2015): 155-176.
  • Gray, Colin S., “Strategic culture as context: the first generation of theory strikes back”, Review of International Studies 25 (1999): 49-69.
  • Greenhil, Kelly. “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”. Civil Wars, 10, no. 1 (2008): 6–2.
  • Taşpinar, Ömer, “The Rise of Turkish Gaullism: Getting Turkish-American Relations Right” Insight Turkey 13, no. 1 (2011): 11-17.
  • Walt, M. Stephen.” Alliance Formation and the Balance of World Power”.  International Security, 9, no. 4 (1985):16.
  • Wodka, Jakub. Kuzmicz S., ”European Union and Turkey in the Post Arab Spring Era: Mapping Strategic Interests in the Turbulent Neighborhood”. Insight Turkey 15, no. 3 (2013): 123-140.

 

Ηλεκτρονική Αρθρογραφία

 

Εφημερίδες

 

 

[1]Omer Taşpınar Ö. “Turkish Gaullism?, Brookings (April 2010), https://www.brookings.edu/opinions/turkish-gaullism/

[2]Σπύρος Κατσούλας “Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας”, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ 1( Ιούνιος 2017): 124.

[3]Ibid., 120.

[4]Colin S. Gray, “Strategic culture as context: The first generation of the orstrikes back”, Review of International Studies 25 (1999): 49-69.

[5]Σπύρος Κατσούλας “Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας”, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ 1( Ιούνιος 2017): 125.

[6]Ibid., 126.

[7]Ibid.,128.

[8]Colin S. Gray, “Strategic culture as context: the first generation of the orystrikes back”, Review of International Studies 25 (1999): 49-69.

[9]Ibid.

[10]Ibid.

[11]Σπύρος Κατσούλας “Η έννοια της Στρατηγικής Κουλτούρας”, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ 1( Ιούνιος 2017): 128.

[12]Ibid., 118.

[13] Ibid., 129.

[14] Ibid.,120.

[15] Ibid.,141.

[16]Colin S. Gray, “Strategic culture as context: the first generation of theory strikes back”, Review of International Studies 25 (1999): 49-69.

[17]Colin S. Gray, “Strategic culture as context: The first generation of theory strikes back”, Review of International Studies 25 (1999): 49-69.

[18]Kelly M. Greenhil, “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”, Civil Wars, 10, no. 1 (2008): 6–2.

[19]Omer Taşpınar “Turkish Gaullism?, Brookings (April 2010), https://www.brookings.edu/opinions/turkish-gaullism/

[20] Ήφαιστος Π. «ΝΤΕ ΓΚΟΛ , ΤΣΟΡΤΣΙΛ, ΘΑΤΣΕΡ : Πίσω στα θεμελιώδη», https://piotita.gr/2016/06/25/%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CE%BB-%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BB-%CE%B8%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%81-%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CE%BC/?fbclid=IwAR1kYHF0cjGAF0r4dbWX6c7IY6NESzgZVZYmCJbiGFE24lgqKiMmbipu1Tk , ανακτήθηκε 26/10/2018

[21]Sinan Baykent, ”Erdogan’s neo-Kemalism: An old Gaullism?” Hurriyet Daily News, Δεκέμβριος 02, 2017 http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/sinan-baykent/erdogans-neo-kemalism-an-old-gaullism-123408

[22]Oguz Dilek, Nihat Celik, Emre Iseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10,no.2 (2015):155-176

[23]Ömer Taşpinar, “The Rise of Turkish Gaullism: Getting Turkish-American Relations Right” Insight Turkey 13,no. 1(2011): 11-17.

[24]Bill Park, “UK-Turkey relations and Turkey’s regional role” www.parliament.uk, Αύγουστος 24, 2011 https://publications.parliament.uk/pa/cm201012/cmselect/cmfaff/1567/1567we04.htm

[25]Ömer Taşpinar, “The Rise of Turkish Gaullism: Getting Turkish-American Relations Right” Insight Turkey 13, no. 1(2011): 11-17

[26]Oguz Dilek, Nihat Celik, Emre Iseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10, no. 2 (2015):155-176.

[27]Bill Park, “UK-Turkey relations and Turkey’s regional role” www.parliament.uk, Αύγουστος 24, 2011 https://publications.parliament.uk/pa/cm201012/cmselect/cmfaff/1567/1567we04.htm

[28]Oguz Dilek, Nihat Celik, Emre Iseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10, no. 2 (2015):155-176.

[29]Oguz Dilek, Nihat Celik, EmreIseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10, no.2 (2015):155-176.

[30] National Security Strategy

[31] US National War College

[32] Brookings Institute

[33]Άλλα του έργα είναι τα ακόλουθα: Winning Turkey with P. Gordon (Brookings, 2008); Fighting Radicalism with Human Development: Freedom, Education and Growth in the Islamic World (Brookings Institution Press, 2006); Kurdish nationalism and political Islam in Turkey: Kemalist identity in transition (Routledge, 2005). Other publications include: “New Parameters in U.S.-German-Turkish Relations” (AICGS, February 2005); “The Anatomy of Anti-Americanism in Turkey” (Insight Turkey, July-August 2005); “Turkey’s European Quest” (Brookings Analysis Paper, September 2004); “Europe’s Muslim Street” (Foreign Policy, March-April 2003); “An Uneven Fit: The Turkish Model and the Arab World” (Brookings Analysis Paper, August 2003).

[34]Zirra Banu,” Taspinar’s Turkey: Exploring the East and West at SAIS Europe” https://saisobserver.org/2014/04/22/taspinars-turkey-exploring-the-east-and-west-at-sais-europe/?fbclid=IwAR0aWvVQ3i0LmDnkqvF4PjCP8-nUKQroUoSGSE-cGVBN934XNwPU10vnb8k

[35]Omer Taspinar, “The New Turkey and its Paradox” http://platform24.org/en/articles/193/the-new-turkey-and-its-paradox?fbclid=IwAR0aWvVQ3i0LmDnkqvF4PjCP8-nUKQroUoSGSE-cGVBN934XNwPU10vnb8k

[36]Kelly Greenhil K. M., “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”, Civil Wars, 10, no. 1 ( 2008): 6–2.

[37]Hamit Bozarslan: Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκίας (Αθήνα: Σαββάλας, 2004), 53.

[38]Kelly M. Greenhil, “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”, Civil Wars, 10, no. 1 (2008): 6–2.

[39]Σπύρος Ν. Λίτσας: Η Θεωρία της Ήπιας Ισχύος στο Πλαίσιο των Νέο-Οθωμανικών Προσανατολισμών : Μια Ενδοσκόπηση στο Στρατηγικό Βάθος, στο Η. Κουσκουβέλης Η., Σ.Ν. Λίτσας: Το Στρατηγικό Βάθος και η Τουρκία , (Αθήνα: Ποιότητα,2013), 213.

[40]Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας Εύξεινου Πόντου.

[41]Χριστόδουλος. Κ. Γιαλλουρίδης, Αφεντούλης Θ. Λαγγίδης: Μετακεμαλισμός, (Αθήνα: Σιδέρης, 2013).

[42]Εξαιτίας της υποστήριξης της τελευταίας στο PKK

[43]Σάββας Καλεντερίδης: Η Τουρκία σε Κρίσιμο Σταυροδρόμι : Από τον Κεμαλισμό στο Μετριοπαθές (;) Ισλάμ, στο Η. Κουσκουβέλης, Σ.Ν. Λίτσας: Το Στρατηγικό Βάθος και η Τουρκία, (Αθήνα: Ποιότητα, 2013) σελ. 169.

[44]Ηλίας Κουσκουβέλης: Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις, (Αθήνα: Ποιότητα,2017), 451.

[45]Stephen M. Walt,” Alliance Formation and the Balance of World Power”, International Security, 9, no. 4 (1985): 16.

[46]Το Κόμμα της Ευημερίας αποτελούσε την αναμόρφωση του Κόμματος της Εθνικής Σωτηρίας που είχε απαγορευτεί και ελεγχόταν από την ίδια ομάδα ανθρώπων.

[47]Σε συνεργασία το Κόμμα του Ορθού Δρόμου και την Τανσού Τσιλέρ.

[48]Sencer Ayata, ”Patronage, Party, and State : The Politicization of Islam in Turkey”, Middle East Journal50 no.1 ( 1996): 44-45.

[49]Kelly M. Greenhil, “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”, Civil Wars, 10, no. 1 (2008): 6–2.

[50]Kelly Greenhil, “Strategic Engineered Migration as a Weapon of War”, Civil Wars, 10, no. 1 (2008): 6–2.

[51] Omer Taşpınar “Turkish Gaullism?, Brookings (April 2010), https://www.brookings.edu/opinions/turkish-gaullism/

[52]Ibid.

[53]Omer Taspinar, ”Foreign Policy After The Failed Coup: The Rise Of Turkish Gaullism” Lobe Log, Σεπτέμβριος 02 (2016) https://lobelog.com/foreign-policy-after-the-failed-coup-the-rise-of-turkish-ga

[54]Sinan Baykent, ”Erdogan’s neo-Kemalism: An old Gaullism?” Hurriyet Daily News, Δεκέμβριος 02, (2017) http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/sinan-baykent/erdogans-neo-kemalism-an-old-gaullism-123408

[55]Ibid.

[56]Omer Taspinar ,”Foreign Policy After The Failed Coup: The Rise Of Turkish Gaullism” Lobe Log, Σεπτέμβριος 02 (2016) https://lobelog.com/foreign-policy-after-the-failed-coup-the-rise-of-turkish-ga

[57]Sinan Baykent, ”Erdogan’s neo-Kemalism: An old Gaullism?” Hurriyet Daily News, Δεκέμβριος 02, (2017) http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/sinan-baykent/erdogans-neo-kemalism-an-old-gaullism-123408

[58]Omer Taşpınar “Turkish Gaullism?, Brookings (April 2010), https://www.brookings.edu/opinions/turkish-gaullism/

[59]Omer Taspinar, ”Foreign Policy After The Failed Coup: The Rise Of Turkish Gaullism” Lobe Log, Σεπτέμβριος 02 (2016) https://lobelog.com/foreign-policy-after-the-failed-coup-the-rise-of-turkish-ga

[60]“From Neo-Ottomanism to Turkish Gaullism”, The Free Library by Farlex, Μάρτιος 15,2016https://www.thefreelibrary.com/From+Neo-Ottomanism+to+Turkish+Gaullism.-a0405473737

[61]Oguz Dilek, Nihat Celik, Emre Iseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10, no. 2 (2015):155-176.

[62]Ömer Taşpinar, “The Rise of Turkish Gaullism: Getting Turkish-American Relations Right” Insight Turkey 13, no. 1(2011): 11-17.

[63]Omer Taspinar, ”Turkey’s Strategic Visions and Syria” ACTURCA, Απρίλιος 30,2012 https://acturca.info/2012/04/30/strategic-visions-syria/

[64]Jakub Wodka, Sarah Kuzmicz, ”European Union and Turkey in the Post Arab Spring Era : Mapping Strategic Interests in the Turbulent Neighborhood” Insight Turkey 15, no. 3(2013): 123-140.

[65]Ibid.

[66]Οδηγία του Συμβουλίου 2001/55/EC, 20 Ιουλίου 2001, https://eur-lex.europa.eu/%20LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2001:212:0012:0023:EN:PDF

[67]Bashar Balci, “Turkey’s Relations with the Syrian Opposition”, Carnegie Endowment For International Peace ,Απρίλιος 13, 2012 http://carnegieendowment.org/2012/04/13/Turkey-S-Relations-With-Syrian-Opposition

[68]Aras N. Ela Gokalp, Mencutek Zeynep Sahin, “The international migration and foreign policy nexus: the case of Syrian refugee crisis and Turkey”, Migration Letters, 12, no. 3 (2015): 193-208.

[69]Omer Taşpınar “Turkish Gaullism?, Brookings (April 2010), https://www.brookings.edu/opinions/turkish-gaullism/

[70]OguzDilek, Nihat Celik, EmreIseri, “Turkey’s Regional Power hood Within Regional (In) Security Complex: Transformation From a Conflict-ridden Environment Into a Security Community” Journal of Regional Security 10, no.2 (2015):155-176.

[71]Ηλίας Κουσκουβέλης, “Ποιος ευθύνεται για τη Συρία; Και ποιος πληρώνει;”(2015) http://www.kouskouvelis.gr/site/el/arthra-gnomis/kouskouvelis-exoteriki-politiki/item/229