Αναδυόμενοι κίνδυνοι από τη χρήση της τεχνολογίας στο ρόλο της ηγεσίας. (Εισήγηση στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Χερσαίων Δυνάμεων, Βάρη, 07 Νοεμβρίου 2019) Ιπποκράτης Δασκαλάκης

 

Το αντικείμενο που θα παρουσιάσω αποσκοπεί να επισημάνει τους κινδύνους οι οποίοι εμφανίζονται στα διάφορα επίπεδα της Διοικήσεως από τις ταχύτατα εισερχόμενες στο στράτευμα τεχνολογικές εφαρμογές με τις πολλά υποσχόμενα δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα συστήματα. Δεν αναφέρομαι σε οπλικά συστήματα, με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά σε κάθε είδους τεχνολογικές εφαρμογές που εντάσσονται στις πολυσύνθετες λειτουργίες προετοιμασίας, διεξαγωγής, ελέγχου και υποστήριξης κάθε είδους πολεμικών επιχειρήσεων.

 

Από την παρούσα παρουσίαση θα παραλείψω πλήρως τις μεγάλες προκλήσεις που δημιουργεί η εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης σε πληθώρα στρατιωτικών εφαρμογών. Μη νομίζετε ότι το πρόβλημα είναι μακριά μας, το πιθανότερο είναι ότι τα χαμηλόβαθμα σήμερα στελέχη θα το εύρουν μπροστά τους. Ήδη, αρκετά οπλικά συστήματα, ειδικά αντιαεροπορικά, διαθέτουν επιλογή λειτουργίας στην πλήρη αυτοματοποιημένη μορφή στην οποία το ίδιο το όπλο -βασιζόμενο σε παραμέτρους που εμείς προτοποθετούμε- ανοίγει πυρ, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση σε στόχους που αυτό κρίνει ως εχθρικούς. Έχουν όμως αρχίσει να εμφανίζονται και οι εφαρμογές που μόνες τους «βελτιώνονται» μιμούμενες επιτυχώς την ανθρώπινη διαδικασία των lessons learned! Σήμερα θα αρκεστώ σε πιο «ταπεινούς» κινδύνους που δημιουργεί στη φυσιογνωμία των επιχειρήσεων η είσοδος της ταχύτατα εξελισσόμενης τεχνολογίας.

 

Ουδείς αμφισβητεί τη σημασία της τεχνολογίας στη διεξαγωγή και εξέλιξη των επιχειρήσεων των χερσαίων δυνάμεων και όχι μόνο. Στρατεύματα που για διαφόρους λόγους δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις μη ανανεώνοντας τα συστήματα τους ή αδυνατώντας να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητες τους, υπέστησαν οδυνηρές ήττες στην μακρόχρονη στρατιωτική ιστορία. Η προσεκτική όμως ανάγνωση της τελευταίας καταδεικνύει ότι η απλή παρουσία ανώτερων τεχνολογικών συστημάτων δεν αρκούσε από μόνη της να επιφέρει τα συντριπτικά αποτελέσματα που υπόσχονταν οι δημιουργοί τους. Η νίκη στο πεδίο των μαχών και ειδικά στο τακτικό επίπεδο, έχει αποδειχθεί ότι δεν απορρέει από την απλή ένταξη συστημάτων υψηλής τεχνολογίας.

Η νίκη καθίσταται πιθανότερη -ουδέποτε εξασφαλίζεται εκ των προτέρων- με την ορθή αξιοποίηση  όλων των πλεονεκτημάτων αλλά και μειονεκτημάτων των διαθέσιμων οπλικών συστημάτων με έμφαση στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Η πλήρης όμως αξιοποίηση τους προϋποθέτει την εκπαίδευση των χειριστών, την κατανόηση της ιεραρχίας για τις πραγματικές δυνατότητες-περιορισμούς των συστημάτων, την υπέρβαση των «νηπιακών προβλημάτων», την ορθή τακτική συγκρότηση και ενδεχομένως την αιφνιδιαστική χρήση τους. Θεμέλιος λίθος, η ύπαρξη ενός σύγχρονου δόγματος -συνεχώς αξιολογούμενου και βελτιούμενου- που θα μετουσιώσει στην πράξη όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις λαμβάνοντας υπόψη και τις αντίστοιχες δυνατότητες του αντιπάλου.

Άρα δεν θεοποιούμε κανένα οπλικό σύστημα, καμία τεχνολογία. Θεοποιούμε τον χειριστή τους -με την ευρεία έννοια του όρου- αυτόν που υπηρετεί το σύστημα και το «θεραπεύει». Εξίσου κρίσιμος και ο ρόλος αυτών που σχεδιάζουν την τακτική του χρήση και την κρίσιμη στιγμή εκδίδουν τις καθοριστικές διαταγές του πεδίου μάχης ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη χρήση των τμημάτων και συστημάτων.

Εξυπακούεται ότι οι τελευταίοι, δηλαδή η ηγεσία σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να είναι -κατά αναλογία με τα καθήκοντα τους- γνώστες των χαρακτηριστικών, δυνατοτήτων και περιορισμών των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων διαθέτοντας όμως και την σφαιρική κατανόηση της συνλειτουργίας στο θέατρο των επιχειρήσεων ενός συνόλου αλληλοεπηρεαζόμενων και αλληλοϋποστηριζόμενων συστημάτων.

Η αφετηρία όλων των προβλημάτων της ορθής αξιοποίησης της τεχνολογίας στο στράτευμα έγγυται στην ταχύτατη σήμερα εξέλιξη των συστημάτων. Πέρα από το χρονοβόρο της ολοκλήρωσης των διαφόρων προμηθειών, η ένταξη νέων συστημάτων στην υπηρεσία απαιτεί σημαντικό χρονικό διάστημα.  Και δεν αναφέρομαι στην απόκτηση της αρχικής και τελικής επιχειρησιακής ετοιμότητας για πλήρη χρήση. Αναφέρομαι στον απαιτούμενο χρόνο για την ολιστική αντίληψη των πραγματικών δυνατοτήτων και περιορισμών του κάθε συστήματος από τους χειριστές και την ηγεσία. Προφανώς οι πρώτοι, λόγω ηλικίας και αποκλειστικής -σε σημαντικό βαθμό- ενασχόλησης με το υπόψη σύστημα εξοικειώνονται σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Στην άλλη πλευρά, οι προϊστάμενοι τους, αρκούμενοι συχνά σε εικονικές παρουσιάσεις-επιδείξεις, σχηματίζουν μια εξωπραγματική και ιδανική εικόνα των νέων συστημάτων μακράν των πραγματικών προβλημάτων. Ενίοτε όμως δημιουργούνται πολλαπλές και αδικαιολόγητες αμφιβολίες από την επιφανειακή γνώση για τα νέα συστήματα. Συχνή και αναπόφευκτη και η προσκόλληση σε δοκιμασμένες μεθόδους του παρελθόντος και ενδόμυχη ανησυχία για οτιδήποτε νέο. Συχνά λοιπόν, η ηγεσία καίτοι αναγνωρίζει τα συντριπτικά πλεονεκτήματα που η νέα τεχνολογία προσφέρει αρνείται -κυρίως από διστακτικότητα- να υιοθετήσει νέες τακτικές, συμβατές με τα νέα συστήματα που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μεγιστοποίηση των χαρακτηριστικών τους. Σε άλλες περιπτώσεις, ο ενθουσιασμός που συνοδεύει την είσοδο ενός νέου συστήματος εμποδίζει την πραγματική αξιολόγηση του ενώ οι πολλά υποσχόμενες επιδόσεις του -συνήθως σε συνθήκες εργαστηρίου-  δημιουργούν επικίνδυνες προσδοκίες. Συχνή επίσης και η τριβή μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων καθώς η μη επίτευξη των περιγραφομένων από τον κατασκευαστή επιδόσεων, αποδίδεται σε αδυναμία των χειριστών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αναπόφευκτη η καθυστέρηση ενσωμάτωσης του νέου συστήματος στο συνολικό δόγμα του στρατού με ότι αυτό συνεπάγεται -αρνητικά πάντα- για την ταχύτατη αξιοποίηση του. Πραγματικά η ενσωμάτωση νέων συστημάτων, στο δόγμα ενός στρατού είναι τιτάνιο έργο. Δεν αρκεί η βαθιά γνώση των δυνατοτήτων-περιορισμών του, απαιτείται και η συνέργεια του με σωρεία άλλων συστημάτων. Για παράδειγμα, αξιόπιστα συστήματα πυρών ακριβείας δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα ένεκα αποτυχημένης διασύνδεσης με τα υπάρχοντα μέσα επικοινωνιών. Ακόμη όμως και το αντίθετο, συστήματα βολής παλαιάς τεχνολογίας, βελτίωσαν θεαματικά τις δυνατότητες τους όταν συνδυάστηκαν με σχετικά απλές και φθηνές σύγχρονες εφαρμογές εντοπισμού και κατάδειξης στόχων.

Αναγκαία όμως και η παρακολούθηση των ενεργειών και τακτικών, μεθόδων του αντιπάλου. Η μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων ενός οποιουδήποτε συστήματος θα επιτευχθεί όταν και μόνο όταν εκμεταλλευθεί τα τρωτά σημεία του εχθρού. Εξυπακούεται και η σημασία του αιφνιδιασμού ώστε να επιτευχθούν τα βέλτιστα αποτελέσματα.

Άρα δεν αρκεί η τεχνολογική επάρκεια-ανωτερότητα ενός συστήματος. Η αξιοποίηση του θα προκύψει από τη σωστή ένταξη του στη συνολική πολεμική προσπάθεια ώστε να γίνει στο έπακρο η εκμετάλλευση των χαρακτηριστικών του, η συνέργεια του με τα λοιπά συστήματα μας, η πλήρης υποστήριξη του, η ορθή τακτική συγκρότηση των Μονάδων και η εκπαίδευση των χειριστών. Για να επιτευχθούν όλα αυτά θα απαιτηθεί η ταχύτατη ένταξη του συστήματος στο δόγμα του στρατού και η τροποποίηση του τελευταίου όπου απαιτείται. Η διαδικασία αυτή ούτε είναι απλή ούτε είναι πάντα εγγυημένη.  Ποιος δεν θυμάται τη περίφημη «Revolution in Military Affairs» των αρχών του 1990 που τελικά κατέστη συνθηματολογία μη δυνηθείσα να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ούτε όμως και επιτυχώς να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες του κάθε στρατεύματος. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της επικαιροποιήσεως του στρατιωτικού δόγματος απαιτεί μια συνεχή ανατροφοδότηση όλων των εμπλεκομένων από το επίπεδο των Μονάδων, μέχρι τις σχολές εκπαιδεύσεως και τα Επιτελεία. Ακούγεται ως μια γραφειοκρατική εργασία και πράγματι είναι γραφειοκρατική, χρονοβόρα, κοπιαστική. Δεν υπάρχει όμως άλλη λύση, ειδικά για ένα στράτευμα περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων που καλείται να αντιμετωπίσει πληθώρα απειλών από έναν δύσκολο αντίπαλο. Σε όλες αυτές τις διαδικασίες κομβικός είναι ο ρόλος της ηγεσίας.

Στην κατηγορία της υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων των συστημάτων υψηλής τεχνολογίας εμπεριέχεται και η αυταπάτη της ηγεσίας ότι μπορεί πλέον να εξασφαλίσει τη «βεβαιότητα» για τις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Συχνά στο παρελθόν δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι η «ομίχλη» του πολέμου, η «αβεβαιότητα», θα διαλυθεί με τη χρήση προηγμένων μέσων παρατήρησης, παρακολούθησης, συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών, στοχοποίησης κλπ. Πλάνη οικτρά, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη ότι και ο αντίπαλος έχει πρόσβαση σε παρόμοια συστήματα, ούτε ο ανθρώπινος παράγοντας και οι τρομερές δυνατότητες προσαρμοστικότητας που διαθέτει, αλλά ούτε η πληθώρα των αστάθμητων παραγόντων που συνιστούν την πανίσχυρη «τριβή» του Clausewitz. Η πλάνη αυτή σε συνδυασμό με την επιθυμία διατήρησης χαμηλών απωλειών (ημετέρων, αμάχων αλλά και του αντιπάλου) οδηγεί σε εσφαλμένες εκτιμήσεις περί δυνατότητας συνεχούς επέμβασης των ανωτέρων κλιμακίων διοικήσεως σε όλες τις φάσεις του αγώνος.

Μια τέτοια αντίληψη είναι άκρως επικίνδυνη όχι για αυτή την ίδια την εμπλοκή των ανωτέρων κλιμακίων σε όλες τις φάσεις των επιχειρήσεων αλλά κυρίως για τη γαλούχηση μιας γενιάς νεωτέρων στελεχών ικανών να λάβουν πρωτοβουλίες στο πεδίο της μάχης. Μπορεί δικαιολογημένα το σύνδρομο του «στρατηγικού δεκανέα», δηλαδή του μικρού ηγήτορα που λαμβάνει αποφάσεις με καταστροφικές στρατηγικές συνέπειες να τρομοκρατεί τις διστακτικές ηγεσίες, αλλά σε βάθος χρόνου το σύνδρομο του «παντογνώστη πανταχού παρόντος προϊσταμένου που θα επιλύσει κάθε πρόβλημα» είναι περισσότερο καταστροφικό. Το τελευταίο σύνδρομο είναι εύκολο να αποκτηθεί όταν σε περιόδους ειρήνης και στο εξιδανικευμένο περιβάλλον προσεκτικά «προετοιμασμένων» ασκήσεων ο μακρόθεν ευρισκόμενος Διοικητής έχει πλήρη και άμεση εικόνα κάθε ομάδος και στοιχείου. Φυσικά καλοδεχούμενη μια τέτοια κατάσταση αλλά οι επεμβάσεις πρέπει να είναι με μέτρο και αφού ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη καλύτερη γνώση της κατάστασης από τον τοπικό ηγήτορα παρά από ένα μεμακρυσμένο κέντρο ελέγχου που βασίζεται σε εικόνες αυτοματοποιημένων συστημάτων. Ίσως μάλιστα αύριο να βασίζεται και σε μια σειρά αλγορίθμων, ναι μη σας παραξενεύει, δεν είναι απαραιτήτως αρνητικό αν σκεφτείτε ότι χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια στα πυρηνικά οπλοστάσια των υπερδυνάμεων.

Για να επανέλθουμε και για να μην παρεξηγηθούμε, δεν απορρίπτουμε τη χρησιμότητα απόκτησης πλήρους και ενοποιημένης τακτικής εικόνας -σε όλα τα κλιμάκια- με δυνατότητα επέμβασης σε real time. Ασφαλώς και είναι άκρως απαραίτητη και αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος. Όπως όμως όλες οι εφαρμογές στη ζωή του ανθρώπου πρέπει να χρησιμοποιείται με σύνεση και αφού έχουμε εξασφαλίσει ότι οι υφιστάμενοι μας μπορούν να δράσουν επιτυχώς και άνευ όλων αυτών των τεχνολογικών επιτευγμάτων τα οποία για σωρεία λόγων (ανθρωπογενών και μη) παραμένουν ασταθή στο χαοτικό περιβάλλον των συγκρούσεων. Συγχρόνως πρέπει να αποφευχθεί η τάση υπερφόρτωσης των υφισταμένων με σωρεία άχρηστων πληροφοριών που δεν μπορούν να επεξεργαστούν και αναπόφευκτα τους αποπροσανατολίζουν.

Το τελευταίο σημείο της αναφοράς μου εστιάζεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή στις ενίοτε ανεξερεύνητες δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα οπλικά συστήματα και ειδικά στις περιπτώσεις συνεργειών δύο ή περισσοτέρων μέσων. Η αναγνώριση τους και η αξιοποίηση τους είναι αποτέλεσμα δοκιμών πεδίου αλλά και παρακολούθησης των τεχνολογικών εξελίξεων από ανήσυχα στελέχη. Σημαντική η προσφορά των γραφείων μελετών αλλά έχει αποδειχθεί ότι οι σημαντικές βελτιώσεις  έχουν προέλθει από τα πεδία ασκήσεων και από τις αγωνιώδεις προσπάθειες νέων στελεχών να εκτελέσουν την αποστολή τους, να πρωτοτυπήσουν, να διακριθούν.  Εδώ έγγυται η ικανότητα των Διοικήσεων -αρχικά στα χαμηλά κλιμάκια (Μονάδα) να ενθαρρύνουν όλες αυτές τις δοκιμές, δίδοντας σωστές κατευθύνσεις και θέτοντας τα αναγκαία όρια, γνωρίζοντας τελικά ότι ελάχιστες εξ αυτών θα μετουσιωθούν σε πρακτικές εφαρμογές.  Αν όμως πραγματικά πιστεύουμε ότι ο ανθρώπινος παράγων και η ποιοτική υπεροχή είναι οι βασικοί πολλαπλασιαστές της ισχύος μας τότε θα πρέπει να ενθαρρύνουμε όλες αυτές τις προσπάθειες περαιτέρω τακτικής αξιοποίησης διαφόρων στρατιωτικών τεχνολογικών εφαρμογών.

Συμπερασματικά, υπερεκτίμηση ή υποεκτίμηση των δυνατοτήτων ενός συστήματος είναι η παγίδα στην οποία μπορεί να πέσει η ηγεσία αναφορικά με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων. Αμφότερες οι καταστάσεις είναι εξίσου επικίνδυνες. Η ισορροπία είναι δύσκολη. Αντίστοιχα επικίνδυνη και η τάση υπερβολικής στήριξης σε μια ορισμένη τεχνολογική εφαρμογή ειδικά όταν αυτή αποτελεί τον κρίσιμο κρίκο λειτουργίας μιας ολόκληρης σειράς διαδικασιών. Να μη ξεχνάμε ότι καίτοι σαγηνευτικές οι υποσχέσεις των διάφορων οπλικών συστημάτων, είναι συνήθως υπερεκτιμημένες και υπερπροβαλλόμενες από μια ολόκληρη βιομηχανία. Απαραίτητη πάντα η συνεχής βελτίωση των γνώσεων των στελεχών στις τεχνολογικές εξελίξεις και στα lesson learned από διάφορες συγκρούσεις. Η βελτίωση όμως αυτή δεν περιορίζεται στα νεώτερα στελέχη αλλά θα πρέπει να φτάνει μέχρι την οροφή. Η δε ικανότητα παρακολούθησης και αφομοίωσης των τεχνολογικών εξελίξεων θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης των στελεχών. ‘

Τίποτα όμως δεν αντισταθμίζει την αξία των πραγματικών δοκιμών στο πεδίο των ασκήσεων. Γνωρίζουμε ότι στερούμαστε ικανοποιητικών πεδίων ασκήσεων και βολής, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένδεια ακόμη σε εκπαιδευτικές πιστώσεις με ότι αυτό συνεπάγεται και ακόμη μεγαλύτερη ένδεια σε προσωπικό που θα ασκηθεί. Εδώ ακριβώς θα φανεί η αξία της ηγεσίας και εδώ εννοώ την ηγεσία στα μεσαία κλιμάκια, που συναισθανόμενη την πραγματικότητα, δεν θα παρασυρθεί από τις σειρήνες των πολλά υποσχόμενων συστημάτων υψηλής τεχνολογίας αλλά θα ωθήσει τα ανήσυχα νεώτερα στελέχη στη δημιουργική περαιτέρω συνδυαστική αξιοποίηση των υπαρχόντων συστημάτων και των νέων τεχνολογικών εφαρμογών στην πράξη πλέον, στα πεδία ασκήσεων. Αναπόφευκτα παραπλήσιες δοκιμές εμπεριέχουν -σε σημαντικό βαθμό- και το ρίσκο της αποτυχίας, το οποίο θα πρέπει να γίνει αποδεκτό λαμβάνοντας πάντα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Η αρχική ώθηση όμως σε μια τέτοια προσπάθεια θα πρέπει να προέλθει από τα ανώτερα στελέχη της ιεραρχίας και μάλλον είναι αναγκαστική επιλογή -μονόδρομος- για το δικό μας στράτευμα.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Αντιστράτηγος (εα)

  • Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
  • Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)
  • Διαλέκτης και συνεργάτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)
  • Τηλ: 0030-210-6543131, 0030-6983457318
  • E-mail: rafaelmarippo@yahoo.gr