Η πανδημία του κορονοϊού και η Ευρώπη

του Ομότιμου Καθηγητή Παναγιώτη Ρουμελιώτη*

Η πανδημία του κορονοϊού Covid-19,  που ξέσπασε το Δεκέμβριο του 2019 στην Κίνα, έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην παγκόσμια οικονομία. Λόγω της παγκοσμιοποίησης και ειδικότερα, της ελεύθερης κίνησης των προσώπων, ο ιός Covid-19 διαδόθηκε γρήγορα στην Ευρώπη, τη Β. Αμερική και στις υπόλοιπες Ηπείρους.

Η αδιαφάνεια στο χειρισμό της πανδημίας του κορονοϊού, από την πλευρά της Κίνας, ειδικότερα στο πρώτο στάδιο της εμφάνισής του, η έλλειψη συντονισμού του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ),  για την έγκαιρη αντιμετώπισή του, με βάση ένα προκαθορισμένο πρωτόκολλο, η αμφιλεγόμενη στάση του, τόσο όσον αφορά την έγκαιρη διαπίστωση της επιδημίας στην Κίνα, όσο και την κινητοπoίηση των διαφόρων χωρών, σχετικά με την αντιμετώπισή του, προκάλεσαν ένα νέο γύρο αντιπαραθέσεων μεταξύ ΗΠΑ (και άλλων ευρωπαϊκών χωρών) και Κίνας σχετικά με τις ευθύνες της δεύτερης στην εξάπλωση του Covid-19. Οι ΗΠΑ αποφάσισαν να διακόψουν τη χρηματοδότηση του ΠΟΥ και αμφισβήτησαν, για μια ακόμη φορά, το ρόλο του πολυμερούς συστήματος. Τέλος, η πανδημία αυτή, που προκάλεσε, μέχρι τις 20 Απριλίου, 167.000 θανάτους και μόλυνε 2,5 εκατομμύρια άτομα στον κόσμο, κατέδειξε τη σημασία του κράτους στην αντιμετώπισή της και ειδικότερα την προτεραιότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και του παρεμβατικού ρόλου του κράτους για τη στήριξη της οικονομίας.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού Covid-19 στην παγκόσμια οικονομία θα είναι σοβαρότερες από εκείνες της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων του 2008 και ίσως και εκείνης της Μεγάλης Κρίσης του 1929, όπως υποστήριξε πρόσφατα (20/4/2020), η Γενική Διευθύντρια του Δ.Ν.Τ.  Kristalina Georgieva. Η σοβαρότητα των επιπτώσεων αυτών,  θα εξαρτηθεί από το χρόνο που θα ισχύσουν τα μέτρα του περιορισμού της κυκλοφορίας των ανθρώπων (τέσσερα δισεκατομμύρια άτομα στον κόσμο) και της αναστολής λειτουργίας πολλών τομέων της οικονομίας (π.χ. εμπόριο, υπηρεσίες, κ.ά.), την πιθανότητα επανεμφάνισής του και κυρίως από την ικανότητα των διαφόρων εργαστηρίων να βρουν το αντίδοτο και το εμβόλιο ενάντια στον κορονοϊό.

Με την πανδημία του κορονοϊού, οι αλυσίδες παραγωγής, μέσω του διεθνούς εμπορίου, σταμάτησαν να λειτουργούν, τα εθνικά σύνορα έκλεισαν, η ζήτηση περιορίστηκε σε βασικά είδη (π.χ. τρόφιμα, φάρμακα) και η παραγωγή μειώθηκε σημαντικά. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να θέσουν τους εργαζόμενούς τους σε καθεστώς μερικής ή εναλλάξ εργασίας και τηλεργασίας ή και να απολύσουν εργαζόμενους, ιδιαίτερα στο τομέα του τουρισμού και άλλων υπηρεσιών. ΄Αλλες επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε πτώχευση, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ανεργία. Τα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων έχουν ανασταλεί, λόγω των αβεβαιοτήτων που υπάρχουν και επίσης επειδή η κερδοφορία τους έχει καμφθεί σοβαρά και η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών τους έχει μειωθεί σημαντικά.

Μπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης των οικονομιών τους, οι αναπτυγμένες χώρες,  εφάρμοσαν πρωτόγνωρα μέτρα, δημοσιονομικού και νομισματικού χαρακτήρα, για τη στήριξη της οικονομίας τους. Για παράδειγμα, οι Η.Π.Α. ανακοίνωσαν δημοσιονομικά μέτρα που αντιπροσωπεύουν το 20% περίπου του Α.Ε.Π. τους (ή 4,2 τρισεκατομμύρια δολάρια), η Γερμανία 22% (ή 1,1 τρισεκατομμύρια ευρώ), η Ιταλία 24%, το Ηνωμένο Βασίλειο 17% και η Ιαπωνία 11%. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν κυρίως στη χρηματοδοτική στήριξη, με δάνεια εγγυημένα από το δημόσιο, των επιχειρήσεων, στην πληρωμή απολεσθέντων μισθών και επιδομάτων ανεργίας και την ενίσχυση του εισοδήματος των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα.

Από   την πλευρά τους οι Κεντρικές Τράπεζες αποφάσισαν να διαθέσουν σημαντικά ποσά, για να αγοράσουν κρατικά ομόλογα και άλλα στοιχεία ενεργητικού επιχειρήσεων (εκτός μετοχών) και να χρηματοδοτήσουν τράπεζες και μέσω αυτών επιχειρήσεις, κυρίως ΜΜΕ (π.χ. 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια η FED,  1 τρισ. ευρώ η Ε.Κ.Τ.  τα οποία στη συνέχεια αύξησε σε 3 τρισ. ευρώ).

Ειδικότερα, στην Ευρωζώνη αποφασίστηκε 1) η αναστολή εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (δηλαδή ο περιορισμός των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και τους χρέους), 2) η χρηματοδότηση των ευάλωτων χωρών μέχρι 200 δισ. ευρώ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (Ε.Μ.Σ.), με όριο όμως το 2% του Α.Ε.Π.  τους, και άλλους περιοριστικούς όρους, 3) η χρηματοδότηση με 200 δισ. ευρώ των επιχειρήσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ε.ΤΕ.) και 4) η στήριξη με 100 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των επιδομάτων ανεργίας (πρόγραμμα SURE). Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν κρίνονται ικανοποιητικά για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αναμένεται το Συμβούλιο Κορυφής της Ε.Ε. της 23ης Απριλίου 2020 να αποφασίσει ένα περισσότερο φιλόδοξο πρόγραμμα.

Ωστόσο, παρά τα μέτρα αυτά που αποφασίστηκαν από τις διάφορες χώρες, οι επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού θα είναι σοβαρές. Εκτιμήθηκε πρόσφατα από το Δ.Ν.Τ. (Απρίλιος 2020) ότι η παγκόσμια οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 3% το 2020, εκείνη των ΗΠΑ κατά 5,9%, της Ευρωζώνης κατά 7,5% (Γερμανία κατά 7,0%, Γαλλία 7,2%, Ιταλία 9,1%, Ελλάδα 10,0%), ενώ στην Κίνα το Α.Ε.Π. θα αυξηθεί με μόλις 1,2% (έναντι 6,1% το 2019).

Αποτέλεσμα της σημαντικής κάμψης αυτής του Α.Ε.Π., σε παγκόσμια βάση, η ανεργία θα αυξηθεί σημαντικά (π.χ. από 3,7% το 2019 σε 10,7% το 2020 στις ΗΠΑ, από 7,6% σε 10,4% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη, από 17,3% σε 22,3% στην Ελλάδα).

Άμεση συνέπεια της κρίσης αυτής θα είναι η απότομη αύξηση του δημόσιου χρέους των διαφόρων χωρών, σαν αποτέλεσμα του δανεισμού τους για να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης της οικονομίας τους. Με βάση τους υπολογισμούς τους Δ.Ν.Τ., το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του Α.Ε.Π., θα αυξηθεί σημαντικά (π.χ. από 109% το 2019 σε 131,1% το 2020 στις Η.Π.Α., από 84,1% σε 97,4% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη, από 134,8% σε 155,5% στην Ιταλία και 179,8% σε 200,8% στην Ελλάδα).

Η αύξηση του χρέους εγκυμονεί κινδύνους για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος. Με εξαίρεση τις Η.Π.Α., όπου η FED μπορεί να αγοράζει, χωρίς περιορισμούς, ομόλογα τους αμερικανικού δημοσίου, οι περισσότερες χώρες καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα για να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους ή/και στους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς (π.χ. Δ.Ν.Τ.). Εάν η βιωσιμότητα του χρέους τους δεν είναι εξασφαλισμένη, τότε τα επιτόκια δανεισμού των χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος αυξάνονται στις αγορές, με αποτέλεσμα, από ένα σημείο και μετά, να μην μπορούν να δανείζονται (π.χ. όπως συνέβη με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους το 2010).

Για να μην καταρρεύσουν οι οικονομίες των χωρών αυτών πρέπει, είτε οι κυβερνήσεις τους να προσφύγουν στη χρηματοδότησή τους από  τους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς (π.χ. Δ.Ν.Τ.), είτε να ζητήσουν τη διαγραφή μέρους του χρέους τους (π.χ. όπως έγινε το P.S.I το 2012 στην Ελλάδα).

Στην Ευρωζώνη, για να αντιμετωπιστούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες των χωρών που επλήγησαν από την κρίση χρέους το 2010, δημιουργήθηκε ο Ε.Μ.Σ.  (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης), ο οποίος δανείζεται από τις διεθνείς χρηματαγορές (σε χαμηλότερα επιτόκια) . Οι  χώρες-μέλη της Ευρωζώνης που αδυνατούν να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους από τις αγορές προσφεύγουν στον Ε.Μ.Σ. Ωστόσο, ο Ε.Μ.Σ. επιβάλει στις χώρες που δανείζονται απ’ αυτόν αυστηρούς δημοσιονομικούς όρους.

Μετά την κρίση του κορονοϊού Covid-19, η Ιταλία, μαζί με άλλες οκτώ χώρες, ξανάνοιξαν τη συζήτηση για την έκδοση ενός ευρωομολόγου, εγγυημένου είτε από τον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό είτε τον Ε.Μ.Σ., αλλά χωρίς δημοσιονομικούς όρους, Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την Ολλανδία και Γερμανία.  Ωστόσο, τόσο η Ολλανδία όσο και η Γερμανία γνωρίζουν ότι οι χώρες της Ε.Ε. δεν ευθύνονται για την αύξηση του χρέους τους, που θα δημιουργηθεί με την κρίση του κορονοϊού, όπως συνέβη με την κρίση χρέους το 2010. Στην τελευταία αυτή περίπτωση οι χώρες που επλήγησαν (π.χ. Ελλάδα, Ιταλία, κ.ά.) ευθύνονταν για τα μεγάλα δημοσιονομικά τους ελλείμματα, λόγω κακοδιαχείρισης. Στην περίπτωση του κορονοϊού, οι οικονομικές επιπτώσεις του ήταν εξωγενείς. Άρα, η σημερινή κρίση στην Ευρωζώνη πρέπει να αντιμετωπιστεί με αλληλεγγύη και αμοιβαιοποίηση τους χρέους, τουλάχιστον για το χρέος που είναι αποτέλεσμα της πανδημίας. Επίσης, η Ε.Κ.Τ. θα μπορούσε τα ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης, που αγοράζει, μετά την κρίση του κορονοϊού, από τη δευτερογενή αγορά, να τα ανακυκλώνει η ίδια και να επιμηκύνει τη διάρκειά τους από 30 μέχρι 50 χρόνια.

Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. χρειάζεται ένα γενναίο επενδυτικό πρόγραμμα ανάκαμψης της οικονομίας της, αμέσως μετά τη λήξη της πανδημίας. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να επικεντρωθεί στη στήριξη του υγειονομικού και φαρμακευτικού τομέα, καθώς και των βιομηχανιών που παράγουν τα απαραίτητα υλικά και μηχανήματα για την αντιμετώπιση των πανδημιών. Ταυτόχρονα, με το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν, κατά προτεραιότητα,οι «καθαρές» παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. προγράμματος Green Deal) και η προσαρμογή του αγροτικού και βιομηχανικού τομέα με τις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Το πρόγραμμα ανάκαμψης της Ε.Ε. θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από την έκδοση ενός ευρωπαϊκού ομολόγου, με την εγγύηση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού, η διάρκεια του οποίου θα ανανεώνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα (perpetual bond). Έτσι θα διευκολυνθούν οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης με υψηλό δημόσιο χρέος, να το αναχρηματοδοτούν με χαμηλά επιτόκια. Ήδη η Ισπανία πρότεινε (20/4/2020) το πρόγραμμα αυτό να χρηματοδοτηθεί με 1,5 τρισεκατομύρια ευρώ.

Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να διασπαστεί, όπως υποστηρίζει ο Πρόεδρος της Γαλλίας, E. Macron, λόγω της αδυναμίας της να χειριστεί την κρίση του Covid-19. Ήδη με την μεταναστευτική πολιτική της, τις πολιτικές λιτότητας, κ.ά. κατάφερε να στρέψει ένα σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων σε διάφορες χώρες της, στον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τα ακροδεξιά και τα αντιευρωπαϊκά κόμματα. Μπροστά στον κίνδυνο διάλυσής της, μια είναι η διέξοδος:η αλληλεγγύη και ένα τολμηρό βήμα προς τα εμπρός.

 

* Ομότιμου Καθηγητή και πρώην Αν. Εκτελεστικού Διευθυντή του Δ.Ν.Τ.