Άρθρο της ομάδας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΤΟ.Ρ.Ε.Ν.Ε. με θέμα: «Ζητήματα Φύλου στις Διεθνείς Σχέσεις: Τα δικαιώματα των Γυναικών και ο Τομέας της Ασφαλείας»

 Ομάδα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημοκρατίας

Ζητήματα Φύλου στις Διεθνείς Σχέσεις:
Τα Δικαιώματα των Γυναικών και ο Τομέας της Ασφαλείας

Επιμελητής Τεύχους: Χατζηλυμπέρη Παναγιώτα, Χαχαμίδη Χριστίνα

Ακαδημαϊκός Επιβλέπων: Δρ. Φίλης Κωνσταντίνος 

 

Copyright © Τομέας Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, 2020

 

Περιεχόμενα

  • Εισαγωγικό Σημείωμα
  • Η έννοια του gender gap και ο αντίκτυπός του σε εσωτερικές πολιτικές και διεθνή ζητήματα
  • Η πρόληψη των ένοπλων συγκρούσεων σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ 1325: Γυναίκες, Ειρήνη, Ασφάλεια
  • Η θέση των γυναικών στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις του Αφγανιστάν
  • Η αντιπροσώπευση των γυναικών στο ΝΑΤΟ
  • Οι «νύφες» του ISIS: η ζωή και η δράση των γυναικών εντός του Ισλαμικού Κράτους
  • Τα δικαιώματα των γυναικών στην Υεμένη: Παραβιάσεις και Εξελίξεις

 

 

Εισαγωγικό Σημείωμα

 

Μολονότι στη σύγχρονη εποχή είναι εμφανής η πρόοδος σε ό,τι αφορά την ισότητα μεταξύ των φύλων, τόσο σε κρατικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο βελτίωσης σχετικά με την ίση εκπροσώπηση και αντιμετώπιση των γυναικών στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων και πιο συγκεκριμένα στον τομέα της ασφάλειας.

Ως γνωστόν, οι θεσμοί ασφάλειας και άμυνας κατέχουν κεντρική θέση στο διεθνές περιβάλλον, οι οποίοι είναι ιστορικά ανδροκρατούμενοι χώροι. Όπως έχει επισημανθεί και από τον κ. Τζιφάκη (2004), «η παραδοσιακή προσέγγιση της ασφάλειας αναπαράγει πατριαρχικές σχέσεις ισχύος και νομιμοποιεί τη δημιουργία στρατιωτικών οργανισμών στους οποίους, όχι μόνο είναι περιορισμένοι οι αποδεκτοί ρόλοι που οι γυναίκες μπορούν να διαδραματίσουν, αλλά και επικρατούν ανδρικά πρότυπα συμπεριφοράς που εκθέτουν τις γυναίκες στον κίνδυνο κακομεταχείρισης». Με βάση το παραπάνω επιχείρημα, σε ό,τι αφορά τον τομέα της ασφάλειας, οι γυναίκες ακόμη βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους άνδρες, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη σε πολλά επίπεδα της κοινωνικής, αλλά και της οικονομικής τους ζωής, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες τίθεται ζήτημα παραβίασης σημαντικών δικαιωμάτων τους, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάδειξη αντίστοιχων ζητημάτων με σκοπό τη σταδιακή τους αντιμετώπιση και την υιοθέτηση νέων πρακτικών από τους δρώντες, σε κρατικό, αλλά και διεθνές επίπεδο.

Η παρούσα εργασία της Ομάδας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημοκρατίας του Τομέα Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων θα επιχειρήσει να αναλύσει διάφορα ζητήματα σχετικά με τα ζητήματα φύλου στον τομέα της ασφάλειας των  Διεθνών Σχέσεων. Στις αναλύσεις που ακολουθούν θα εξετασθούν: Η έννοια του gender gap και ο αντίκτυπός του σε εσωτερικές πολιτικές και διεθνή ζητήματα·  η πρόληψη των ένοπλων συγκρούσεων σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ 1325: Γυναίκες, Ειρήνη, Ασφάλεια· η θέση των γυναικών στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις του Αφγανιστάν· η αντιπροσώπευση των γυναικών στο ΝΑΤΟ· οι «νύφες» του ISIS: η ζωή και η δράση των γυναικών εντός του Ισλαμικού Κράτους και τέλος, οι παραβιάσεις και οι εξελίξεις σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών στην Υεμένη.

 

 

 

Η έννοια του gender gap και ο αντίκτυπός του σε εσωτερικές πολιτικές και διεθνή ζητήματα

Χατζηλυμπέρη Παναγιώτα

Στις 8 Μαρτίου, κάθε χρόνο, είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, ως ένδειξη σεβασμού των δικαιωμάτων των γυναικών και ανάδειξης των αντίστοιχων ζητημάτων που απασχολούν την σύγχρονη εποχή. Ωστόσο, οι εκδηλώσεις μιας ημέρας δεν αρκούν για να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη, όπως και οι δομές λήψης αποφάσεων και διακυβέρνησης, για τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά αποκτά σημασία, εάν αναλογιστούμε πώς επιτυγχάνεται η ισότητα των φύλων στο εσωτερικό της κοινωνίας. Μια έννοια που είναι ευρέως διαδεδομένη στο ευρύτερο πεδίο ανάλυσης ζητημάτων φύλου, είναι το gender gap ή, ελληνιστί, χάσμα μεταξύ των φύλων, το οποίο έχει πολλές παραμέτρους που χρήζουν ξεχωριστής ανάλυσης. Ξεκίνησε από την μελέτη των μισθολογικών διαφορών στην απασχόληση μεταξύ ανδρών και γυναικών, όμως έχει επεκταθεί και σε άλλους κλάδους, όπως η μελέτη της διεθνούς πολιτικής. Στον τομέα των διεθνών σχέσεων αφορά την έννοια της συμμετοχής των γυναικών στην λήψη των αποφάσεων και τις διαπραγματεύσεις, εάν οι προτάσεις επίλυσης συγκρούσεων και ζητημάτων είναι βιώσιμες ανεξαρτήτου φύλου, πώς επηρεάζονται τα δικαιώματα των γυναικών στην οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των χωρών.

Το χάσμα των φύλων αφορά διάφορους παραγωγικούς τομείς στο εσωτερικό ενός κράτους. Όπως έχει αναφερθεί, το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στην “υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική και την οικονομία”,[1] επηρεάζοντας τον τρόπο άσκησης της κρατικής πολιτικής, αλλά και αντικατοπτρίζοντας τις νόρμες και τις παραδόσεις που κυριαρχούν σε κάθε κοινωνία. Έχουν δοθεί συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς εκδηλώνεται σε καθέναν από τους παραπάνω τομείς. Όσον αφορά την οικονομία αφορά την “μισθολογική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών και την συμμετοχή στον χώρο εργασίας”, στην εκπαίδευση είναι η “πρόσβαση στις βασικές και ανώτατες βαθμίδες”, στην υγεία “εξετάζει το προσδόκιμο ζωής” και στην πολιτική για το χάσμα των φύλων εξετάζεται η “διαφορά μεταξύ του τρόπου εκπροσώπησης των ανδρών και των γυναικών στους οργανισμούς λήψης αποφάσεων”.[2] Για το συγκεκριμένο θέμα της οικονομίας υπάρχει η έννοια του gender pay gap.

Σε μια σχετικά αναφορά από την Βρετανική Στατιστική Υπηρεσία, δίνεται ένας συγκεκριμένος ορισμός, όπου “η διαφορά στις αμοιβές μεταξύ των δύο φύλων υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ των μέσων ωριαίων αποδοχών (εκτός των υπερωριών) ανδρών και γυναικών ως ποσοστό του μέσου ωριαίου εισοδήματος (εξαιρουμένων των υπερωριών) των αποδοχών των ανδρών”.[3] Στην ίδια έρευνα επισημαίνεται και ο διαστρεβλωτικός ρόλος των υπερωριών στην πραγματική αποτύπωση των δεδομένων, καθώς δηλώνονται περισσότερες υπερωρίες από τους άρρενες εργαζομένους και, με βάση τα ωριαία κέρδη, αποτυπώνονται περισσότερες εργατοώρες την εβδομάδα, από ότι για τις γυναίκες συναδέλφους τους.[4]  Στην νομοθεσία της Ε.Ε., “η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία είχε, ήδη, εισαχθεί στη Συνθήκη της Ρώμης το 1957”.[5] Παρόλα αυτά, η μισθολογική ισότητα μπορεί να είναι μια πλασματική εικόνα για τα πραγματικά δεδομένα που επικρατούν στο εσωτερικό ενός κράτους.

Σε σχετικό κείμενο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναφέρεται ότι η διεύρυνση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων αντιστοιχεί στον τρόπο που είναι οργανωμένη η αγορά της εργασίας σε κάθε κράτος-μέλος, όπως “ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών εργάζεται με μειωμένο ωράριο ή συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό επαγγελμάτων”, αλλά και η “υπερβολική παρουσίαση των γυναικών σε τομείς σχετικά χαμηλού εισοδήματος”.[6] Ακόμη, σε μια αναφορά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων μπορεί να είναι σε χαμηλή βάση, εξαιτίας και του γεγονότος “του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης των γυναικών” σε μια κοινωνία, και αυξάνεται σε περιπτώσεις χωρών όπου ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων γυναικών είναι συγκεντρωμένο σε “χαμηλά αμειβόμενους τομείς” ή/και “εργάζεται με μερική απασχόληση”.[7] Η μισθολογική ανισότητα είναι ένα ζήτημα που απασχολεί και το εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου υπάρχει μια “μακρά ιστορία της νομοθεσίας που αποβλέπει στην αποτροπή των εργοδοτών να πληρώνουν γυναίκες λιγότερο από τους άνδρες για το ίδιο έργο”.[8] Όμως, έχει επισημανθεί ότι το μισθολογικό χάσμα συνεχίζει να υφίσταται μέσω των πρακτικών των προσλήψεων και στην διασφάλιση της μυστικότητας της μισθοδοσίας.

Για αυτή την πρακτική, θεσπίστηκε ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων το 2016 και το 2017, σε αρκετές πολιτείες των Η.Π.Α, που απαγόρευαν “στους εργοδότες να ζητούν από τους υποψηφίους για θέση εργασίας τους μισθούς τους από προηγούμενες θέσεις εργασίας”, με την “λογική της διαφάνειας” να ευνοεί την πρόσβαση των μισθωτών στις πληροφορίες μισθοδοσίας μιας εταιρείας, ώστε να είναι σε καλύτερη θέση να διαπραγματευτούν και οι εργοδότες να βρεθούν προ των ευθυνών τους.[9]  Παρόλα αυτά, το ζήτημα του χάσματος μεταξύ των φύλων δεν μπορεί να περιοριστεί σε οικονομικούς όρους, καθώς υπάρχουν κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες που μπορούν να αναπαράγουν ανισότητες στο εσωτερικό μιας κοινωνίας. Για παράδειγμα, με αφορμή την παραπάνω περίπτωση των Η.Π.Α, γίνεται εύλογα αντιληπτό ότι το κοινωνικό περιβάλλον, οι νόρμες, οι παραδόσεις και το πολιτικό σύστημα που κυριαρχούν σε κάθε χώρα, επηρεάζουν την ισότητα μεταξύ των φύλων, καθώς το ζήτημα που τους αφορά δεν είναι μόνο η μισθολογική ισότητα, αλλά και η ίδια η πρόσβαση σε θέσεις εργασίας, όπως και στις βαθμίδες εκπαίδευσης. Επομένως, το χάσμα μεταξύ των φύλων είναι μια κατάσταση που μελετάται και με κοινωνικο-πολιτικούς όρους, εκτός των οικονομικών, καθώς ο τρόπος που έχουν δομηθεί οι κοινωνίες επηρεάζουν και τους ρόλους που ενστερνίζονται τα φύλα στην δημόσια και ιδιωτική ζωή.

Η κοινωνικοπολιτική ανάλυση είναι χρήσιμη και για την μελέτη των δεδομένων και άλλων κοινωνιών, διαφορετικών από τις δυτικές, καθώς τα διάφορα οικονομικά και κοινωνικά μοντέλα εξελίχθηκαν με διαφορετικό τρόπο. ‘Ετσι, η έρευνα για το χάσμα των φύλων είναι σημαντικό να γίνεται μέσω της ιστορικής μελέτης της εξέλιξης της κάθε κοινωνίας, της πολιτειακής ιστορίας των θεσμών του κάθε κράτους και της κοινωνικής δομής. Για παράδειγμα, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής τα “υψηλά ποσοστά εφηβικής εγκυμοσύνης” επηρεάζουν την μελλοντική εξέλιξη των κοριτσιών αυτών, όσον αφορά τις σπουδές τους, στο οικογενειακό περιβάλλον που θα ζήσουν και στις θέσεις εργασίας που θα είναι θέση να βρουν.[10] Ακόμη, σημαντική είναι και η συνεισφορά των θεωριών των διεθνών σχέσεων, προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή και σαφή συμπεράσματα, καθώς αναδεικνύουν τα αντίστοιχα ζητήματα σε επίπεδο διεθνούς ανάλυσης.

Όσον αφορά τον χώρο της διεθνούς πολιτικής, η έννοια του φύλου δίνει μια διαφορετική οπτική γωνία στον τρόπο μελέτης και ανάλυσης. Οι σχέσεις των δύο φύλων είναι ένα από τα ζητήματα, που για τους θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων, αποτελούν πρόκληση, καθώς βάλλεται ο τρόπος που γίνεται η χρήση της κλασσικής μεθοδολογίας στον τομέα αυτό. Ο τρόπος της θέασης του ρόλου των γυναικών και οι αντίστοιχες πολιτικές, που θα ενδυναμώσουν την θέση τους, αποτελούν αφορμή για μια διαχωριστική ταξινόμηση αναλύσεων. Η φεμινιστική θεωρία είναι εκείνη που στρέφεται, συχνά, κατά της κλασσικής μεθοδολογίας, επισημαίνοντας ότι αφήνει στο περιθώριο αρκετά ζητήματα των δικαιωμάτων των γυναικών. Ωστόσο, και η ίδια η φεμινιστική θεωρία χωρίζεται σε αναλύσεις, ανάλογα με την μεθοδολογία που χρησιμοποιεί ο/η κάθε αναλυτής/τρια. Έτσι, οι Robert Jackson και Georg Sorensen χωρίζουν τον φεμινισμό σε φιλελεύθερο, μαρξιστικό/σοσιαλιστικό και ριζοσπαστικό.

Προχωρώντας στην παράθεση των χαρακτηριστικών του εκάστοτε φεμινιστικού δόγματος αναφέρουν ότι α) ο φιλελεύθερος φεμινισμός δίνει βάρος στην “ελευθερία και την ευημερία σε ατομικό επίπεδο”, κάνοντας χρήση των εννοιών του φιλελευθερισμού, και επισημαίνοντας ότι υπάρχει χάσμα στην “ισότητα των δικαιωμάτων” μεταξύ των δύο φύλων, καθώς “δεν έχουν αποδοθεί στον ίδιο βαθμό” . [11] β) ο μαρξιστικός/σοσιαλιστικός φεμινισμός έχει επιρροές από την θεωρία και τα επιχειρήματα του μαρξισμού. Σύμφωνα με τους δύο αναλυτές, το κύριο επιχείρημά του αφορά την “υποβαθμισμένη θέση των γυναικών” εξαιτίας των ανισοτήτων του καπιταλιστικού συστήματος,[12] που έχει αντίκτυπο στην κοινωνική και οικονομική ζωή τους, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα της πατριαρχίας .[13] γ) τέλος, ο ριζοσπαστικός φεμινισμός προσπαθεί να “χτίσει” μια μεθοδολογία, ξεχωριστή, απορρίπτοντας οποιαδήποτε επιρροή ή χρήση των υπαρχουσών θεωριών και μεθοδολογιών.[14] Επομένως, παρατηρείται ότι η χρήση της φεμινιστικής θεωρίας είναι ένας τρόπος άσκησης κριτικής στο υπάρχον πλαίσιο ανάλυσης της διεθνούς πολιτικής και η δόμηση των αντίστοιχων εννοιών της έχει ως σκοπό να καθιερωθεί ως μια από τις βασικές συνιστώσες της θεωρίας των διεθνών σχέσεων.

Σε αυτό, συνδράμει το γεγονός ότι είναι μια θεωρία που έχει τις βάσεις της, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, από την δράση των κοινωνικών κινημάτων του φεμινισμού στις παλαιότερες εποχές. Βεβαίως, από την εποχή του Διαφωτισμού είχαν δημοσιευθεί κείμενα που αποτέλεσαν τις θεωρητικές βάσεις της ισότητας των φύλων και των δικαιωμάτων των γυναικών. Όταν ξεκίνησε ο φεμινισμός ως κίνημα, είχε κύριο στόχο, τουλάχιστον στις πρώτες εκδηλώσεις του, την ενασχόληση των γυναικών με τα δημόσια δρώμενα της κοινωνίας και του κράτους, όπως το δικαίωμα στην εκλογική διαδικασία, με τις λεγόμενες σουφραζέτες, και την συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας. Η επανάκαμψη του φεμινισμού, την δεκαετία του 1960 και έπειτα, είχε ως στόχο την ουσιώδη έννοια των δικαιωμάτων των γυναικών στους δημόσιους τομείς, καθώς η κριτική του αφορούσε στα πραγματικά δεδομένα και τις συνθήκες, όπου ασκούνταν τα δικαιώματα αυτά. Όπως έχει επισημανθεί από τον Stuart Hall,  ήταν μια “πολιτική της ταυτότητας”, δηλαδή ποιές είναι οι πολιτισμικές καταβολές στον ορισμό των γυναικών ως “έμφυλων υποκειμένων” και τα αντίστοιχα ζητήματα ταυτότητας.[15] Με αυτόν τον τρόπο, γίνεται εύλογο αντιληπτό ότι ξεκίνησε μια διαδικασία ανάλυσης των σχέσεων των δύο φύλων μέσα στην κοινωνία, με τις ανισότητες που κυριαρχούν να αποτελούν την δόμηση του λεγόμενου χάσματος των φύλων. Ακόμη, το ζήτημα αυτό επικαιροποιείται με την πάροδο του χρόνου, σύμφωνα με την εξέλιξη της κάθε κοινωνίας και ζητήματα δικαιωμάτων που ανέρχονται στην επιφάνεια.

Στην σύγχρονη εποχή, το χάσμα των φύλων αποτελεί μια κεντρική έννοια σε αρκετές αναλύσεις διεθνών σχέσεων και, μάλιστα, έχουν θεσπιστεί πολιτικές για την μείωσή του από διεθνείς οργανισμούς και από ορισμένα κράτη. Είναι μια έννοια που είναι αποδεκτή ως ένα πραγματικό γεγονός, που η ανάδειξή του μπορεί να βοηθήσει στην λήψη βιώσιμων μέτρων επίλυσης ζητημάτων. Για παράδειγμα, στον τομέα της επίλυσης συγκρούσεων, υπάρχει ένα ευρύ πλαίσιο μεθοδολογίας στο πώς ενσωματώνονται τα ζητήματα του φύλου στην ανάλυση των μερών της σύγκρουσης, στον τρόπο που θα γίνουν οι διαπραγματεύσεις και στην μεταβατική περίοδο, όπως η εδραίωση των αντίστοιχων συνθηκών ειρήνης. Γίνεται μια στροφή προς την ανάδειξη παραμέτρων που παλαιότερα δεν ήταν στην κεντρική ανάλυση των δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύονται νέες αφηγήσεις και νόρμες που θέτουν την θέση των γυναικών στο κέντρο των αναλύσεων, επισημαίνοντας τους συγκεκριμένους τρόπους που θίγονται τα δικαιώματά τους σε διάφορους τομείς.

Συνεπώς, συνοψίζοντας τα παραπάνω, γίνεται εύλογα αντιληπτό ότι η ανάλυση της έννοιας του χάσματος των φύλων θα απασχολεί την διεθνή κοινότητα για αρκετό χρονικό διάστημα. Είναι θετικό το στοιχείο ότι τα περισσότερα κράτη υιοθετούν πρακτικές που θα ευνοήσουν την συμμετοχή περισσότερων γυναικών στα δημόσια δρώμενα, αλλά και την συνεισφορά τους στην παραγωγική δομή της κοινωνίας. Η στροφή προς τα αντίστοιχα ζητήματα θα βοηθήσει στην ολική κατανόηση της λειτουργίας μιας κοινωνίας και στην αναζήτηση πραγματικών βιώσιμων λύσεων σε ενεργά ζητήματα. Ωστόσο, είναι αναγκαίο οι λύσεις να είναι ουσιαστικές και όχι επιδερμικές, που σε μια κρίσιμη στιγμή θα βάλλονται περισσότερο, και να εκφράζονται  πραγματικές προθέσεις μείωσης του χάσματος.

 

 

Η πρόληψη των ένοπλων συγκρούσεων σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ 1325: Γυναίκες, Ειρήνη, Ασφάλεια

Καλαντζή Άλκηστις

Με τον όρο Προληπτική Διπλωματία εννοούμε την αποτροπή ή πρόληψη ένοπλων συγκρούσεων με ειρηνικά μέσα. Αρχικά, προβλέπεται η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην πρόληψη συγκρούσεων, με αποτέλεσμα την πολιτική, οικονομική και κοινωνική σταθερότητα.[16] Επιπλέον, στην πρακτική αυτή συμπεριλαμβάνεται η λήψη μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, η υιοθέτηση συμβιβασμού, ο διάλογος, η ενίσχυση της πρακτικής της διπλωματίας ως δημοκρατικού μέσου, μέσα από τη γυναικεία οπτική, και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες και τις στοχευμένες προτάσεις για επίλυση. Τέλος, συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση και την πρόληψη σεξουαλικών και άλλων μορφών κακοποίησης στη διάρκεια μιας ένοπλης σύγκρουσης, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή και γενοκτονία.[17]

Ένας από τους τρόπους προώθησης της Προληπτικής Διπλωματίας είναι η δημιουργία ενός δικτύου εξειδικευμένων αντιπροσώπων, επιτρόπων και απεσταλμένων για την αξιολόγηση των καταστάσεων με ισότιμη συμμετοχή και των δύο φύλων. Η δημιουργία επαφών με τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και, κυρίως, με γυναίκες για την εξακρίβωση των αληθινών περιστατικών παίζει σημαντικό ρόλο στον ιδιαίτερο τρόπο μεταχείρισης και προσέγγισης των κακοποιημένων γυναικών.[18] Τέλος, η σύνταξη συνθηκών θα πρέπει να περιέχει ουδέτερη γλώσσα και να μην στοχοποιεί και να θίγει τα δικαιώματα των γυναικών και των ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων.

Επόμενη μέθοδος είναι η αντίστοιχη κατάρτιση του στρατιωτικού προσωπικού. Συνήθως, η ενσωμάτωση των γυναικών σε εθνικές θέσεις ή διεθνείς επιχειρήσεις έγκειται στις βλέψεις στρατιωτικών διοικητών ή πολιτικών. Για το λόγο αυτό, η εκπαίδευση των στρατιωτικών, και υπόλοιπων εθνικών, δυνάμεων ασφαλείας για την πρόληψη της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των γυναικών και της διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της καταπολέμησης της εμπορίας γυναικών, της καταναγκαστικής πορνείας, της εξάλειψης προκαταλήψεων και την αποδοχή τους σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι μείζονος σημασίας. Έτσι, η απαγόρευση όλων των παραπάνω πρέπει να ενσωματωθούν στα επιχειρησιακά έγγραφα, στην στρατηγική και στις διαδικασίες προγραμματισμού των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, είναι σημαντική και η εκπαίδευση και αποστολή γυναικείου προσωπικού (αξιωματικοί, γιατροί, ψυχολόγοι, διερμηνείς), για αποτελεσματικότερη πρόληψη και εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων.[19]

Το peace education αποτελεί μια σημαντική παράμετρος για την εξέλιξη της εκπαίδευσης και της έρευνας. Η κοινωνική συνοχή, η οικοδόμηση μιας επιτυχημένης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, η αποδοχή της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, η εξάλειψη του σεξισμού, του ρατσισμού, των διακρίσεων και των προκαταλήψεων, μπορούν να επέλθουν, κυρίως, μέσω της εκπαίδευσης. Η πρόσβαση των γυναικών και των κοριτσιών στην εκπαιδευτική διαδικασία και στην έρευνα συμβάλλει στην προώθηση των δημοκρατικών αξιών, του διαλόγου και της κριτικής σκέψης, ενώ των αγοριών στην εξάλειψη της σεξουαλικής βίας.[20] Συμπερασματικά, η ενσωμάτωση του “peace education” σε εθνικό σύστημα, με εκπαιδευτικά προγράμματα συνεργασίας ανάμεσα σε δασκάλους, καθηγητές και ακαδημαϊκούς για ανταλλαγή εμπειριών και τεχνικών εκπαίδευσης είναι επιτακτική.  Τέλος, η στοχευμένη διδασκαλία, με λεπτούς χειρισμούς που αφορούν τις ένοπλες συγκρούσεις, την ιστορία, την πολιτική, τον πολιτισμό, τις ξένες γλώσσες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των φύλων συμβάλλει στη δημιουργία δημοκρατικών τάξεων.[21]

Στο πρόγραμμα αυτό, σημαντικό στάδιο είναι το μετα-συγκρουσιακό περιβάλλον, υπό το πλαίσιο της ανακούφισης και αποκατάστασης. Ο όρος “post conflict reconstruction” αναφέρεται σε μια πολύπλοκη, ολιστική και πολυδιάστατη διαδικασία που περιλαμβάνει προσπάθειες για τη βελτίωση των στρατιωτικών (αποκατάσταση του νόμου και της τάξης), πολιτικών (κυβέρνηση), οικονομικών (ανάκαμψη) και κοινωνικών συνθηκών (δικαιοσύνη και συμφιλίωση). Συνεπάγεται οικοδόμηση και βιώσιμη ειρήνη, αντιμετωπίζοντας συγκρούσεις που συνδέονται με τη φτώχεια, τον αποκλεισμό, την ανισότητα, τις διακρίσεις και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[22]

Επίσης, σημαντικός είναι ο τομέας της υγείας, όπως ιατρική φροντίδα και ψυχολογική υποστήριξη. Ένας από τους βασικούς στόχους ανακούφισης και αποκατάστασης πρέπει να αποτελεί η πρόσβαση σε παροχές φροντίδας υγείας, η παροχή φαρμάκων και φαρμακευτικών αγωγών και η ψυχολογική υποστήριξη γυναικών και κοριτσιών που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Σημαντική είναι και η απόκτηση του πλήρους ιστορικού του θύματος, η εξέταση για τραυματισμούς, εγκυμοσύνης ή ακόμη και για HIV. Παράλληλα, είναι σημαντική η οικονομική υποστήριξη σε γυναίκες με παιδιά και η παροχή τροφής, νερού και ενδυμασίας. Οι συμβουλές και ο διάλογος με γυναίκες που έχουν υποστεί βία, συμβάλλουν στη διαχείριση της απόρριψης και της μνήμης του πολέμου, ενώ η αποστολή γυναικείου προσωπικού θα διαχειριστεί την κατάσταση με μυστικότητα, εμπιστευτικότητα και χωρίς προκαταλήψεις.[23]

Ακόμη, σημαντική μέριμνα, σε κάθε δύναμη που έχει αναλάβει την ανοικοδόμηση σε μετα-συγκρουσιακό περιβάλλον, αφορά την εκπαίδευση του ντόπιου πληθυσμού. Απαραίτητη είναι η παροχή βοήθειας στα παιδιά, ώστε να αντιμετωπίσουν τα τραύματα του πολέμου και τη σεξουαλική βία, με την σχεδίαση προγραμμάτων που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους σε τάξεις και τη λήψη μέτρων με σκοπό την υποστήριξη των παιδιών που προέρχονται από πόλεμο, μέσα σε ένα ασφαλές περιβάλλον μάθησης. Με την πραγμάτωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων που αφορούν το φύλο, τη βία και τους ειρηνικούς τρόπους επίλυσης συγκρούσεων, αλλά και με την διδασκαλία μαθημάτων ξένων γλωσσών, πολιτισμού, ιστορίας, δημιουργείται ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον εκπαίδευσης, μέσα από το οποίο προωθείται η κριτική σκέψη, η πρόληψη βίαιων πράξεων και η κατανόηση των αιτιών του πολέμου. Επιπλέον, η σωστή ενημέρωση των γυναικών για το πώς ο κοινωνικός ρόλος και η πολιτισμική δυναμική επηρεάζουν τις πράξεις τρομοκρατίας, προλαμβάνει την στρατολόγησή τους από τρομοκρατικές οργανώσεις και τις καθιστά ενεργούς δρώντες στην κοινωνική και δημόσια τάξη.

Τέλος, για να είναι βιώσιμη η ειρηνευτική διαδικασία, είναι ζωτικής σημασίας η βελτίωση του εσωτερικού πολιτικού μηχανισμού. Η ενδυνάμωση του εσωτερικού πολιτικού συστήματος για την ενεργό συμμετοχή των γυναικών στην ανακούφιση και αποκατάσταση αποτελεί βασικό παράγοντα της διαδικασίας. Θα πρέπει να προβλέπεται η ενίσχυση της εσωτερικής νομοθεσίας για τον επαναπατρισμό και την αποκατάσταση των εσωτερικά εκτοπισμένων γυναικών, η εκπροσώπησή τους σε εθνικά δικαστήρια και το δικαίωμά τους για απονομή δικαιοσύνης σε όσες είχαν υποστεί βιασμό, σεξουαλική δουλεία, καταναγκαστικό γάμο ή εγκυμοσύνη. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η συμμετοχή των γυναικών σε κυβερνητικές θέσεις και η ανταλλαγή εμπειριών και πρακτικών μεταξύ των κυβερνήσεων άλλων χωρών.

Συνοψίζοντας, το ψήφισμα του ΟΗΕ 1325: Γυναίκες, Ειρήνη, Ασφάλεια αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για την εφαρμογή πολιτικών που προωθούν την συμμετοχή των γυναικών στις ένοπλες συρράξεις.[24] Μέχρι σήμερα 63 χώρες έχουν υιοθετήσει αυτό το Εθνικό Σχέδιο Δράσης (ΝΑP) με σκοπό να αναβαθμίσουν την θέση και το ρόλο της γυναίκας στην εσωτερική πολιτική του κράτους,  την ενεργό συμμετοχή τους στις ειρηνευτικές διαδικασίες, αλλά και να διασφαλίσουν ορισμένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά τους. Αποτελεί  ένα σημαντικό βήμα για την βελτίωση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στο διεθνές περιβάλλον και θα πρέπει περισσότερες χώρες να προβούν στην υιοθέτηση τέτοιων μέτρων.

 

 

 

Η θέση των γυναικών στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις του Αφγανιστάν

Καλλιτέρη Άντα

«Την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε σε αυτή την αίθουσα,

οι μητέρες και οι κόρες του Αφγανιστάν κρατούνταν στα ίδια τους τα σπίτια,

 τους απαγορεύονταν να δουλέψουν ή να μορφωθούν.

 Σήμερα οι γυναίκες είναι ελεύθερες και

 συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση του Αφγανιστάν.»[25]

«Από τότε που έπεσαν οι Taliban,

το μόνο που ακούω είναι burqa, burqa, burqa.

Το πρόβλημα μου δεν είναι η burqa-

το πρόβλημά μου είναι ότι δεν έχω φαγητό

για εμένα και τα παιδιά μου.»[26]

 

Στις 29 Φεβρουαρίου 2020, η Doha του Κατάρ ήταν η σκηνή για ένα ιστορικό γεγονός: Ο ειδικός εντεταλμένος των ΗΠΑ, Zalmay Khalilzad, και ο πολιτικός ηγέτης των Taliban, Abdul Ghani Baradar, υπέγραψαν μία ειρηνευτική συμφωνία.[27] Η υπογραφή της συμφωνίας θεωρήθηκε ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς αποτελούσε την πρώτη ευκαιρία για παύση των ένοπλων συγκρούσεων στο Αφγανιστάν μετά από δεκαετίες εμφυλίων πολέμων και εξωτερικών επεμβάσεων. Αυτή η σκηνή, ωστόσο, εγείρει μία σειρά αντιφατικών ερωτημάτων. Αν και η συμφωνία στοχεύει στην ειρήνευση του Αφγανιστάν, οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή της πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα. Επιπροσθέτως, οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή της πραγματοποιήθηκαν χωρίς τη συμμετοχή της Αφγανικής κυβέρνησης, ή κάποιου άλλου θεσμού που εκπροσωπεί τους πολίτες του Αφγανιστάν. Τέλος, οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή της πραγματοποιήθηκαν από τις δύο πλευρές που συμμετείχαν περισσότερο στις συγκρούσεις. Τα στοιχεία αυτά διαμορφώνουν ορισμένες συγκεκριμένες προσδοκίες για την ειρηνευτική διαδικασία.

Οι Zalmay Khalilzad και Abdul Ghani Baradar υπογράφουν την ειρηνευτική συμφωνία στη Doha.[28]

 

Η υπογραφή της ειρηνευτικής συμφωνίας δεν συνοδεύτηκε μόνο από θετικές αντιδράσεις. Μία από τις πιο ηχηρές ενστάσεις εκφράστηκε εκ μέρους των Αφγανών γυναικών. Σύμφωνα με αυτές τις δηλώσεις, η επιστροφή των Taliban στην κεντρική πολιτική σκηνή θα σηματοδοτήσει μία δραματική οπισθοχώρηση για τα κεκτημένα των γυναικών.[29] Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ανησυχίες αυτές είναι κάθε άλλο παρά αβάσιμες. Εξάλλου, ένα από βασικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος των Taliban είναι η απάνθρωπη αντιμετώπιση των γυναικών. Όπως ανέφερε η Julie Mertus το 2000, το καθεστώς των Taliban «έλεγχε τις γυναίκες με το να αφαιρεί το δικαίωμά τους στην εργασία, την εκπαίδευση, και την μετακίνηση και […]διέπραττε πρωτοφανείς παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον τους».[30] Τα δεινά των Αφγανών γυναικών υπό το καθεστώς των Taliban ήταν γνωστά πολύ πριν την Αμερικανική επέμβαση του 2001, και ήταν ένα από τα κύρια επιχειρήματα όσων υποστήριζαν την ανάγκη απομάκρυνσης των Taliban από την εξουσία.[31] Σύμφωνα με τον Ben Walter, οι δυτικοί πολιτικοί και τα μέσα επικοινωνίας αξιοποίησαν την εικόνα των άγνωστων Αφγανών γυναικών  των οποίων τα πρόσωπα ήταν κρυμμένα πίσω από την παραδοσιακή burqa ως θυμάτων, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την απόφαση της επέμβασης στο Αφγανιστάν.[32] Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στην προσπάθειά της να συνδέσει την καταπίεση των γυναικών με τον νέο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας που προωθούσε. Για παράδειγμα, η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Laura Bush, είχε δηλώσει ότι «μόνο οι τρομοκράτες και οι Taliban απειλούν να βγάλουν τα νύχια των γυναικών επειδή φορούν βερνίκι».[33] Το ενδιαφέρον των δυτικών συμμάχων για τα δικαιώματα των Αφγανών γυναικών δεν περιορίστηκε στο επίπεδο της ρητορικής, αλλά μετουσιώθηκε σε έμπρακτη υποστήριξη, για παράδειγμα μέσω της γενναιόδωρης χρηματοδότησης σχετικών ΜΚΟ.[34]

 

Μολονότι τα εγκλήματα των Taliban είναι γνωστά και καταγεγραμμένα μέσω εμπειρικών ερευνών, αξίζει να σημειωθεί ότι αποτελούν μόνο μία πτυχή της συνολικής εικόνας. Κατά πρώτον, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αφγανιστάν δεν ξεκίνησαν με την άνοδο των Taliban. Η Mertus εξηγεί πως οι Mujahideen, οι οποίοι έλεγχαν μεγάλο μέρος της χώρας πριν την εδραίωση των Taliban, συνήθιζαν να απαγάγουν, να βιάζουν και να λειτουργούν κυκλώματα trafficking για γυναίκες και παιδιά. Παρά ταύτα, στις δυτικές κοινωνίες εντοπιζόταν μία ρομαντικοποίηση των Mujahideen[35] ως πατριωτικών αγωνιστών που υπερασπίζονταν τη χώρα τους από τις Σοβιετικές δυνάμεις.[36] Χαρακτηριστικά, ο Walter παραθέτει τις μαρτυρίες Αφγανών προσφύγων, οι οποίοι εξιστορούν την πρωτοφανής βία που εξαπέλυσαν οι Mujahideen κατά των τοπικών πληθυσμών, και ιδιαίτερα της πρωτεύουσας Kabul. Όπως εξηγεί ένας πρόσφυγας, οι Mujahideen «επιτίθονταν στους πάντες. Ήταν σαν να βάζεις φωτιά σε μία ζούγκλα και να καις όλα τα δέντρα, και τα ξερά και τα χλωρά. Ήταν σαν μια φωτιά, η οποία μπήκε στην πόλη και έκαψε τα πάντα».[37] Η βία των Mujahideen ήταν τόσο ακραίας μορφής, ώστε προκάλεσε τη λαϊκή οργή και βοήθησε στην άνοδο των Taliban. Ως εκ τούτου, η επικράτηση των Taliban θεωρήθηκε μία επιστροφή στην τάξη, μέσω των δρακόντειων νόμων που επέβαλαν.[38]

 

Κατά δεύτερον, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών υπό το καθεστώς των Taliban δεν στόχευαν τόσο στην καταπίεση των γυναικών, όσο την προστασία τους. Σύμφωνα με την- καταφανώς σεξιστική- νοοτροπία των Taliban, οι γυναίκες και τα αγαθά αποτελούν την μετουσίωση της τιμής της κάθε οικογένειας.[39] Η προστασία των γυναικών, για παράδειγμα με το να τις απομακρύνουν από πιθανές εστίες «διαφθοράς», όπως η δυτική εκπαίδευση και τέχνη, αποτελούσε ένα από τα βασικά προτάγματα του καθεστώτος των Taliban.[40] Αντίστοιχα, οι νόμοι των Taliban δεν περιόριζαν αποκλειστικά τα δικαιώματα των γυναικών. Για παράδειγμα, όπως οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να φορούν τη διαβόητη burqa, οι άντρες ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν τη γενειάδα τους.[41] Εκτός αυτού, όντας ένα απολυταρχικό καθεστώς, οι Taliban επιχείρησαν να ελέγξουν κάθε πτυχή της καθημερινότητας των Αφγανών, και επομένως ξεπέρασαν τα όρια μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Με το να καθορίζουν τη συμπεριφορά των γυναικών εντός σπιτιού, προσέβαλαν την ίδια την τιμή των ανδρών, οι οποίοι παραδοσιακά όφειλαν να προστατεύουν τις οικογένειες τους.[42] Ένα στοιχείο που χρήζει προσοχής είναι ότι η πλειοψηφία των νόμων που επέβαλαν οι Taliban αποτελούσαν για αιώνες τις παραδοσιακές αξίες των Αφγανών. Ωστόσο, όταν τις κατέστησε υποχρεωτικές, το καθεστώς έθεσε στο περιθώριο την ελεύθερη βούληση των πολιτών.[43]

Κατά τρίτον, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών δεν σταμάτησαν με την πτώση των Taliban. Παρά το γεγονός ότι η απελευθέρωση των γυναικών και η αντιμετώπισή τους ως ισότιμοι πολίτες επικοινωνήθηκε ως ένα από τα κεντρικά ζητούμενα της Αμερικανικής επέμβασης, η καθημερινότητα των Αφγανών δεν άλλαξε από τη μία ημέρα στην άλλη. Το γεγονός αυτό συνδέεται με μία σειρά λόγων. Αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, με εξαίρεση τον βίαιο έλεγχο που επέβαλαν οι Taliban, οι περισσότεροι νόμοι δεν ήταν τόσο ασύνδετοι με τις παραδοσιακές Αφγανικές αξίες. Ακόμα κι αν οι ίδιες οι γυναίκες επιθυμούσαν να προχωρήσουν σε τέτοιου είδους ριζικές αλλαγές, είναι πολύ πιθανό ότι οι άντρες στο στενό τους περιβάλλον, ή ακόμα και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, θα δυσχέραιναν αυτή την προσπάθεια. Επιπροσθέτως, αν οι γυναίκες ήθελαν και μπορούσαν να υιοθετήσουν τις δυτικότροπες μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, η πρόσβασή τους στις σχετικές υποδομές δεν ήταν αυτονόητη. Αν και η διεθνής κοινότητα, και η Washington ειδικότερα, ξόδεψαν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν, μόνο ένα μικρό μέρος αυτών κατέληξε σε σχέδια που σχετίζονταν με την εκπαίδευση, την υγεία και άλλες βασικές ανάγκες των γυναικών.[44] Από την άλλη, οι εξελίξεις στη διεθνή πολιτική ατζέντα σήμαναν και την μεταβολή του σχεδιασμού στο Αφγανιστάν. Για παράδειγμα, η ψήφιση της Απόφασης 1820 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, προσέλκυσε την προσοχή στο ζήτημα της σεξουαλικής βίας ως όπλο πολέμου. Ως εκ τούτου, η ασφάλεια των Αφγανών γυναικών κατέστη ύψιστη προτεραιότητα, ενώ η συμμετοχή τους στους κοινωνικούς θεσμούς τέθηκε σε δεύτερο πλάνο.[45] Τα προβλήματα αυτά συνιστούν έκφανση μίας γενικότερης τάσης στο Αφγανιστάν: Τα καθεστώτα που προηγήθηκαν των Taliban, αξιοποιούσαν τα δικαιώματα των γυναικών ως ένα εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, ελπίζοντας ότι η νομική βελτίωση της θέσης των γυναικών θα οδηγούσε και στη βελτίωση της δικής τους διεθνούς εικόνας. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν τους Taliban συνέχισαν αυτή την τακτική, παρουσιάζοντας μία σειρά νομικών αλλαγών υπέρ των γυναικών, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνουν τους απαραίτητους θεσμούς για να τις υποστηρίξουν.[46]

Το ζήτημα αυτό οφείλει να εξεταστεί και στην περίπτωση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για το Αφγανιστάν. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Taliban πραγματοποιήθηκαν χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου της κοινωνίας, αναμενόμενα ούτε των Αφγανών γυναικών. Αντίστοιχα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και Taliban, οι οποίες προγραμματίζονται για τους επόμενους μήνες, θα πραγματοποιηθούν πιθανότατα σε παρόμοιες συνθήκες.[47] Η προοπτική αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική και υπονομεύει εξαρχής την όλη διαδικασία εξαιτίας συγκεκριμένων στοιχείων. Καταρχάς, οι γυναίκες αποτελούν περισσότερο από το 48% του συνολικού πληθυσμού στο Αφγανιστάν.[48] Μολονότι οι Αφγανές δεν συνιστούν ένα μονολιθικό σώμα σε καμία περίπτωση, και η αναλογική εκπροσώπηση είναι μάλλον μη ρεαλιστική, μία ελάχιστη παρουσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα ήταν ευκταία. Επίσης, οι γυναίκες ήταν τα κύρια θύματα των Taliban, όπως οι δυτικές κοινωνίες συνεχίζουν να πιστεύουν. Με το να μην συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, διαμορφώνονται δύο νέα προβλήματα. Αφενός, δεν θα υπάρχει μία πλευρά που να διασφαλίσει ότι τα νομικά κεκτημένα των Αφγανών γυναικών θα προστατευθούν και μετά την επάνοδο των Taliban στην εξουσία. Αφετέρου, δεν θα δοθεί η ευκαιρία ώστε οι γυναίκες να διεκδικήσουν ορισμένες ελάχιστες παραχωρήσεις από τους Taliban, μία διαδικασία που κρίνεται ως απαραίτητη για τη συμφιλίωση μετά από μία ειρηνευτική συμφωνία.[49] Παράλληλα, οι γυναίκες διατηρούν έναν κεντρικό ρόλο στις οικογένειες και τις κοινότητες, ο οποίος θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμος για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση της ειρήνης.[50]

 

Τα ζητήματα αυτά δεν ανακύπτουν μόνο στην περίπτωση του Αφγανιστάν, αλλά συνιστούν ένα διαχρονικό έλλειμμα στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Όπως εξηγεί η Angom, «η εξαίρεση των γυναικών από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις συχνά οδηγεί στην εξαίρεσή τους από τον μεταπολεμικό σχεδιασμό, ανοικοδόμηση και εφαρμογή».[51]Δυστυχώς, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της UN Women, κατά την περίοδο 1992-2011, οι γυναίκες συμμετείχαν ελάχιστα, ή συχνά και καθόλου στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις διάφορων κρατών.[52] Μία από τις κυρίαρχες απόψεις για την περιορισμένη συμμετοχή των γυναικών στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις είναι η εξίσου περιορισμένη συμμετοχή τους στους χώρους από όπου προέρχονται συνήθως οι συμμετέχοντες, όπως για παράδειγμα τις πολιτικές αρχές.[53] Επιπροσθέτως, η πιθανή παρουσία των γυναικών μειώνεται περαιτέρω εξαιτίας των κοινωνικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν, όπως για παράδειγμα τις οικογενειακές υποχρεώσεις.[54] Όμως, ακόμα κι αν οι γυναίκες καταφέρουν να φτάσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεν τυγχάνουν ισότιμης αντιμετώπισης αλλά καταλήγουν συχνά να περιθωριοποιούνται.[55]

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα αναρωτιόταν κανείς αν οι γυναίκες έχουν θέση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις του Αφγανιστάν. Ποιος ο λόγος να συμμετέχουν αν εντέλει τις αντιμετωπίζουν υποτιμητικά; Εξάλλου, οι Taliban δεν έχουν το ιδανικότερο ιστορικό σε αυτόν τον τομέα. Αυτό το επιχείρημα είναι μάλλον ανεπίκαιρο. Όπως αναδεικνύεται από τις πιο πρόσφατες αποφάσεις των Taliban, αυτό που τους απασχολεί κυρίως είναι οι οικονομικές και οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Συμπτωματικά, αυτό αποτελεί και ένα κοινό σημείο με πολλές Αφγανές, οι οποίες θεωρούν ότι η χώρα τους οφείλει να δώσει προτεραιότητα σε θέματα πέραν της ισότητας των γυναικών.[56] Αν μη τι άλλο, δύο δεκαετίες προσπαθειών δεν απέφεραν ιδιαιτέρως θετικά αποτελέσματα στην συγκεκριμένη ατζέντα. Επομένως, οι Αφγανές γυναίκες όχι μόνο αξίζουν μία θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά πιθανότατα θα έχουν να προσφέρουν πολλές εποικοδομητικές προτάσεις ως συνομιλητές των Taliban.

 

 

 

 

 

Η αντιπροσώπευση των γυναικών στο ΝΑΤΟ

Βέργου Μάρα

Το ΝΑΤΟ μπορεί να θεωρηθεί η πιο πετυχημένη στρατιωτική συμμαχία στην παγκόσμια ιστορία, αφού προωθεί την αλληλεγγύη και την παροχή βοήθειας ανάμεσα στα κράτη που συμμετέχουν στην συμμαχία, με απώτερο στόχο την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους και την αντιμετώπιση κοινών εχθρικών παραγόντων. Ενώ όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αποτελούν βασική προτεραιότητα της Συμμαχίας, η ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα δεν αποτελεί ακόμα βασικό πυλώνα του ΝΑΤΟ. Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος των γυναικών στην παγκόσμια ασφάλεια δεν ανήκει στην κορυφή της λίστας των προτεραιοτήτων της συμμαχίας. Παρόλα αυτά ένα ικανοποιητικό ποσοστό γυναικών συμμετέχουν σε εκστρατείες, που διεξάγονται με στόχο την καταστολή των συγκρούσεων  και την εδραίωση ειρηνευτικών συνομιλιών.

Αυτή η συμμετοχή διαφαίνεται στην Διακήρυξη της Διάσκεψης Κορυφής του ΝΑΤΟ (Βαρσοβία, 8-9/7/2016), όπου διασφαλίζονται, επισήμως, στην 131η παράγραφο τα εξής: α) “Η εξασφάλιση της πλήρους και ενεργούς συμμετοχής των γυναικών στην πρόληψη, διαχείριση και επίλυση των συγκρούσεων”, β) “η ειδική μνεία στην εφαρμογή του Ψηφίσματος 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με θέμα ‘Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια’”, γ) “η προώθηση της συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων” στο πολιτικό και στρατιωτικό σκέλος του συστήματος του ΝΑΤΟ, δ) “υιοθέτηση και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων και στρατιωτικών οδηγιών για την πρόληψη και αντιμετώπιση σεξουαλικής και έμφυλης βίας”, με παράλληλο σεβασμό “της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” όπου δραστηριοποιούνται αποστολές του  ΝΑΤΟ και ε) η “εντατικοποίηση των προσπαθειών με σκοπό την ένταξη της διάστασης του φύλου” σε πολιτικές και δράσεις του οργανισμού. [57]

Από την παραπάνω Διακήρυξη διαφαίνεται ότι η Συμμαχία μεριμνά για την αντιπροσώπευση των γυναικών στους διάφορους πυλώνες της, όμως υπάρχουν ερωτήματα και αμφιβολίες εάν αποτελεί μία από τις  βασικές της προτεραιότητες. Σε συνέντευξή της η Rose Gottemoeller, Αμερικανίδα διπλωμάτης, η οποία ήταν αναπληρώτρια Γενική Γραμματέας του ΝΑΤΟ από το 2016 έως το 2019, και η πρώτη γυναίκα που έχει καταλάβει αυτήν την θέση, είχε ερωτηθεί σχετικά με το αν είναι ισότιμη η αντιπροσώπευση των δύο φύλων στο ΝΑΤΟ. Πιο συγκεκριμένα, είχεισχυριστεί ότι η “σταθερότητα, η ασφάλεια και η επίλυση των συγκρούσεων” προέκυψε, όταν συμμετείχαν γυναίκες στις ειρηνευτικές διαδικασίες και στις διαπραγματεύσεις, παράλληλα με την αρμονική συνεργασία των τοπικών αρχών.[58]Ακόμα, στο ερώτημα που της τέθηκε για το ποσοστό της απασχόλησης γυναικών σε θέσεις εξωτερικής πολιτικής και σε θέσεις εθνικής άμυνας, η κα Gottemoeller επεσήμανε ότι σημαντικό ρόλο παίζει σε ποιον τομέα της εθνικής διοίκησης απασχολείται η κάθε γυναίκα – υπάλληλος και ποιες πολιτικές πρεσβεύει η κυβέρνηση από την οποία προέρχεται.[59]Πολλές γυναίκες έχουν συμμετάσχει σε ένοπλες δυνάμεις και πολλές εκπαιδεύονται για την συμμετοχή σε αυτές.[60]

Η άποψη της Αμερικανίδας διπλωμάτιδος αποτελεί μία προφανή εγγύηση ότι οι γυναίκες εκπροσωπούνται σε διάφορους τομείς και επιχειρήσεις, που πρεσβεύει το ΝΑΤΟ, και λαμβάνουν ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση των προς επίλυση προβλημάτων, είτε πρόκειται στον κοινωνικό, είτε στον πολιτικό, είτε στον στρατιωτικό πυλώνα. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί καινοτομία για τα δεδομένα της Συμμαχίας, αφού, κυρίως, εκπροσωπείται από άνδρες.

Σημαντικό σκέλος του ΝΑΤΟ είναι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι ειρηνευτικές αποστολές, που μπορούν να θεωρηθούν η εφαρμογή των μέτρων και των πρακτικών προώθησης της ισότητας των φύλων. Σύμφωνα με τις επίσημες πηγές, η Υπηρεσία Διεθνούς Στρατιωτικού Επιτελείου του Συμβούλου για την Ισότητα των Φύλων και η Επιτροπή του ΝΑΤΟ για τις Προοπτικές των Φύλων εργάζονται για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σε όλες τις πτυχές των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ.[61]

Σύμφωνα με αναλυτές, προκειμένου να ενδυναμωθεί  ο ρόλος των γυναικών, το ΝΑΤΟ επιδιώκει να ενισχύσει την ένταξή τους στο πλαίσιό του, να ενσωματώσει τα θέματα φύλου στην εκπαίδευσή τους και να καθιερώσει ένα σύστημα αναφοράς για την καταγραφή περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης.[62] Ωστόσο, επισημαίνεται ότι “η φιλοδοξία του ΝΑΤΟ να αποτελέσει υποδειγματική δύναμη για την ισότητα των δύο φύλων δεν είναι επαρκής”,[63] ώστε να αλλάξει το ανδροκρατούμενο καθεστώς που ισχύει στους πυλώνες του, αναφέροντας τα ποσοστά των ανδρών και των γυναικών που υπηρετούν στο ΝΑΤΟ και στους εθνικούς στρατούς των κρατών-μελών είναι υπέρ των πρώτων, όπως και η μη εφαρμογή της ατζέντας των Ηνωμένων Εθνών για τις ‘Γυναίκες, την Ειρήνη και την Ασφάλεια’ (WPS).[64]

Για να αυξηθούν οι γυναίκες που υπηρετούν στο ΝΑΤΟ, πρέπει τα άτομα που στελεχώνουν την Συμμαχία να ανανεώσουν τις ιδεολογίες τους σχετικά με την ισχύ των ανδρών όσον αφορά στην αποτελεσματικότερη διεξαγωγή επιχειρήσεων και εκστρατειών του ΝΑΤΟ. Πρέπει να κυριαρχήσει στους πυλώνες της Συμμαχίας η άποψη ότι και οι γυναίκες μπορούν να είναι εξίσου αποτελεσματικές με τους άντρες και ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας δύσκολες αποστολές.

Αν και έχουν ληφθεί πρωτοβουλίες για την άνοδο της εκπροσώπησης των γυναικών στο NATO, παρόλα αυτά κυριαρχεί το αίσθημα της ανδροκρατίας στους πυλώνες της συμμαχίας και διακρίσεις σε σχέση με το φύλο, όσον αφορά στην απόκτηση θέσεων, κυρίως, στο ανώτατο επίπεδο. Ο διορισμός της Rose Gottemoeller σε ανώτερη θέση του ΝΑΤΟ υπήρξε μια  κίνηση-τομή για το ΝΑΤΟ, αλλά χρειάζονται να γίνουν περισσότερα. Υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης της κατάστασης, τα οποία μέλλεται  να αποδειχθούν στην πράξη.

 

 

 

Οι «νύφες» του ISIS: η ζωή και η δράση των γυναικών εντός του Ισλαμικού Κράτους

Γρίβα Θεώνη

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της διεθνούς κοινότητας είναι το φαινόμενο της τρομοκρατίας επηρεάζοντας, όπως είναι αναμενόμενο, όχι μόνο το σύνολο των κρατών, σε θεσμικό επίπεδο, ακόμα και των ασφαλέστερων, αλλά και τις ζωές των πολιτών. Αν και υποστηρίζεται, συχνά, ότι αποτελεί μία κατάσταση που άρχισε να απασχολεί το παγκόσμιο γίγνεσθαι μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια, είναι αλήθεια ότι η χρήση καταχρηστικής βίας θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ζωής από τις πρώιμες κιόλας κοινωνίες.

Ερχόμενοι στο σήμερα, πάντως, η διεθνής τρομοκρατία είναι αναντίρρητα συνυφασμένη με το Ισλαμικό Κράτος.[65] Ένα παραστρατιωτικό «ψευδοκράτος» στην καρδιά της Μέσης Ανατολής το οποίο, πρεσβεύοντας την ακραία αντι-δυτική ερμηνεία του Ισλάμ, ιεραρχήθηκε στη σημαντικότερη απειλή που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι χώρες της Δύσης από το 2014 και μετέπειτα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνιστά μία οργάνωση διαφορετική σε σύγκριση με άλλες αντίστοιχες τρομοκρατικές ομάδες, γεγονός που οφείλεται στη βιαιότητα με την οποία έχει επιβάλλει τον ισλαμικό νόμο, στο πλούσιο θησαυροφυλάκιο και στην επικοινωνιακή της πολιτική. Η ιδιαιτερότητά της, εντούτοις, έγκειται και σε έναν ακόμη εξίσου σημαντικό παράγοντα. Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον ρόλο των γυναικών ή αλλιώς των αποκαλούμενων «νυφών του ISIS», προσπαθώντας να επιβιώσουν σε ένα κοινωνικό μόρφωμα όπου ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν υφίσταται. Παρά το γεγονός ότι στους κόλπους της ισλαμικής τρομοκρατίας η γυναίκα δεν είναι μόνο μητέρα, σύζυγος ή νοικοκυρά, αλλά σκιαγραφείται ως μία παρουσία αποτελεσματική και περισσότερο αποφασισμένη στο πλαίσιο του «ιερού πολέμου», φέροντας εις πέρας το έργο της είτε ως πειθήνιο όργανο είτε ως ιθύνων νους των επιθέσεων σε διάφορους στόχους, το ISIS δεν συμβάδιζε, τουλάχιστον σε αρχικό επίπεδο, με τις συγκεκριμένες πρακτικές. Και αυτό διότι έχει δομηθεί πάνω στους εξής άξονες αναφορικά με την γυναικεία υπόσταση:

  • στη διαγραφή των ατομικών δικαιωμάτων των γυναικών
  • στην πλήρη υποταγή τους στο ασφυκτικό οικογενειακό πλαίσιο και τον συζυγικό έλεγχο
  • στην ιδεολογία ενός μισογυνισμού που προωθεί το ρόλο κάθε γυναίκας αυστηρά ως μητέρας και σιωπηλής παρατηρήτριας των όσων διαδραματίζονται μέσα στην ιδιόμορφη αυτή κοινωνία

Για τις τάξεις των τζιχαντιστών, λοιπόν, στο Ισλαμικό Κράτος το αδιαπραγμάτευτα «ασθενές φύλο» περιορίζεται στα παραδοσιακά του θεμελιώδη καθήκοντα, συμμετέχοντας άμεσα στην jihad μόνο και μόνο «επειδή ετοιμάζει την επόμενη γενιά μαχητών».[66] Η ιδεολογία τους κινείται στο πλαίσιο ενός τρόπου ζωής που δεν θα συνδέεται αποκλειστικά με τον πόλεμο. Αντιθέτως, δίνεται εξαιρετικά μεγάλη σημασία στη δημιουργία μίας βαθιά ισλαμικής και καθεστωτικής κοινωνίας, εντός της οποίας οι γυναίκες θα φροντίζουν για την οικογενειακή εστία και την εύρυθμη λειτουργία της, ούσες πλήρως αφοσιωμένες στην περιποίηση των παιδιών και των μαχητών συζύγων τους. Όπως ακριβώς προβλέπεται στο εγχειρίδιο που εξέδωσε το ISIS το 2015, μόνο στην αραβική γλώσσα, με αποδέκτριες όχι μόνο τις Μουσουλμάνες αλλά, επιπρόσθετα, όσες προέρχονται από την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, ασπαζόμενες πια αυτή την πλευρά του Ισλάμ, επομένως και τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής είτε εκούσια είτε ακούσια.

Υπάρχει μία λεπτομέρεια, ωστόσο, που κάνει τη διαφορά: αυτές οι οδηγίες δεν είναι παρά ένα προϊόν από γυναίκες προς γυναίκες. Ειδικότερα, το μανιφέστο με τίτλο “Women of the Islamic State: Manifesto and Case Study”συντάχθηκε από την Ταξιαρχία al-Khansaa,[67] την γυναικοκρατούμενη αστυνομική δύναμη του χαλιφάτου, καθορίζοντας στις 41 σελίδες του το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι γυναίκες μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καθώς και το τι ισχύει ως προς τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής. Οι εκτελεστικοί κανόνες αναφέρουν με απόλυτη σαφήνεια ότι οι γυναίκες, συλλήβδην στα εδάφη του Daesh,[68] οφείλουν απαρέγκλιτα να είναι ενδεδυμένες με μαύρα ρούχα, συμπεριλαμβανομένων των υποδημάτων, μην αφήνοντας κανένα μέρος του σώματός τους εκτεθειμένο σε κοινή θέα και, φυσικά, φορώντας το χαρακτηριστικό niqab. Δεν είναι σε θέση να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, παρά μόνο στην περίπτωση της απώλειας του συζύγου τους ή για να κάνουν θρησκευτικές σπουδές ενώ, εάν αναγκάζονται να εργαστούν εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος, αυτό δεν πρέπει να είναι για περισσότερες από τρεις ημέρες την εβδομάδα και, επιπλέον, να μην συνεπάγεται μεγάλο ωράριο εργασίας. Στο πλαίσιο, τώρα, της μόρφωσης τίθεται ένας ηλικιακός και μαθησιακός διαχωρισμός[69] με τα κορίτσια από τα επτά έως τα δεκαπέντε τους χρόνια να λαμβάνουν, κυρίως, γνώσεις οικοκυρικής, μαγειρικής και θεολογικού περιεχομένου, μαθαίνοντας την Ισλαμική ιστορία και τη ζωή του Προφήτη. Πέραν αυτού, όμως, εξαιρετικά αξιοσημείωτη είναι η διάταξη που επιτρέπει την τέλεση γάμων των κοριτσιών από την ηλικία μόλις των εννέα ετών, προτρέποντάς τα συλλήβδην να έχουν παντρευτεί μέχρι το τέλος σχεδόν της εφηβείας τους.

Οι συνθήκες που περιγράφηκαν δεν καθιστούν τίποτα παραπάνω από μία ζοφερή καθημερινότητα για τις «νύφες» του Ισλαμικού χαλιφάτου. Φυσική, σεξουαλική και ψυχολογική βία, εκφοβισμός, αυστηρές τιμωρίες για όσες αποζητούν αυτονομία και προσωπική ελευθερία εκτός οικογένειας, η τυφλή υποταγή στο Ισλάμ συνθέτουν το σκηνικό αυτής της σύγχρονης υποδούλωσης, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες νεαρών γυναικών από την Δύση που πήγαν να ζήσουν στα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους, παρασυρόμενες από την προπαγάνδα του. Κάτι στο οποίο έχουν συνεπικουρήσει οι ήδη μυημένες στο ISIS, που ως άλλος «δούρειος ίππος», έχουν αποκτήσει, πάντα κατόπιν άνωθεν εντολής, πιο ενεργή παρουσία και προβάλλουν μέσω της συστηματικής και στοχευμένης προπαγάνδας στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την «εικόνα μίας πολυεθνικής κοινωνίας όπου οι άνδρες και οι γυναίκες εκπληρώνουν το καθήκον τους σύμφωνα με την αντίληψή τους για το Ισλάμ».[70]

Παρατηρείται, επομένως, ότι το χαλιφάτο διακατέχεται από μία αντίφαση στη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες. Από τη μία πλευρά, είναι οι γυναίκες από τις χώρες της δυτικής κοινότητας ή, αλλιώς, οι «αιρετικές» όπου, με βάση την θελκτική και ωραιοποιημένη εικόνα του Ισλαμικού Κράτους, καταλήγουν να «αντιμετωπίζονται ως σκλάβες, ο κύριος ρόλος των οποίων είναι να αποτελούν αντικείμενα που μπορούν να πωληθούν και να προσφερθούν ως έπαθλα στους τζιχαντιστές».[71] Από την άλλη πλευρά, το ISIS δείχνει περισσότερη, ίσως, αναγνώριση στις Μουσουλμάνες, τις λεγόμενες muhajirah, που μετανάστευσαν στις εδαφικές του περιοχές, ιδωμένες ως απαραίτητοι δρώντες για τη δόμηση του χαλιφάτου, την προστασία των ιδεών του και της μόνιμης κοινωνίας που επιδιώκει να δημιουργήσει.

Το ερώτημα που προκύπτει, παρόλα αυτά, είναι διττό: πόσες γυναίκες εκ Δύσης έχουν στρατολογηθεί από το Daesh και ως εκ τούτου ποια θεωρούνται ως τα κριτήρια που συνετέλεσαν στο να λάβουν μία τέτοια απόφαση για τη ζωή τους; Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να υπολογιστεί, από την στιγμή που δεν υπάρχουν ακριβή και αξιόπιστα στοιχεία. Μολαταύτα, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, το 2018, υπολογίζεται ότι περίπου 4.761 γυναίκες, από συνολικά 41.490 ξένους πολεμιστές και απλούς πολίτες, προσχώρησαν στην τρομοκρατική ομάδα. Σίγουρα όχι ένας ευκαταφρόνητος ή μικρός αριθμός με τους πιθανούς λόγους αυτής της κίνησης να ποικίλλουν. Η αναζήτηση μίας νέας ταυτότητας, «ο ενθουσιασμός και η εκπλήρωση της ρομαντικής αισιοδοξίας»,[72] η περιπέτεια, η αλλοτρίωση, οι ανισότητες που βιώνουν στον κοινωνικό τους περίγυρο, ακόμη και οικονομικοί λόγοι, για παράδειγμα η προοπτική περισσότερων προσωπικών εσόδων και της υλικά πιο εύκολης διαβίωσης, συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Στοιχεία ενός συνονθυλεύματος, με την απαρχή του να εντοπίζεται στην 11η Σεπτεμβρίου, στο κλίμα δαιμονοποίησης και στην εκατέρωθεν προπαγάνδα που επικράτησε στο εξής και εκμεταλλεύτηκε με μαεστρία το Ισλαμικό Κράτος, παρουσιάζοντας ο,τιδήποτε δυτικό ως «άπιστο» και δίνοντας στη δημοσιότητα εικόνων τραυματισμένων Μουσουλμάνων από βίαιες επιθέσεις, με στόχο την έξαρση των συναισθημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, ενθάρρυνε τους άνδρες και τις γυναίκες ακολούθους του να γίνουν θιασώτες μίας οπτικής του κόσμου στη λογική «οφθαλμόν αντί αφθαλμού». Επιστρέφοντας στα καινούργια δεδομένα, πάντως, η πλέον βαρύνουσα παράμετρος είναι η επιστροφή πολλών εκ των «νυφών του ISIS». Πολλώ δε μάλλον τώρα που η οργάνωση βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης των δυνάμεων της και οι ίδιες ζητούν μία δεύτερη ευκαιρία επανένταξης και επανέναρξης. Ένα αίτημα το οποίο συναντά την εξαιρετικά επιφυλακτική και κατά περιπτώσεις, αρνητική στάση των ηγεσιών παγκοσμίως.

Εν κατακλείδι, το Ισλαμικό Κράτος καθιστούσε, στα έξι σχεδόν χρόνια της παρουσίας του, την «ευκαιρία» για χιλιάδες γυναικών ανά την υφήλιο, ώστε να αποδράσουν και να απαλλαγούν από τα κακώς κείμενα της ζωής τους, θεωρώντας ότι θα κάνουν μία πολυπόθητη και πιο ελπιδοφόρα νέα αρχή. Πολλές διαπίστωσαν την λανθασμένη τους επιλογή, είτε από την αρχή είτε ετεροχρονισμένα, προχωρώντας σε μία σειρά προσπαθειών για να επανακτήσουν την αυτονομία και την αυτοκυριαρχία τους, ενώ ορισμένες μετατράπηκαν σε φερέφωνα ή τρομοκρατικές «προστάτιδες» μίας ακραίας ιδεολογίας, διεκδικώντας το δικό τους μερίδιο στον «ιερό πόλεμο». Το μόνο σίγουρο είναι το γεγονός ότι όλες, εκπροσωπώντας και τις δύο όψεις ενός «θρησκευτικού νομίσματος», μαθαίνουν να ζουν σε έναν ανδροκρατούμενο μικρόκοσμο, στον οποίο η δική τους φωνή δεν έχει ιδιαίτερη αξία και οι μεταξύ τους σχέσεις δεν χαρακτηρίζονται ως αλληλέγγυες. Το ISIS, λοιπόν, δεν είναι, μόνο, η δράση ή τα πρωτόγνωρης βιαιότητας εγκλήματα. Είναι και όλος ο γυναικείος πληθυσμός που βοηθά στην διαιώνισή του. Και όσο υποτιμάται αυτή η πτυχή της οργάνωσης, οι αρμόδιες αρχές και οι διεθνείς οργανισμοί οφείλουν να αναπτύξουν τη δική τους αντιτρομοκρατική δράση, εξετάζοντας πιο διεξοδικά τις περιπτώσεις των μαυροντυμένων «νυφών» και να προβούν στην καλύτερη αντιμετώπιση ενός βαθιά κοινωνικού ζητήματος με τις προεκτάσεις του να αγγίζουν άπαντες παγκοσμίως.

 

 

 

Τα δικαιώματα των γυναικών στην Υεμένη: Παραβιάσεις και Εξελίξεις

Νικηταρά Μαρία -Στεφανία

Η συμπλήρωση περίπου έξι ετών από την έναρξη του πολέμου στην Υεμένη καθιστά αναγκαία την ανάδειξη των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς εκείνες αποτελούν την πλειοψηφία των ατόμων που έχουν βρεθεί σε κίνδυνο. Η προστασία και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί για την Υεμένη ένα καίριο ζήτημα, το οποίο προκαλεί αντιδράσεις στη θρησκευτική κοινότητα. Ο διαχωρισμός της χώρας, το 1967, στη Βόρεια και στη Νότια Υεμένη δημιούργησε δύο κράτη διαφορετικών ταχυτήτων σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών. Συγκεκριμένα, η Νότια Υεμένη προωθούσε την εκπαίδευση, την εργασία και την ενίσχυση των γυναικών ως μέλη της κοινωνίας.[73] Μάλιστα, το 1974, υιοθετήθηκαν νόμοι που επέτρεπαν στις γυναίκες να αιτηθούν διαζυγίου, βασισμένες στις ίδιες αιτίες με τους άνδρες, ενώ, ταυτόχρονα ήταν απαραίτητη η συναίνεση της γυναίκας πριν το γάμο, με ελάχιστη ηλικία για την τέλεση γάμου αυτή των δεκαέξι ετών.[74] Η ένωση της Υεμένης, το 1990, μετέβαλε τα δεδομένα για τα δικαιώματα των γυναικών, καθώς η νομοθεσία επηρεαζόταν από το βόρειο τμήμα, που ήταν πιο συντηρητικό. Έκτοτε, τα δικαιώματα των γυναικών έχουν περιοριστεί, κυρίως, λόγω της επιρροής που έχει ασκήσει η γειτονική Σαουδική Αραβία.

Η ένοπλη σύρραξη που ξεκίνησε το 2014, όταν οι Houthis κατέλαβαν την πρωτεύουσα Sana’a, έχει προκαλέσει το θάνατο περίπου 12.600 ανθρώπων και έχει οδηγήσει περίπου 24 εκατομμύρια αμάχους σε ανάγκη για ανθρωπιστική βοήθεια, με την πλειοψηφία αυτών να είναι γυναίκες και παιδιά.[75]

Πριν την έναρξη της σύρραξης, συγκεκριμένα το 2011, οι γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν, προκειμένου να πετύχουν την εκπροσώπησή τους στην πολιτική ηγεσία με ποσοστό 30%, ωστόσο ο επερχόμενος πόλεμος κατέστησε κάθε προσπάθεια άκαρπη.[76] Μέσα σε έξι χρόνια, η κοινωνία της μουσουλμανικής χώρας έχει αλλάξει, αφήνοντας τις γυναίκες ολοένα και πιο ευάλωτες, ιδιαίτερα, όταν δεν υπάρχει η παρουσία ενός άνδρα, είτε είναι σύζυγος είτε είναι συγγενής. Οι γυναίκες καλούνται να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς και αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους στη διαμορφωθείσα πατριαρχική κοινωνία, καθώς, είναι αναγκασμένες να δεχτούν τη φυλάκιση ή την αναγκαστική εξαφάνιση των αρσενικών μελών της οικογένειας.[77] Υπό αυτές τις συνθήκες, οι γυναίκες, είτε είναι σύζυγοι, κόρες είτε αδελφές των κρατουμένων ή αναγκαστικώς εξαφανισθέντων, καθίστανται θύματα ψυχολογικής πίεσης, λόγω της απώλειας των συγγενών τους. Παράλληλα, οι γυναίκες οφείλουν να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις που δημιουργούνται και να μετατραπούν στον «προστάτη» της οικογένειας. Γενικότερα, όσες δεν τηρούν τις θρησκευτικές και κοινωνικές νόρμες της χώρας, αλλά είναι χωρισμένες και έχουν το ρόλο του «αρχηγού» της οικογένειας, όπως επίσης οι ανύπαντρες, δέχονται τις περισσότερες επιθέσεις, σωματικής ή ψυχολογικής φύσεως. Συγκεκριμένα, η πατριαρχική κοινωνία της Υεμένης παραβλέπει τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, καθώς οι θύτες δεν έχουν καμία κύρωση για τις πράξεις τους.

Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση, τα στοιχεία είναι ανησυχητικά, διότι το 36% των κοριτσιών δεν έχει πρόσβαση στο σχολείο.[78] Ο κύριος λόγος του αποκλεισμού των κοριτσιών σχετίζεται με την αναγκαστική εργασία που επιβάλλεται σε αυτά, όταν η οικογένεια αντιμετωπίζει φτώχεια. Συγχρόνως, τα κορίτσια αναγκάζονται σε γάμο, προκειμένου να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένεια, λειτουργώντας ως πηγή εσόδων. Η περιορισμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, μακροπρόθεσμα, θα αποτελέσει μία μεγάλη πρόκληση για το κράτος, καθώς οι νέες γενιές θα στερούνται βασικής εκπαίδευσης, διαμορφώνοντας ένα μέλλον που θα βασίζεται στην ανεργία και την οικονομική εκμετάλλευση.

Άμεση απόρροια του μακροχρόνιου πολέμου είναι οι περιορισμένες εισαγωγές τροφίμων και ειδών πρώτης  ανάγκης. Συνεπώς, το πρόβλημα υποσιτισμού που αντιμετωπίζει η χώρα επηρεάζει, κατά κύριο λόγο, τα παιδιά και τις μητέρες τους, ιδιαίτεως, όταν εκείνες, έχοντας αναλάβει το ρόλο του «προστάτη» της οικογένειας, καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες αυτής.[79]

Η Παγκόσμια Έκθεση για το Χάσμα των Φύλων του 2018 από το Παγκόσμιο Οικονομικό Forum, κατατάσσει την Υεμένη στην τελευταία θέση, καθώς η ανισότητα που υφίστανται οι γυναίκες είναι πολυσχιδής και αφορά, κυρίως, τέσσερις τομείς. Αρχικά, στο πεδίο της εργασίας υψηλά ποσοστά έχουν η ανεργία των γυναικών και η αδήλωτη εργασία, μάλιστα στην παγκόσμια κατάταξη η επίδοση της χώρας στο εν λόγω πεδίο φτάνει στο 0,299 της κλίμακας, όπου το 0 αφορά στις χειρότερες επιδόσεις και το 1 στις καλύτερες.  Στο πεδίο της πολιτικής, η συμμετοχή των γυναικών στο πολιτικό γίγνεσθαι είναι εξαιρετικά χαμηλή, αντιστοιχώντας στο 0,014 της κλίμακας επίδοσης. Η Υεμένη κατέχει σχετικά υψηλότερη θέση στο πεδίο της υγείας και επιβίωσης, καταλαμβάνοντας την 126η θέση της παγκόσμιας κατάταξης, ενώ η περιορισμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση των κοριτσιών τοποθετεί τη μουσουλμανική χώρα στην 146η θέση.[80]

Οι εξελίξεις σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών

Κρίνεται απαραίτητη μία συνοπτική αναφορά των κανόνων συμβατικού και εθιμικού δικαίου που, είτε παραβιάζονται, είτε στη δικαιολογητική βάση αυτών, καταστρατηγούνται θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών επικυρώθηκε από το κράτος το 1984, ωστόσο, σύμφωνα με το Human Rights Watch, πολλές διατάξεις του Συντάγματος της χώρας έρχονται σε σύγκρουση με αρκετά άρθρα της παραπάνω Σύμβασης, οπότε θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η εναρμόνισή τους .[81] Το Σύνταγμα της Υεμένης (2014) καθιστά δυνατή τη διάκριση κατά των γυναικών σχετικά με πληθώρα ζητημάτων, όπως τη σύναψη γάμου και τη λύση αυτού, τη φροντίδα των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου, τα κληρονομικά δικαιώματα, τη συμμετοχή στην πολιτική, την έμμισθη εργασία, την ενδοοικογενειακή βία, το γάμο ανηλίκων και το γενετήσιο ακρωτηριασμό των γυναικών.[82] Σε ό,τι αφορά την εμπόλεμη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα από το 2014, τα δικαιώματα των γυναικών ως αμάχων σε μία ένοπλη σύρραξη μη διεθνούς χαρακτήρα κατοχυρώνονται εθιμικά στο άρθρο 3 των  Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 και συμβατικά μέσω του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΙΙ του 1977, για τις θεμελιώδεις εγγυήσεις των αμάχων. Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν ότι οι γυναίκες υφίσταντο σοβαρές διακρίσεις, ήδη πριν το 2014, αλλά η εμφύλια σύρραξη έχει δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Στην προσπάθειά της, η διεθνής κοινότητα να προωθήσει την ενεργή συμμετοχή των γυναικών στις ειρηνευτικές διαδικασίες, ταυτόχρονα με τον περιορισμό της ανισότητας των φύλων, προχώρησε στην υιοθέτηση, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών, το 2015, του Yemeni Women’s Pact for Peace and Security (Pact). Πρόκειται για ένα συμβουλευτικό μηχανισμό αποτελούμενο από 60 γυναίκες, που επιθυμούν να συμμετάσχουν στις ειρηνευτικές διαδικασίες της Υεμένης, διότι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα του ρόλου τους ως μέλη της κοινωνίας.[83]

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα η εκπροσώπηση τους στις επίσημες ειρηνευτικές ομιλίες παραμένει μικρή.[84] Το 2019, μάλιστα, το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε ομόφωνα την Απόφαση 2493,  σχετικά με το ρόλο των γυναικών στις ειρηνευτικές διαδικασίες και στην ασφάλεια, καλώντας κράτη να δημιουργήσουν ένα «ασφαλές περιβάλλον» για τη συμμετοχή των γυναικών στις παραπάνω διαδικασίες .[85]

Η παρούσα κατάσταση στη Υεμένη δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για συνεχείς παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών. Η πατριαρχική κοινωνία, σε συνδυασμό με ένα Σύνταγμα που ευνοεί τις διακρίσεις και την εμφύλια σύρραξη καθιστούν δύσκολη την εξέλιξη στην προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών. Ο ρόλος του ΟΗΕ και των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην περιοχή είναι νευραλγικής σημασίας, καθώς μπορούν να παρέχουν βοήθεια στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, αλλά και να τις βοηθήσουν να αντιληφθούν την κρισιμότητα του ρόλου τους στην κοινωνία. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επίτευξη ειρήνης στην περιοχή, η οποία είναι επιτακτική ανάγκη να προκύψει με τη συμμετοχή των γυναικών. Παρά το γεγονός ότι έχει γίνει, τυπικά, κατάπαυση πυρός, λόγω του COVID-19, εξακολουθούν οι παραβιάσεις και από τα δύο κύρια αντιμαχόμενα μέρη, τη Σαουδική Αραβία και τους Houthis, με τη διεθνή κοινότητα να «σιωπά».[86] Εν κατακλείδι, εάν τα διεθνή πολιτικά όργανα, δεν λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να ολοκληρωθεί μία Συμφωνία Ειρήνης μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, με τον ταυτόχρονο περιορισμό όσων χωρών παρεμβαίνουν άμεσα ή έμμεσα στις εσωτερικές υποθέσεις της Υεμένης, τότε θα ήταν άτοπο να γίνεται λόγος για «εξελίξεις» στα δικαιώματα των γυναικών, παρά μόνο για συνεχείς «παραβιάσεις».

 

[1]  B. Harris, “What is the gender gap (and why is it getting wider)?», World Economic Forum, 01 Nov 2017. [Online at:https://www.weforum.org/agenda/2017/11/the-gender-gap-actually-got-worse-in-2017/ ]

[2] B. Harris, ibid.

[3] “Gender pay gap in the UK: 2019”, Office for National Statistics [GB], 29 October 2019/ [Online at:https://www.ons.gov.uk/employmentandlabourmarket/peopleinwork/earningsandworkinghours/bulletins/genderpaygapintheuk/2019 ]

[4] Office for National Statistics [GB], ibid.

[5] “Understanding the gender pay gap: definition and causes”, European Parliament News, 31 January 2020. [Online at: [https://www.europarl.europa.eu/news/en/headlines/society/20200109STO69925/understanding-the-gender-pay-gap-definition-and-causes]

[6] European Parliament News, ibid.

[7] “The gender pay gap situation in the EU”, European Commission. [Online at: https://ec.europa.eu/info/policies/justice-and-fundamental-rights/gender-equality/equal-pay/gender-pay-gap-situation-eu_en ]

[8] E. Coghlan and S. Hinkley, “State Policy Strategies for Narrowing the Gender Wage Gap”, Institute for Research on Labor and Employment,  10 April 2018. [Online at: https://irle.berkeley.edu/state-policy-strategies-for-narrowing-the-gender-wage-gap/ ]

[9] E. Coghlan and S. Hinkley, ibid.

 

[10] R. Bando, S. Berlinski, J. Martinez Carrasco, “Gender Inequality in Latin America: The Long Road Ahead”, , Inter-American Development Bank blog, 13 September 2019 . [Online at: https://blogs.iadb.org/ideas-matter/en/gender-inequality-in-latin-america-the-long-road-ahead/]

[11] R. Jackson, G. Sorensen, Θεωρία και μεθοδολογία των διεθνών σχέσεων : Η σύγχρονη συζήτηση, Τίτλος πρωτοτύπου: Introduction to International Relations: Theories and Approaches, Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2006, σελ.405.

[12] R. Jackson, G. Sorensen,  ibid, σελ.405.

[13] R. Jackson, G. Sorensen,  ibid, σελ.406.

[14] R. Jackson, G. Sorensen,  ibid, σελ.406.

[15] S. Hall, “To ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας”, κεφάλαιο του βιβλίου Η Νεωτερικότητα Σήμερα: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός,  Β’ έκδοση, τίτλος πρωτοτύπου: Modernity and its Futures, Εκδόσεις Σαββάλας, 2003, σελ. 425.

 

[16] “Prévention de conflit: Bon offices and diplomatie préventive”, Bureau des Nations Unies pour l’Afrique de l’Ouest et le Sahel, [Online at:https://unowas.unmissions.org/fr/pr%C3%A9vention-de-conflit-bons-offices-et-diplomatie-pr%C3%A9ventive ]

[17] S/RES/1325: Security Council Resolution on women and peace and security.

[18] “Diplomatie et médiation”, Département des affaires politiques, Nations Unies, 2014. [Online at:  https://www.un.org/undpa/fr/diplomacy-mediation ]

[19] P. Kotite, “Education for conflict prevention and peacebuilding: Meeting the global challenges of the 21st century”, UNESDOC Digital Library, 2012.[Online at: https://unesdoc.unesco.org/ark:/48223/pf0000217106 ]

[20] Violence prevention and peace building”, UNICEF, 26 May 2012. [Online at: https://www.unicef.org/lifeskills/index_violence_peace.html ]

[21] P. Van Tongeren , M. Brenk, M. Hellema, and J. Verhoeven (eds),Chapter 11:“Conflict Resolution Education and Peace Education”, Book:  People Building Peace II: Successful Stories Of Civil Society (Project of the European Centre for Conflict Prevention),  Lynne Rienner Publishers, 2005. Conflict Resolution Education Connection. [Online at: https://creducation.net/resources/Success_Story_1/success_02.htm ]

[22] P. Kotite, ibid.

[23] P. Kotite, ibid.

 

[24] S/RES/1325(2000), Resolution 1325 (2000), Security Council, United Nations, 31 October 2000. [Online at:https://peacemaker.un.org/sites/peacemaker.un.org/files/SC_ResolutionWomenPeaceSecurity_SRES1325%282000%29%28english_0.pdf ]

[25]  George W. Bush, 2002, “President delivers State of the Union Address”, The White House: President George W. Bush, January 29. [Online at:https://georgewbush-whitehouse.archives.gov/news/releases/2002/01/20020129-11.html]

[26] Elaheh Rostami- Povey, Afghan Women: Identity and Invasion, Zed Books, 2007, p.37.

[27] “Afghan conflict: US and Taliban sign deal to end 18-year war”, BBC News, 29 February 2020. [Online at: https://www.bbc.com/news/world-asia-51689443]

 

[28] Ayaz Gul, “US, Taliban sign historic Afghan peace deal”, Voice of America, 29 February 2020. [Online at: https://www.voanews.com/south-central-asia/us-taliban-sign-historic-afghan-peace-deal]

[29] “Afghan women fear Taliban resurgence”, Deutsche Welle, 5 March 2020. [Online at: https://www.dw.com/en/afghan-women-fear-taliban-resurgence/av-52657529]

[30] Julie A. Mertus, War’s Offensive on Women: The Humanitarian Challenge in Bosnia, Kosovo, and Afghanistan, Kumarian Press, 2000, p.58.

[31] Adenrele Awotona (ed.), Rebuilding Afghanistan in Times of Crisis: A Global Response, Routledge, 2019, p.107

[32] Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.2.

[33] Adenrele Awotona (ed.), Rebuilding Afghanistan in Times of Crisis: A Global Response, Routledge, 2019, p.107.

[34] Adenrele Awotona (ed.), Rebuilding Afghanistan in Times of Crisis: A Global Response, Routledge, 2019, p.109.

[35] Παραδόξως, η στάση των δυτικών δυνάμεων δεν μεταβλήθηκε ύστερα από την εισβολή στο Αφγανιστάν. Οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ συμμάχησαν με τους πολέμαρχους που ηγούνται των Mujahideen. Βλ. Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.80.

[36] Julie A. Mertus, War’s Offensive on Women: The Humanitarian Challenge in Bosnia, Kosovo, and Afghanistan, Kumarian Press, 2000, p.58-59.

[37] Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.77.

[38]  Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.79

[39] Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.54-55.

[40] Julie A. Mertus, War’s Offensive on Women: The Humanitarian Challenge in Bosnia, Kosovo, and Afghanistan, Kumarian Press, 2000, p.56.

[41]  M. Nazif Shahrani (ed.), Modern Afghanistan: The Impact of 40 Years of War, Indiana University Press, 2018, p.209-210.

[42] M. Nazif Shahrani (ed.), Modern Afghanistan: The Impact of 40 Years of War, Indiana University Press, 2018, p.204.

[43] Julie A. Mertus, War’s Offensive on Women: The Humanitarian Challenge in Bosnia, Kosovo, and Afghanistan, Kumarian Press, 2000, p.53.

[44] Ben Walter, Gendering Human Security in Afghanistan, Routledge, 2017, p.80.

[45] Adenrele Awotona (ed.), Rebuilding Afghanistan in Times of Crisis: A Global Response, Routledge, 2019, p.97-98.

[46] M. Nazif Shahrani (ed.), Modern Afghanistan: The Impact of 40 Years of War, Indiana University Press, 2018, p.201-202.

[47] Mujib Mashal, Afghan rivals sign power-sharing deal as political crisis subsides, The New York Times, 17 May 2020. [Online at:https://www.nytimes.com/2020/05/17/world/asia/afghanistan-ghani-abdullah.html]

[48] “Population, female (% of total population)- Afghanistan”, The World Bank, 2019. [Online at:https://data.worldbank.org/indicator/SP.POP.TOTL.FE.ZS?locations=AF]

[49] Madhav Joshi & Peter Wallensteen (eds.), Understanding Quality Peace: Peacebuilding after Civil War, Routledge, 2018, Chapter 1.

[50]  Jennifer Ball, Women, Development and Peacebuilding in Africa: Stories from Uganda, Palgrave Macmillan, 2019, p.4.

[51] Sidonia Angom, Women in Peacemaking and Peacebuilding in Northern Uganda, Springer, 2018, p.16.

[52] Pablo Castillo Diaz, Simon Tordjman, Samina Anwar, Hanny Cueva Beleta, Colleen Russo, Ana Lukatela & Stephanie Ziebell, “Women’s participation in peace negotiations: Connections between presence and influence”, United Nations Entity for Gender Equality and the Empowerment of Women, 2012, p.4-5. [Online at: https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/03AWomenPeaceNeg.pdf]

[53] Manuela Scheuermann & Anja Zürn (eds.), Gender Roles in Peace and Security: Prevent, Protect, Participate, Springer, 2020, p.38.

[54] Manuela Scheuermann & Anja Zürn (eds.), Gender Roles in Peace and Security: Prevent, Protect, Participate, Springer, 2020, p.35-36.

[55] Manuela Scheuermann & Anja Zürn (eds.), Gender Roles in Peace and Security: Prevent, Protect, Participate, Springer, 2020, p.38.

[56] M. Nazif Shahrani (ed.), Modern Afghanistan: The Impact of 40 Years of War, Indiana University Press, 2018, p.207-210΄.

 

[57] Δελτίο Τύπου Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων: “Η προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών  στη Διακήρυξη της Διάσκεψης Κορυφής του ΝΑΤΟ  (Βαρσοβία, 8-9/7/2016)”, 12 Ιουλίου 2016. [Online at: http://www.isotita.gr/wp-content/uploads/2017/03/DT_12-07-2016_Prostasia-Anthropinwn-dikaiomatwn.pdf ]

[58] J.Bigio, “Five Questions on How Women Contribute to NATO”, Council on Foreign Relations, 11 July 2018.[Online at:https://www.cfr.org/blog/five-questions-how-women-contribute-nato ]

[59]J.Bigio, ibid.

[60] J.Bigio, ibid.

[61] “Gender perspectives in NATO Armed Forces”, ΝΑΤΟ, 22 August 2019. [Online at: https://www.nato.int/cps/en/natohq/topics_101372.htm ]

[62] L.Nacyte, “Questionable Leadership: NATO and women’s rights”, LSE Engenderings Blog, 3 April 2018. [Online at:https://blogs.lse.ac.uk/gender/2018/04/03/questionable-leadership-nato-and-womens-rights/ ]

[63] L.Nacyte, ibid.

[64]  L.Nacyte, ibid.

[65] Το Ισλαμικό Κράτος έκανε την εμφάνισή του στις 29 Ιουνίου 2014, ανακηρύσσοντας μονομερώς την ίδρυση χαλιφάτου σε μία έκταση η οποία περιελάμβανε περιοχές της Συρίας και του Ιράκ. Ξεκίνησε ως παρακλάδι της Al-Qaeda ενώ, σταδιακά, προσέλαβε τη μορφή «ψευδοκράτους» με δομή κατοχικού στρατού, καταλαμβάνοντας εξαιρετικά σημαντικά εδάφη, όπως η Μοσούλη και η Ράκκα, που προσέδωσαν στην τρομοκρατική οργάνωση αίγλη αλλά και τους απαραίτητους χρηματικούς πόρους. Με έναν καθαρά φονταμενταλιστικό χαρακτήρα, η εντεταλμένη αποστολή του ISIS έγκειται στον εξής διττό στόχο: στον «ιερό πόλεμο» εναντίον τόσο ομόθρησκων μουσουλμάνων, δηλαδή κατά των διεφθαρμένων δομών του συριακού καθεστώτος, καθώς και του σιιτικού Ιράκ όσο και της δυτικής συμμαχίας αναφορικά με τον τρόπο ζωής και της δικής της εγκληματικής στάσης, όπως έχει χαρακτηριστεί, στη Μέση Ανατολή. Πλέον βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης έπειτα από την απώλεια των τελευταίων εδαφικών του ερεισμάτων και τον θάνατο του αυτοανακηρυγμένου Χαλίφη του, Abu Bakr al-Baghdadi.

 

[66] N. Bulos, “Were the brides of Islamic State cloistered housewives or participants in atrocities?”, Los Angeles Times, 5 March 2019. [Online at:https://www.latimes.com/world/middleeast/la-fg-isis-women-20190226-story.html]

[67] Η Ταξιαρχία al-Khansaa συνιστά μία γυναικεία στρατιωτική οργάνωση εντός του ισλαμικού χαλιφάτου η οποία απαρτίζεται σε μεγάλο βαθμό από εκπαιδευμένες γυναίκες, προερχόμενες από χώρες της Δύσης. Αποστολή της είναι να παρακολουθεί την συμπεριφορά των γυναικών, επιβάλλοντας ποινές σε όσες δεν ακολουθούν τις αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το μανιφέστο για τις γυναίκες στο ISIS. Μία από τις κυριότερες γυναικείες μορφές στην τρομοκρατική οργάνωση είναι η 20χρονη Aqsa Mahmood από τη Βρετανία μέσω της δραστηριότητάς της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

[68] Το αραβικό ακρωνύμιο του Ισλαμικού Κράτους.

[69] Σύμφωνα με το μανιφέστο για τις γυναίκες του ISIS, η εκπαίδευση των γυναικών είναι κυρίως θρησκευτική και κατηγοριοποιείται ακολούθως: 7-9 ετών (θρησκεία, γραφή, ανάγνωση, μαθηματικές και φυσικές επιστήμες), 10-12 ετών (περισσότερο θρησκευτικές σπουδές, εστιάζοντας στις οδηγίες για το ρόλο των γυναικών και τους κανόνες περί γάμου και διαζυγίου, τα οικοκυρικά και τις βασικές γνώσεις μαγειρικής), 13-15 ετών (εστίαση στο νόμο της Σαρία και στην ανατροφή των παιδιών).

[70] Mah-Rukh Ali, “ISIS and Propaganda: How ISIS Exploits Women”, Reuters Institute for the Study of Journalism, 2015, p.13. [Online at:https://reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/sites/default/files/research/files/Isis%2520and%2520Propaganda-%2520How%2520Isis%2520Exploits%2520Women.pdf]

[71] A. Perešin, “Why Women from the West are joining ISIS”, Cambridge Core, 21 November 2018.  [Online at:https://www.cambridge.org/core/journals/international-annals-of-criminology/article/why-women-from-the-west-are-joining-isis/BABEB21BE14D9E21AF811894226A126F/core-reader]

[72] G. Ulas, “Female Radicalisation: Why do Women join ISIS?”, LSE (London School of Economics) Blogs, 15 August 2019. [Online at:https://blogs.lse.ac.uk/mec/2019/08/15/female-radicalisation-why-do-women-join-isis/]

 

[73] N. Wadekar,(2018). ‘We Are Willing to Die Here’: The Fight for Women’s Rights in Yemen, The New York Times Magazine. Διαθέσιμο:https://www.nytimes.com/2018/11/20/magazine/yemen-war-women.html

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[74] N. Wadekar, ‘We Are Willing to Die Here’: The Fight for Women’s Rights in Yemen,ibid

[75] L.Doucet, (2020). Yemen war: Coalition ceasefire to help combat coronavirus begins, BBC. Διαθέσιμο: https://www.bbc.com/news/world-middle-east-52224358?fbclid=IwAR2Fpluo79lTOrVR3PW2Sq0Y3erAkEzAohDv-Az8CiR0K6oEJxQLgDVzSsg

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[76]N.Wadekar, (2018). Women Want to Put Yemen Back Together Again, Foreign Policy. Διαθέσιμο: https://foreignpolicy.com/2018/11/27/women-want-to-put-yemen-back-together-again/

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[77] T.Harb,(2019). Yemen: One of the Worst Places in the World to be a Woman, Amnesty International. Διαθέσιμο:https://www.amnesty.org/en/latest/campaigns/2019/12/yemen-one-of-the-worst-places-in-the-world-to-be-a-woman/?fbclid=IwAR1_GCNBheShpDn5dimMGXSsxrrUVqkz0Um2oQ_Srz3nA4sywQMaDJL_YEY  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[78]2019, 4 ways the war in Yemen has impacted women and girls, International Rescue Committee. Διαθέσιμο: https://www.rescue.org/article/4-ways-war-yemen-has-impacted-women-and-girls

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[79] T.Harb, ibid

[80]2018, The Global Gender Gap Report, World Economic Forum. Διαθέσιμο:http://www3.weforum.org/docs/WEF_GGGR_2018.pdf

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[81] UN Treaty Body Database, United Nations Human Rights Office of High Commissioner. Διαθέσιμο:https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/TreatyBodyExternal/Treaty.aspx?CountryID=193&Lang=EN

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[82]2015, Human Rights Watch Submission to the CEDAW Committee onYemen’s Periodic Report, 62th session, Human Rights Watch. Διαθέσιμο:https://tbinternet.ohchr.org/Treaties/CEDAW/Shared%20Documents/YEM/INT_CEDAW_NGO_YEM_19358_E.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[83]Women, Peace and Security, Office of the Special Envoy of the Secretary-General for Yemen. Διαθέσιμο: https://osesgy.unmissions.org/women-peace-and-security?fbclid=IwAR0Fnsqa97UppEsbJ43Sbwm-VG_MJ4mH5Haq59q6EVbyLb47UHjyrXKvwzY [Ημερομηνία Πρόσβασης:15/04/2020]

[84] 2020, Yemen 2020 Current Peace Effort, Council on Foreign Relations. Διαθέσιμο: https://www.cfr.org/interactive/womens-participation-in-peace-processes/yemen

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[85]2019, Resolution 2493, Security Council, United Nations. Διαθέσιμο: https://undocs.org/en/S/RES/2493(2019)

[Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/04/2020]

[86] B.McKernan,(2020). Fighting escalates in Yemen despite coronavirus ‘ceasefire’, The Guardian. Διαθέσιμο:  https://www.theguardian.com/world/2020/apr/14/fighting-escalates-in-yemen-despite-coronavirus-ceasefire [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12/05/2020]